Legislator Case Law & Legislation
1621/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding evidence evaluation under Greek Civil Procedure Law.

Case Number 1621/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to retry the case, ruling the grounds for appeal inadmissible. The appellants argued the lower court's decision lacked a legal basis regarding inheritance and property rights, but the court found their arguments vague and failing to cite specific factual premises. Since the appeal challenged the court's evaluation of evidence rather than a clear legal error, the request was rejected as procedurally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 8, 14 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: Appeals based on vague grounds regarding evidence evaluation or lacking specific factual premises are inadmissible as they cannot be substantively reviewed.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds evidence evaluation legal basis Greek Civil Procedure Law factual premises substantive review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 559 no. 14 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 24/1992
OL AP 27/1998
OL AP 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1621/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Χ1, και 2. Χ2, κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαραγκουδάκη και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πουλτουρτζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2035/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 154/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 2-4-2008 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14-10-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο.

Εξάλλου, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 ΑΚ ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.

Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α', προκύπτει, ότι αναγκαία στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από τη νομή ακινήτου, δηλαδή, της καθολικής προσβολής της νομής, αφού εξαιτίας αυτής στερείται ο νομέας ολοκληρωτικά της φυσικής εξουσίας σε όλο ή μέρος του ακινήτου, είναι η νομή του ενάγοντα κατά το χρόνο της αποβολής, δηλαδή η φυσική εξουσία του τελευταίου με τη θέληση να είναι κύριος του ακινήτου, η περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, η παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα αποβολή του από τη νομή και το αίτημα της αγωγής, συνιστάμενο στην απόδοση της νομής.

Αντίθετα, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της ίδιας αγωγής η χρονική διάρκεια που είχε ο ενάγων στη νομή του το ακίνητο, ούτε αν ο ίδιος έγινε νομέας ανεξάρτητα από τη βούληση του τυχόν προηγούμενου νομέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιμα ή κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον προηγούμενο νομέα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία ζητείται η αναγνώριση της νομής του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο και η απόδοσή του στον ίδιο, προκύπτει ότι περιέχονται σ'αυτή όλα τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ), για την πληρότητά της, στοιχεία, δηλαδή το κτητικό της νομής γεγονός (κληρονομία της θανούσας στις 16-9-1962 ΑΑ, γιαγιάς του, αληθινής μέχρι το χρόνο του θανάτου της νομέα του επίδικου ακινήτου), η εξακολουθητική εφεξής άσκηση νομής του στο εν λόγω ακίνητο, -το οποίο πλήρως περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια,- με τους γονείς του, οι οποίοι ενεργούσαν ως βοηθοί νομής και ως αντιπρόσωποί του και η παράνομη και χωρίς τη θέλησή του αποβολή του από τους και ήδη αντιδίκους του, καθώς και τον αρχικό ομόδικό τους ΒΒ (ως προς τον οποίο, απολειπόμενο κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης, απορριπτικής σε βάρος του, απόφασης, κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης λόγω μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του).

Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και η σχετική αιτίαση του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορριπτέα.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, δεν προκύπτει ότι ο περί αοριστίας της έφεσης ισχυρισμός των αναιρεσειόντων προτάθηκε παραδεκτά από τους ίδιους στο Εφετείο.

Η από το δικαστήριο της ουσίας τυχόν εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντα προϋποθέτει την από το δικαστήριο αυτό παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την ένστασή τους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αντιδίκου τους στην άσκηση της ένδικης αγωγής που αφορά την προστασία της κληρονομικής νομής του στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο. Ο πρώτος, επίσης, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, κηρύσσοντας τη συζήτηση της έφεσης ως απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο τρίτο εφεσίβλητο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και ως προς τους αναιρεσείοντες, αναγκαίους ομοδίκους του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον οι εναγόμενοι στην ένδικη διεκδικητική αγωγή και ήδη αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. ΑΠ 25/2003). Αντίθετα, δεν αποτελούν αίτηση οι ενστάσεις ή αντενστάσεις και γενικά οι αποφάσεις σε κάθε άλλου είδους πράγματα, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' (και όχι από τον αριθμό 9 περίπτ. γ') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, που προτάθηκε με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνισταμένη στο ότι η ΑΑ από την οποία ισχυρίζεται ότι έλκει το κληρονομικό του δικαίωμα ο αναιρεσίβλητος, πέθανε στις 16-9-1962, ενώ η με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη της πιο πάνω θανούσας δημοσιεύθηκε στις 7-11-1962 και, έτσι, η περί κλήρου αγωγή του αναιρεσιβλήτου υπέκυψε στην παραγραφή στις 7-11-1982, μετά δηλαδή την παρέλευση εικοσαετίας από τη φερόμενη (στις 7-11-1962) επαγωγή της κληρονομίας, αφότου και γεννήθηκε η αξίωσή του -αναιρεσιβλήτου-. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού η ένδικη διαφορά αφορά την αποβολή του αναιρεσιβλήτου από τη νομή του επίδικου ακινήτου και όχι την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του ίδιου στο εν λόγω ακίνητο και την απόδοση του τελευταίου σ' αυτόν.

Σύμφωνα με τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 § 5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2005), στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.

αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ' εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 -παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το με αριθμό 73 πρακτικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με βάση το οποίο δημοσιεύθηκε η με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη της θανούσας ΑΑ, την αμέσως πιο πάνω δημόσια διαθήκη, καθώς και το με αριθμό ... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ντότσικα του αναιρεσιβλήτου προς τους γονείς του και το δικηγόρο ... ΓΓ σχετικά με τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του στον ..., δηλαδή, έγγραφα, που ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως, αφού η μη προσκομιδή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή έστω από βαριά αμέλειά του -αναιρεσιβλήτου-, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέκρουσε τα εν λόγω έγγραφα ως απαράδεκτα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 529 § 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά, αντίθετα, κρίνοντας παραδεκτή την ενώπιόν του, για πρώτη φορά, προσκομιδή τους, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω αποδείξεις, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές.

Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προς θεμελίωση του κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ότι ο τελευταίος γεννήθηκε μετά την υιοθεσία της μητέρας του ΔΔ από τη θανούσα ΑΑ, λαμβάνοντας υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από κανένα διάδικο και, ειδικότερα, από τον αντίδικο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ'αυτόν ποιες συγκεκριμένα αποδείξεις δεν προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ακόλουθα έγγραφα: α)τη με αριθμό 38/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η με αριθμό έκθ. κατάθ. 261Π/12-10-2001 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντα σε βάρος του και ήδη αντιδίκου του και του ΕΕ, που φέρεται ότι προστήθηκε από τον συνεγαγόμενό του, επιδικάστηκε δε σ' αυτόν το ποσό των 9997,07 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος του συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυσή του, β)τη με αριθμό 224/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με τη οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους η από 15-10-2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αρχικών αντιδίκων του περί νομής του επίδικου ακινήτου και γ)οι με αριθμούς 86 και 87/2004, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με τις οποίες απορρίφθηκαν οι από 10-7-2002 και 20-4-2002 αγωγές του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων που αφορούσαν άλλα ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας της ΑΑ, τα οποία επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου στην κληρονομία της ΑΑ και, συνακόλουθα, μη άσκησης νομής του στο επίδικο ακίνητο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν....." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να α[αιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και ν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση του, ότι η ΑΑ κληρονομήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, τέκνο της θετής κόρης της ΔΔ, γεννημένο μετά την υιοθεσία, λόγω της "εν ευρεία εννοία" αποκλήρωσης της τελευταίας και της προαποβίωσης του συζύγου της διαθέτιδας ΔΔ, τον οποίο εκείνη είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της και, ως προς την κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος είναι νομέας του επίδικου ακινήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της πιο πάνω θανούσας από τον επισυμβάντα θάνατο της τελευταίας το έτος 1962 έως το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000 και ότι η μητέρα του δεν άσκησε ποτέ στο εν λόγω ακίνητο νομή για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην πιο πάνω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, αλλιώς ως απαράδεκτος, αφού όλες ανεξαιρέτως οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το από το οποίο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2006 αίτηση του Χ1, κ.α. για αναίρεση της 2035/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ