Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for arguments not constituting independent legal claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the validity of a loan contract. The appellant argued that the wife was a co-owner of the business premises and that the loan was used for her benefit, but the court found these points were either irrelevant to the specific debt in question or merely evidentiary assessments. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited arguments did not constitute independent substantive claims requiring separate proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 632, 633, 623, 624, 626, 628, 629 of the Code of Civil Procedure; Article 138 of the Civil Code; Article 806 of the Civil Code: An appeal based on arguments that are merely evidentiary assessments or legal arguments rather than independent substantive claims is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1621 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα.
Της αναιρεσίβλητης: ΑθηΨ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τη Αναστασία Ασπρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:86/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-4-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 3-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. η οποία ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, σαφώς προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία (μεταβίβαση), εφόσον η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, μπορεί να γίνει και εμμέσως από τον δανειστή προς τον οφειλέτη, δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υφίσταται εντολή του δανειστή προς τον τρίτο να καταβάλει στον δανειολήπτη το αντικείμενο του δανείου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 138 του ΑΚ, η οποία, ορίζει στην πρώτη παράγραφό της ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσης βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης, κατά την §2 του άρθρου 138 του ΑΚ.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 623, 624 παρ. 1, 626 παρ. 1 και 2, 628 και 629 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή εξετάζει την κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, βάσει της αιτήσεως προς έκδοσή της και δεν έχει την ευχέρεια μεταβολής της βάσης της αιτήσεως, γιατί ως προς αυτή δεν έχει τηρηθεί η κατ` άρθρο 112 Κ.Πολ.Δικ.
προδικασία, χωρίς όμως και η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο περί του δικαιώματος, το οποίο ουδόλως διεγνώσθη (ΑΠ 1098/2006). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν δεν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη ανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 247/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε με βάση την εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του από 9-8-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση δανείου, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, μετά από εξαφάνιση εν μέρει της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά το φθινόπωρο του έτους 1993 ο σύζυγος της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) Α1, ο αδελφός αυτού Α2 και ο Β αποφάσισαν να δημιουργήσουν επιχείρηση ψυχαγωγικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων στο χώρο του βιομηχανικού ακινήτου, το οποίο ανήκε στην κυριότητα της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΣΑΠ ΑΕ" και στο οποίο στεγάζονταν το πρώην εργοστάσιο ΒΕΣΟ.
Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε το από 5-11-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με αυτό προβλέπονταν ότι μέσα σε ορισμένη προθεσμία θα ιδρύονταν νομικό πρόσωπο στο οποίο θα μεταβιβάζονταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προέρχονταν από τη σύμβαση της μίσθωσης. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε έξι έτη και ειδικότερα από την 1-1-1994 μέχρι την 31-12-1999.
Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης καταβλήθηκε από τους μισθωτές, ως εγγυοδοσία, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, το ποσό των 12.750.000 δραχμών (37.417, 46 ευρώ). Για την κατάλληλη διαμόρφωση των χώρων του ακινήτου, που είχαν συνολική έκταση 12 στρεμμάτων μαζί με τους στεγασμένους χώρους εμβαδού 4.500 στρεμμάτων περίπου, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι οι μισθωτές μπορούσαν να προβούν στις αναγκαίες οικοδομικές και μηχανολογικές εργασίες αποκατάστασης και διαμόρφωσης του υπαίθριου χώρου και των κτιρίων για την ανάπτυξη των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων της επιχείρησής τους και ότι η έναρξη των εργασιών θα γινόταν από την κατάρτιση του συμφωνητικού.
Οι μισθωτές παρέλαβαν το μίσθιο ακίνητο και άρχισαν αμέσως τις εργασίες αποκατάστασης του χώρου, επιφάνειας 4.500 τ.μ περίπου. Στη συνέχεια με την ..... πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Περδικομμάτη-Γκοτσούλια, ο Α1 και ο Α2, που ασχολούνταν επαγγελματικά με την εκμετάλλευση κέντρων διασκέδασης καθώς και ο Β ίδρυσαν ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διασκέδαση-Πολιτισμός-ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ.
Σκοπός της εταιρείας αυτής, ήταν η εκμετάλλευση επιχείρησης ψυχαγωγικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων που θα δημιουργούνταν στον προαναφερόμενο εργοστασιακό χώρο. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ορίστηκε με το άρθρο 44 του καταστατικού ο Γ. Το καταστατικό όμως αυτό δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Κατά τον Νοέμβριο του έτους 1993 άρχισαν οι εργασίες αποκατάστασης των χώρων. Πρέπει να σημειωθεί, (συνεχίζει το Εφετείο) ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1994 ο Α1 και ο Α2 εκμεταλλεύονταν τα κέντρα διασκέδασης με τους διακριτικούς τίτλους "ΧΑΡΑΜΑ", "ΠΑΡΑΝΟΙΑ" και "ΒΟΛΚΑΝΟ". Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι από το έτος 1992 ο Αλέξιος Οικονόμου και ο Στέφανος Οικονόμου άρχισαν να έχουν οικονομικά προβλήματα.
Ειδικότερα, κατά την εποχή αυτή είχε κηρυχθεί σε πτώχευση η εταιρία με την επωνυμία "..... ΕΠΕ", για την οποία ο Α1 είχε εκδώσει επιταγές ευκολίας και ζημιώθηκε κατά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά την περίοδο 1992 έως 1996 ο Α1 είχε καταδικαστεί από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κυρίως κατά το έτος 1992.
Πολλές από αυτές εξοφλήθηκαν μεταγενέστερα, όταν ο Α1 και ο Α2 άρχισαν να αντιμετωπίζουν τις υποχρεώσεις τους με τα έσοδα από τη λειτουργία του καλοκαιρινού και χειμερινού κέντρου διασκέδασης με τον τίτλο "ΧΑΡΑΜΑ". Επίσης, επί ακινήτων του Α1 είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθηκών για την εξασφάλιση της ικανοποίησης απαιτήσεων της εταιρίας "ΚΑΒΙΝΟ", του Ελληνικού Δημοσίου, του Δ κ.λ.π.
και είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, του Δήμου Πατρέων, της Τράπεζας Κρήτης και του Ε. Περαιτέρω οι εργασίες αποκατάστασης των χώρων του μισθίου ακινήτου ήταν ιδιαίτερα δαπανηρές. Για την αντιμετώπιση των δαπανών αυτών δανείστηκαν την 17-1-1994 από τον ΣΤ το ποσό των 40.000.000 δραχμών.
Για την εξασφάλιση του δανειστή υπογράφηκε το από 17-1-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δανειστή και της ανακόπτουσας. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα για τις ανάγκες της εμπορίας του συζύγου της Α1. Η ανακόπτουσα είχε συναινέσει για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της, πράγμα το οποίο έγινε με την 58/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Το ποσό αυτό διατέθηκε από τους μισθωτές για τη διαμόρφωση των χώρων της ΒΕΣΟ. Έτσι το δάνειο αυτό χορηγήθηκε για την επιχείρηση που στεγάζονταν στο χώρο της ΒΕΣΟ και δεν το έλαβε η ανακόπτουσα ούτε για τις ανάγκες της εμπορίας του συζύγου της. Μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 1994, οπότε η προαναφερόμενη επιχείρηση λειτούργησε για πρώτη φορά, τέθηκαν σε λειτουργία ένας χώρος κλαμπ, ένας χώρος περιπτέρου βιβλιοπωλείου, ένας μικρός χώρος συναυλιών και ένα μικρός χώρος φαγητού.
Οι μεγάλες δαπάνες που ήταν αναγκαίες για την αποκατάσταση των χώρων, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση της έναρξης της λειτουργίας της επιχείρησης και συνακόλουθα την έλλειψη κερδών, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη των μισθωτών για την εξεύρεση χρημάτων. Λόγω του ότι οι μισθωτές αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα προτάθηκε στον καθ' ου η ανακοπή (ήδη αναιρεσείοντα), κατά την άνοιξη του έτους 1994, να συμμετάσχει στην προαναφερόμενη επιχείρησή τους.
Ειδικότερα, οι μισθωτές του ακινήτου αυτού επιδίωκαν τη σύναψη τραπεζικού δανείου, προκειμένου να αντιμετωπίσει η υπό σύσταση εταιρία τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης. Λόγω του ότι ο Α1 και ο Α2, είχαν οικονομικά προβλήματα με τις υπόλοιπες από τις επιχειρήσεις τους και δεν ήταν αξιόπιστοι, κατά τα τραπεζικό κριτήρια, προτάθηκε στον αναιρεσείοντα, που ήταν φερέγγυο πρόσωπο, να συμμετάσχει στην υπό ίδρυση ανώνυμη εταιρία.
Όπως προαναφέρθηκε το προηγούμενο καταστατικό της εταιρίας δεν είχε δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο αναιρεσείων αποδέχθηκε τους σκοπούς της εταιρίας και δέχθηκε να συμμετάσχει. Με την ..... πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Περδικομμάτη -Γκοτσούλια, σε συνδυασμό με την ..... διορθωτική πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διασκέδαση-Πολιτισμός-ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ από τον Β και τον αναιρεσείοντα με το σκοπό και την έδρα της εταιρείας, της οποίας δεν ολοκληρώθηκε η σύσταση.
Η συμμετοχή ήταν 80% για τον Β και 20% για τον αναιρεσείοντα. Ο πρώτος είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει τα 2/3 του προαναφερομένου ποσοστού του στον Α1 και τον Α2. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αυτής συμμετείχαν ο Γ ως πρόεδρος, ο Β ως διευθύνων σύμβουλος, ο αναιρεσείων ως αντιπρόεδρος και οι Α1 και Α2 ως μέλη.
Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών και διαιρέθηκε σε 2000 μετοχές με ονομαστική αξία 10.000 δραχμών η καθεμία. Ο αναιρεσείων φέρεται ότι έλαβε 400 μετοχές. Το καταστατικό της εταιρείας αυτής δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο αναιρεσείων ανέλαβε μεγάλο μέρος των χρεών της εταιρείας καλύπτοντας αυτά με δικές του επιταγές.
Ακόμη ανέλαβε την εξόφληση του δανείου, το οποίο είχε χορηγηθεί από τον ΣΤ, ο οποίος είχε αρχίσει να πιέζει την αναιρεσίβλητη για την απόδοση του δανείου. Ειδικότερα την 9-8-1994 καταρτίσθηκαν δύο συμβάσεις με δύο ιδιωτικά συμφωνητικά. Η πρώτη έχει καταρτιστεί μεταξύ του ΣΤ, του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και αναφέρεται στο δάνειο των 40.000.000 δραχμών, το οποίο ο ΣΤ είχε χορηγήσει τυπικά μεν στην αναιρεσίβλητη, στην πραγματικότητα όμως, όπως προαναφέρθηκε, στους προαναφερόμενους μισθωτές για την επιχείρηση που στεγάζονταν στο χώρο της ΒΕΣΟ.
Ο αναιρεσείων αναδέχθηκε το χρέος αυτό προς τον ΣΤ και συμφωνήθηκε ο τρόπος εξόφλησης του, αφού μέχρι τότε είχε καταβληθεί το ποσό των 5.000.000 δραχμών μόνο. Το δεύτερο συμφωνητικό, με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής 247/2002 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την ακύρωση της οποίας ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιγράφεται με τον τίτλο "σύμβαση δανείου".
Με το συμφωνητικό αυτό, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, φέρεται ότι ο πρώτος δάνεισε στη δεύτερη το ποσό των 100.000.000 δραχμών. Με το ίδιο συμφωνητικό ορίστηκε, ακόμη: α) ότι το δάνειο αυτό θα χρησιμοποιηθεί από την αναιρεσίβλητη για προσωπικές της ανάγκες και συγκεκριμένα για την επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της, β) ότι το δάνειο συμφωνήθηκε άτοκο και αποδοτέο με δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις που θα άρχιζαν την 30-1-1995 και γ) ότι δεν θα οφείλονταν τόκοι υπερημερίας.
Για την εξασφάλιση του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη δήλωσε κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού, ότι θα συναινούσε για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί τριών ακινήτων της, που βρίσκονταν στις θέσεις "..." και "..." του ... Πατρών. Η προσημείωση αυτή έχει εγγραφεί πράγματι με την 914/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε με βάση την από 5-8-1994 αίτηση του αναιρεσείοντος και τη σχετική συναίνεση της αναιρεσίβλητης.
Κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού αυτού ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε πράγματι στην αναιρεσίβλητη το προαναφερόμενο ποσό των 100.000.000 δραχμών. Ο αναιρεσείων, που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ελαστικών και συναφών ειδών-βουλκανιζατέρ, είχε σχέσεις από τη δεκαετία του 1980 με το σύζυγο της αναιρεσίβλητης Α1 και τον αδελφό αυτού Α2.
Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1993 ο αναιρεσείων είχε δανείσει χρήματα όχι στην αναιρεσίβλητη αλλά στον Α1 και το Α2 για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν αυτοί, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι ο αναιρεσείων δεν δάνεισε ποτέ χρήματα στην αναιρεσίβλητη. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια όχι μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, δηλαδή του Γ και του Α2, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, δηλαδή της Ζ και του Η.
Ειδικότερα, η πρώτη μάρτυρας του αναιρεσείοντος, κατέθεσε, σε πολλά σημεία της εξέτασης της, ότι ο αναιρεσείων, που είναι εργοδότης της, δάνεισε χρηματικά ποσά στους αδελφούς Α1-Α1, τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των 160.000.000 δραχμών, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1993, ενώ ο δεύτερος μάρτυρας του αναιρεσείοντος κατέθεσε, ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν στους αδελφούς Α1-Α2 ή σε υπάλληλο τους για λογαριασμό τους και ποτέ στην αναιρεσίβλητη.
Έτσι, το ποσό των 100.000.000 δραχμών, που αναφέρεται στο προαναφερόμενο από 9-8-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη κατά την ημέρα αυτή ή σε άλλο χρόνο, ούτε αποτελεί άθροισμα ποσών επί μέρους δανειακών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης. Το ποσό αυτό είχε καταβληθεί στον Α1 και το Α2 τμηματικά με επί μέρους προφορικές συμβάσεις δανείων πριν από την κατάρτιση του συμφωνητικού αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1993.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εξέταση τους, ως μαρτύρων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών στη δικάσιμο της 18-9-2000, κατά την οποία εκδικάζονταν κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για απάτη επί δικαστηρίου, ο μεν Α1 παραδέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε καταβάλλει σ' αυτούς το ποσό των 100.000.000 δραχμών, πρόσθεσε όμως ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί για τη λειτουργία της εταιρείας της οποίας ήταν μέτοχος, ο δε Α2 κατέθεσε ότι το ποσό αυτό δόθηκε από τον Β σε εκείνους που έκαναν εργασίες για την εταιρεία, όπως προκύπτει από την 3456/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών.
Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εξέτασή τους ενώπιον του Πταισματοδικείου Πατρών, κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που διατάχθηκε μετά την υποβολή της από 15-3-2000 μήνυσης της αναιρεσίβλητης κατά της μάρτυρα Ζ και του αναιρεσείοντος για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ' αυτή αντίστοιχα, τόσο ο Α1 όσο και ο Α2 κατέθεσαν ότι ο αναιρεσείων τους κατέβαλε το ποσό αυτό, ισχυρίστηκαν όμως, ότι η καταβολή του ποσού αυτού έγινε για τη συμμετοχή του στην εταιρεία και την πληρωμή των χρεών της προς τρίτους.
Όμως το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για τις εργασίες αποκατάστασης και διαμόρφωσης των κτιρίων και του υπαίθριου χώρου για τη λειτουργία της επιχείρησης είχε καταβληθεί μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 1994. Ακόμη η επιχείρηση αυτή είχε αρχίσει να λειτουργεί κατά το Φεβρουάριο του έτους 1994 δηλαδή πριν από την είσοδο του αναιρεσείοντος σ' αυτή.
Εξάλλου, κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, είχε παρέλθει ο χρόνος για τονπρογραμματισμό της θερινής λειτουργίας της επιχείρησης, η οποία τελικά δεν λειτούργησε παρά μόνο για λίγεςημέρες κατά το χρονικό διάστημα της αποκριάς του έτους1995. Τα περιστατικά αυτά δεν δικαιολογούν τηνπαραδοχή ότι το προαναφερόμενο ποσό των 100.000.000δραχμών είχε δοθεί για τηναντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων της προαναφερόμενης εταιρίας.
Εφόσον, επομένως, το αναφερόμενο στο από 9-8-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων ποσό, δεν καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη κατά την ημέρα της κατάρτισης αυτού (συμφωνητικού) ή σε άλλο χρόνο, ούτε αποτελεί άθροισμα ποσών επί μέρους δανειακών συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί μεταξύ του αναιρεσείοντος, ως δανειοδότη, και της αναιρεσίβλητης, ως δανειολήπτριας, αλλά άθροισμα ποσών επί μέρους δανειακών συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί μεταξύ του αναιρεσείοντος αφενός ως δανειοδότη, και του Α1 και του Α2 αφετέρου, ως δανειοληπτών, οι δηλώσεις βούλησης των διαδίκων για κατάρτιση σύμβασης δανείου, που διαλαμβάνονται σ' αυτό (συμφωνητικό) δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και συνεπώς είναι άκυρες ως εικονικές.
Βέβαια, συνεχίζει το Εφετείο, η πραγματική βούληση των διαδίκων, απέβλεπε στην αναγνώριση ή την αναδοχή από την αναιρεσίβλητη του χρέους του Α1 και του Α2 προς τον αναιρεσείοντα, γεγονός το οποίο έχει μεν επικαλεστεί επικουρικά ο καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείων) με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, όμως δεν έχει την ευχέρεια να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό, αφού αποτελεί νέα ιστορική αιτία της απαίτησής του για την οποία είχε εκδοθεί η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Πρέπει να σημειωθεί, καταλήγει το εφετείο, ότι στην ίδια παραδοχή κατατείνει ο ισχυρισμός του καθ' ού η ανακοπή τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ότι κατά την 9-8-1994 έγινε εκκαθάριση των υποχρεώσεων της ανακόπτουσας και του συζύγου της Α1 έναντι αυτού από δάνεια τα οποία είχε χορηγήσει στο παρελθόν και στους δύο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του και συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο σ' αυτόν χρηματικό ποσό ανέρχονταν σε 100.000.000 δραχμές, το οποίο αναφέρθηκε στο προαναφερόμενο από 9-8-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, ως αποδοτέο από την ανακόπτουσα.
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε το Εφετείο ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα εγγράφως, δυνάμει του από 9-8-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση δανείου, ήταν εικονική και συνεπώς άκυρη, με εντεύθεν συνέπεια, ο αναιρεσείων να μην έχει απαίτηση εκ δανείου κατά της αναιρεσίβλητης και ακολούθως, δέχθηκε ως βάσιμη την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αυτής και ακύρωσε την ανακοπτόμενη 247/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τις δύο υπολειπόμενες δόσεις του δανείου ποσού 20.000.000 δραχμών.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή του περί εικονικότητας της συμβάσεως δανείου, που αποτελούσε λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά της 247/2002 διαταγής πληρωμής, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 806, 471 και 873 εδαφ. α'ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε, αλλά αντίθετα, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, οι αντίθετες δε αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέες αβάσιμες.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έκαμε ορθή υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με το να δεχθεί, ότι δεν είναι δυνατή η έμμεση παράδοση του δανείσματος στο δανειολήπτη, καίτοι κατά τις παραδοχές του, το ποσό των 100.000.000 δραχμών δόθηκε στους Α1 και Α2, σύζυγο της αναιρεσείουσας και αδελφό αυτού αντίστοιχα "και κατ' αυτόν τον τρόπο περιήλθε τελικά στην αναιρεσίβλητη", στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο δεν δέχεται ότι το ποσό αυτό περιήλθε στην αναιρεσίβλητη ούτε ότι κατεβλήθη το ανωτέρω ποσό στους ανωτέρω συγγενείς της για λογαριασμό της, ώστε να συντρέχει περίπτωση έμμεσης παράδοσης σ' αυτήν του ποσού του δανείου.
Αντίθετα, ρητά δέχεται ότι το ποσό που αναφέρεται στο από 9-8-1994 συμφωνητικό δεν καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη κατά την ημέρα αυτή ή σε άλλο χρόνο αλλά είχε καταβληθεί στους Α1 και Α2 τμηματικά σε εκτέλεση επιμέρους προφορικών συμβάσεων δανείων που καταρτίσθηκαν μεταξύ εκείνων και του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1993.
Εξάλλου, η εικονικότητα της δανειακής συμβάσεως, δεν αποκλείεται από την δοθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών συναίνεση της αναιρεσίβλητης προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των ακινήτων της μετά συνομολόγηση του δανείου και την με βάση αυτή εκδοθείσα υπ' αριθμ. 914/1994 απόφαση αυτού, δεδομένου ότι η εικονικότητα αποκλείεται μόνον επί δικαιοπραξιών γενομένων με τη σύμπραξη της αρχής και όχι επί εκείνων στις οποίες η αρχή πιστοποιεί απλώς την ενώπιόν της εξωτερικευθείσα δήλωση, όπως εν προκειμένω.
Ως εκ τούτου δεν παραβίασε το Εφετείο τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ όπως αβασίμως υποστηρίζεται με το υπό στοιχείο β μέρος του ίδιου λόγου. Ορθά επίσης το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 471 και 873 εδαφ. β ΑΚ με την παραδοχή ότι η πραγματική βούληση των διαδίκων απέβλεπε στην αναγνώριση ή την αναδοχή από την αναιρεσίβλητη του χρέους των Α1 και Α2, διότι αποτελούσε τούτο ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής αιτίας της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, ερειδόμενη αποκλειστικά στη σύμβαση δανείου.
Κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατικής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις εξής παραδοχές: α) ενώ δέχεται ότι ο Α1, για τις ανάγκες εμπορίας του οποίου η σύζυγος αυτού-αναιρεσίβλητη έλαβε από τον ΣΤ δάνειο ποσού 117.388, 11ευρώ, υπήρξε συμμισθωτής του χώρου του τέως εργοστασίου της ΒΕΣΟ, όπου στεγάστηκε και λειτούργησε εμπορική επιχείρηση των μισθωτών και ότι το δάνειο χρησιμοποιήθηκε για την επιχείρηση που στεγάστηκε στο χώρο αυτό και ανήκε στο σύζυγο της αναιρεσίβλητης, αντιφατικά δέχεται ότι το δάνειο αυτό δεν το έλαβε η τελευταία ούτε για τις ανάγκες της εμπορίας του συζύγου της και β)δεν διευκρινίζεται αν οι καταθέσεις των μαρτύρων Α1 και Α2 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και Πταισματοδίκη Πατρών κρίθηκαν ως αληθείς, ποια ήταν η συμμετοχή του αναιρεσείοντος στην συσταθείσα εταιρεία και αν δικαιολογούσε την καταβολή του ποσού του δανείου η συμμετοχή αυτή σε σχέση με τη συμμετοχή των λοιπών μετόχων και τα ποσά που εκείνοι κατέβαλαν.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η μεν υπό στοιχείο α' επισημαινόμενη ως αντίφαση παραδοχή, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αντιφατική, αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη και δεν καταλύει το σαφές πόρισμα του Εφετείου περί εικονικότητας της καταρτισθείσης συμβάσεως δανείου, κυρίως διότι δεν αφορά το επίδικο δάνειο για το οποίο εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής αλλά το δάνειο που έλαβε η αναιρεσίβλητη από τον ΣΤ, πλεοναστικώς από το εφετείο αναφερόμενο, η δε υπό στοιχείο β' επισημαινόμενη ως έλλειψη, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος που εξήχθη από αυτές.
Ως "πράγματα" υπό την έννοια του 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ νοούνται οι αυτοτελείς ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εκείνοι δηλαδή που τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "η αναιρεσίβλητη συμμετείχε στις εμπορικές επιχειρήσεις και δραστηριότητες του συζύγου της Α1 και συνεπώς τα δανείσματα αφορούσαν και την ίδια". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά επιχείρημα προς υποστήριξη της άποψης του αναιρεσείοντος ότι καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου με την αναιρεσίβλητη, για το οποίο επομένως ούτε ιδιαίτερη απόδειξη ούτε ιδιαίτερη απόκρουση χρειαζόταν.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ