Legislator Case Law & Legislation
1621/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of a new defense and procedural document distortion.

Case Number 1621/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a building collapse. The appellants argued the lower court failed to consider a new defense claiming the building's age was a partial cause, while the appellee contended the court correctly assessed the excavators' sole liability. The court ruled that this new defense constituted a distinct, substantive argument requiring specific presentation rather than being implicitly covered by a claim of exclusive liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 300 A.C.; Art. 262 C.P.D.; Art. 559(8) C.P.D.; Art. 559(20) C.P.D.; Art. 339 C.P.D.; Art. 432 C.P.D.: A defense asserting partial fault constitutes a separate substantive claim requiring specific presentation under Art. 262 C.P.D. and cannot be considered implicitly covered by a claim of exclusive liability; an appeal based on document distortion under Art. 559(20) C.P.D. is inadmissible if it concerns procedural documents like pleadings rather than substantive evidence.

Keywords

AI generated
partial fault defense exclusive liability claim appeal admissibility document distortion procedural pleading substantive argument lower court error

Cited Legislation

AI generated
Art. 300 A.C.
ac
Art. 262 C.P.D.
Art. 559(8) C.P.D.
Art. 559(20) C.P.D.
Art. 339 C.P.D.
Art. 432 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1115/1986
OLAP 423/85

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1621/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1) ............, 2) ...........και 3) Της υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".......... Ε.Ε.", που εδρεύει στο .......... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους πρώην εταίρους και ήδη εκκαθαριστές ........., ...........και ..............., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: .................., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άλκη Γρηγόρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6755/1999 μη οριστική, 4974/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8996/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 14 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, ο μεν ισχυρισμός του εναγόμενου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας είναι είτε ο ενάγων είτε ο προστηθείς από τον ενάγοντα, συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής, ο δε ισχυρισμός του ιδίου ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 300 ΑΚ.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, αλλά πρέπει να προτείνεται μάλιστα δε να γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν, και να υποβάλλεται σχετικό αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/85).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα υπό την άνω έννοια είναι και οι λόγοι εφέσεως. Δεν είναι όμως πράγματα ισχυρισμοί αρνητικοί της αγωγής ή αόριστοι ή μη νόμιμοι, και άρα επουσιώδεις. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί αποζημιώσεώς της λόγω αδικοπραξίας που τέλεσαν σε βάρος της, συνιστάμενη στο ότι ως υπεύθυνοι επιβλέψεως ανεγειρόμενης οικοδομής, κατά την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής αμελώς φερόμενοι, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα αντιστήριξης της όμορης οικίας της, ισχυρίστηκαν, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, επανέφεραν δε και στο Εφετείο, ότι:

α] "Η κατάρρευση τμήματος του εξωτερικού επί του κοινού ορίου τοίχου της οικοδομής της ενάγουσας οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ίδιας ή των δικαιοπαρόχων της, αφού από βαριά αμέλειά τους είχαν αποδυναμώσει την στατική αντοχή του, με την δημιουργία ανοίγματος σε μεγάλο βάθος εντός αυτού και την χρησιμοποίησή του ως βιβλιοθήκης, γεγονός το οποίο ήταν αδύνατο να γνωρίζει ο τέταρτος από εμάς επιβλέπων μηχανικός και ο χειριζόμενος το μηχάνημα κατά την εκσκαφή των θεμελίων της οικοδομής των δύο πρώτων από εμάς, αφού ούτε η αντίδικος ούτε κάποιος άλλος για λογαριασμό της το είχε γνωστοποιήσει σε οποιονδήποτε από εμάς για να ληφθούν τα ιδιαίτερα μέτρα που απαιτούνταν για να αποφευχθεί η επισυμβάσα κατάρρευση", και 2] "επικουρικώς και αν κάποιος ήθελε δεχθεί συνυπαιτιότητα ή αποκλειστικά δική μας ευθύνη για την κατάρρευση του συγκεκριμένου τμήματος του εξωτερικού τοίχου της οικοδομής, γεγονός που πάλι αρνούμαστε, σε καμία περίπτωση η κατάρρευση υπήρξε αιτία του επικινδύνως ετοιμορρόπου της οικοδομής της, η οποία προ 80 και πλέον ετών ανεγερθείσα, εγκαταλελειμμένη από πολλών ετών και μηδέποτε συντηρηθείσα, ιδιαίτερα μετά τους σεισμούς του 1981, είχε καταστεί επικινδύνως ετοιμόρροπη από αποκλειστική υπαιτιότητα της αντιδίκου".

Το Εφετείο, ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, με τους οποίους υπό τα εκτιθέμενα πρόβαλαν μόνο αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, αφού δεν περιείχαν με πληρότητα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος, δέχθηκε, κρίνοντας επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, ότι "οι εναγόμενοι δεν πρόβαλλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής [αλλά ούτε και στη συνέχεια, κατ' άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001] την ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ για συνυπαιτιότητα της ενάγουσας και έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο αυτό, όπως βάσιμα υποστηρίζει και η ενάγουσα με σχετικό λόγο της έφεσής της".

Επομένως, το εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη πράγματα που προτάθηκαν, δηλαδή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί συντρέχοντος πταίσματος, γι' αυτό, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη της στηριζόμενης στα άνω περιστατικά ένστασης συνυπαιτιότητας, είναι κατά το αντίστοιχο μέρος του αβάσιμος.

Περαιτέρω και σε σχέση με το δεύτερο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων με τον οποίο παραπονούντο διότι το πρωτοδικείο καταλόγισε σ' αυτούς συνυπαιτιότητα 40% κρίνοντας ότι η κατάρρευση της οικοδομής οφείλετο μόνο κατά 60% σε υπαιτιότητα της ενάγουσας λόγω της παλαιότητα και της κακής συντήρησής της, ενώ έπρεπε, να δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας για τον προεκτεθέντα λόγο, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η παλαιότητα της οικοδομής της ενάγουσας δεν ήταν αποκλειστικά η αιτία της κατάρρευσης και συνακόλουθα της ολοκληρωτικής κατεδάφισής της, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους.

Η παλαιότητα της οικοδομής, που υπήρχε πράγματι κατά το χρόνο της ζημιογόνας παράλειψης των παραπάνω εναγομένων, απλώς σημαίνει ότι η αξία του αγαθού αυτού που προσβλήθηκε ήταν μειωμένης [ή ακόμη και ανύπαρκτης] αξίας και, άρα, η ζημία που προκλήθηκε στην ενάγουσα ήταν μικρότερη η μηδενική, απ' ότι σε ομαλές περιπτώσεις".

Δέχθηκε δε ακόμη το Εφετείο ότι "η οικοδομή της ενάγουσας κατέρρευσε, και ακολούθως κατεδαφίστηκε από υπαιτιότητα [αμέλεια] των παραπάνω τριών εναγομένων που συνίσταται στο ότι πραγματοποίησαν εκσκαφές σε μεγάλο βάθος, σε επαφή με τα θεμέλια του τοίχου της οικοδομής αυτής, χωρίς να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης της οικοδομής, η οποία και δεν θα κατέρρεε αν δεν είχαν γίνει οι εκσκαφές αυτές", και κατέληξε ότι "έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του περιόρισε την υπαίτια συμβολή των παραπάνω τριών εναγομένων στην πρόκληση της ζημιάς της ενάγουσας σε ποσοστό 40%, ενώ τους βάρυνε αποκλειστική ευθύνη, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης της ενάγουσας".

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων τον οποίο και ρητώς υπό τα εκτιθέμενα απέρριψε, χωρίς η ορθότητα της κρίσης του αυτής να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του αρ. 8 του άρθρου 558 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία, ο ίδιος πρώτος λόγος της αίτησης, και κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην απόφαση σφάλμα από την άνω διάταξη, διότι δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άνω άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, τα εφετήρια, οι προτάσεις των διαδίκων κ.ά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων, της έφεσής τους, καθώς και των προτάσεων που κατέθεσαν στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.1.2006 αίτηση των 1............, 2. ............., και 3. της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".......... Ε.Ε." για αναίρεση της 8996/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ