Legislator Case Law & Legislation
1621/2006 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal against firm's contract termination, ruling unauthorized repudiation invalidates liability.

Case Number 1621/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the firm's termination of his retainer agreement. The firm argued the President of its Board lacked authority to repudiate the contract, while the lawyer claimed the termination was abusive. The court held that unauthorized repudiation by a non-authorized organ renders the contract void, absolving the firm of liability for the lawyer's subsequent inactivity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 232, 68, 70, 349, 351 of the Civil Code and Article 94 of the Lawyers Code; Unauthorized repudiation of a lawyer's retainer contract by a person or organ lacking legal authority is void, and the legal entity bears no liability for the lawyer's inactivity resulting from such invalid repudiation.

Keywords

AI generated
unauthorized repudiation lawyer retainer contract corporate organ authority void contract legal entity liability lawyer inactivity civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 232, 68, 70, 349, 351 of the Civil Code
Article 94 of the Lawyers Code
Articles 18 paragraphs 1, 3 and 22 of Law 2190/1920
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1621 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1621/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.», ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – HELEXPO – ΔΕΘ Α.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2335/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1147/2003 μη οριστική και 1544/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/7/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 10/5/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 167, 232, 68, 70, 349, 351 ΑΚ και 94 του Κώδικα Δικηγόρων και των άρθρων 18 παρ. 1,3 και 22 του Ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου ανώνυμης εταιρίας από πρόσωπο ή όργανο αυτής το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη.

Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του δικηγόρου, ο οποίος έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντά του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας του λόγω υπερημερίας του νομικού προσώπου. Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο δικηγόρος προσέφερε τις υπηρεσίες του και το νομικό πρόσωπο τις απέκρουσε, περιέρχεται πλέον σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δ) ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων Δικηγόρος εκθέτει ότι η κοινοποιηθείσα την 29-12-2000 από 28-12-2000 καταγγελία της σύμβασης της έμμισθης εντολής που συνέδεε αυτόν και την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, υπογραφόμενη υπό του Προέδρου του Διοικητικού συμβουλίου της χωρίς σχετική εξουσία από το νόμο ή το καταστατικό ή απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, είναι άκυρη, και ότι εντεύθεν αυτός δικαιούται τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 30-10-2001 και δώρο Πάσχα 2001, των οποίων και ζήτησε την επιδίκαση.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη, γιατί η υπό αναρμοδίου προσώπου ή οργάνου της αναιρεσίβλητης γενόμενη ως άνω καταγγελία είναι ανυπόστατη και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής που συνέδεε τους διαδίκους, εφόσον όμως αυτός δεν προσέφερε υπηρεσίες δεν δικαιούται αμοιβής, την οποία μόνο αν προσφερόταν στην παροχή αυτών και η αναιρεσίβλητη τις απέκρουε θα μπορούσε να αξιώσει λόγω υπερημερίας τις αντίστοιχες πάγιες αντιμισθίες του αιτουμένου χρονικού διαστήματος.

Η αγωγή αυτή ως προς την εν λόγω βάση της είναι αόριστη, αφού δεν περιείχε το αναγκαίο για τη θεμελίωσή της πραγματικό περιστατικό, αν δηλαδή και μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντα, από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προσέφερε πράγματι ενόψει του ανυποστάτου της καταγγελίας τις υπηρεσίες του σ' αυτή, η οποία και τις απέκρουσε, περιελθούσα έτσι σε υπερημερία.

Δεν συνιστούν δε επίκληση του γεγονότος τούτου, τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ως προταθέντα με την αγωγή: α) ότι ζητήθηκε δι' αυτής η καταδίκη της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, στην καταβολή στον αναιρεσείοντα ποσού 100.000 δρχ. ημερησίως, ως χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του από το χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως που θα εκδοθεί και εντεύθεν, β) ότι ο αναιρεσείων παρέμεινε στο γραφείο νομικής υπηρεσίας της αντιδίκου του επί δεκαήμερον περίπου μετά την καταγγελία προς ενημέρωση δικηγόρου ή υπαλλήλου της και παράδοση των σχετικών φακέλλων και ότι λόγω της μη εμφανίσεως ουδενός απηύθυνε (ο αναιρεσείων) επιστολή δια της οποίας γνωστοποίησε στην αντίδικόν του την τοποθέτηση των φακέλλων στο γραφείο και παρέδωσε τα κλειδιά στον αναφερόμενος συνάδελφό του.

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την βάση αυτή της αγωγής ως μη νόμιμη, σε ορθό κατέληξε αποτέλεσμα (άρθρο 578 ΚΠολΔ), και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ο περί του αντιθέτου από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 5 αριθμ. του ν.δ. 3026/1954 «κώδικας δικηγόρων», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 720/1977, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 349 και 350 του ΑΚ, με σαφήνεια προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης της έμμισθης εντολής του δικηγόρου είναι μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εντολέα ή του εντολοδόχου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού της καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής του δικηγόρου νομικού συμβούλου του, δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρ. 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Έτσι η καταγγελία της έμμισθης εντολής του Δικηγόρου που έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, γιατί η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως ήταν κακή και επέβαλε οικονομίες, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας (ΑΠ 1324/2000). Αντιθέτως είναι καταχρηστική η καταγγελία που γίνεται για λόγους εχθρότητας, εμπάθειας ή εκδίκησης του εργοδότη ή του εκπροσώπου του (αν είναι νομικό πρόσωπο ο εργοδότης) ή προκειμένου να ικανοποιηθούν τέτοια αισθήματα προσώπου με το οποίο συνδέεται στενά.

Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία κατά τα άρθρ. 174 και 180 του ΑΚ είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ότι δεν έγινε, συνεπώς περιέρχεται σε υπερημερία ο εργοδότης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του δικηγόρου και υποχρεούται, έως την άρση της υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον ακύρως απολυθέντα δικηγόρο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία εμπεριέχεται και η δήλωση βούλησης του εντολέα του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.

Στην προκείμενη περίπτωση και σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντα – ενάγοντα, με την οποία αυτός, επικαλούμενος προδήλως ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του είναι υποστατή, γενόμενη από νόμιμο όργανο της αναιρεσίβλητης – εναγομένης, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητάς της ως καταχρηστικής, για τους αναφερόμενους λόγους, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα εξής:

Η εταιρεία με την επωνυμία «Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ» που συστάθηκε με το Ν. 735/1977 προσέλαβε τον ενάγοντα (και τώρα αναιρεσείοντα) Δικηγόρο στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 1-1-1984 για να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αντιμισθία αντίστοιχη με τις αποδοχές του δεύτερου βαθμού της δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, βάσει της 908/50/28-12-1983 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της και μετά έγκριση των αρμοδίων Υπουργών.

Με το ν. 2687/1999 «Αναμόρφωση και εξυγχρονισμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης», που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 39/1-3-1999 τεύχος Α, καταργήθηκε η άνω εταιρεία και συστάθηκαν οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία α) «Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ» (ΔΕΘ ΑΕ), στην οποία μεταβιβάζεται το σύνολο της ακίνητης περιουσίας της καταργηθείσας ΑΕ και τα σήματα-διακριτικά της γνωρίσματα και το σύνολο των έναντι τρίτων υποχρεώσεών της και β) «Ελληνικές εκθέσεις-HELLEXPO AE», που σκοπό έχει τη διοργάνωση εκθέσεων, συνεδρίων και γενικότερα εκδηλώσεων κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Στη με στοιχείο (α) εταιρεία (αναιρεσίβλητη), στην οποία παραμένει και όλο το προσωπικό της καταργηθείσας εταιρείας εκτός εκείνου που εκουσίως ή μη έχει μεταταγεί κατά τις διατάξεις του ν. 2687/1999 στη (β) εταιρεία ή σε άλλες θέσεις του δημόσιου τομέα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων-ενάγων συνέχισε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες βάσει της προαναφερθείσας σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, δοθέντος ότι αυτή είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας που καταργήθηκε με το ν. 2687/1999.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης με την 75/14/11-12-2000 απόφασή του αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την λύση από 31-12-2000 της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία του αναιρεσείοντος – ενάγοντος και του ....με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Μετά την απόφαση αυτή ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ..., που κατά την περ. 6 της 13/3/9-6-1999 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 18 και 22 του ν. 2190/1920 και τα άρθρ. 9 παρ. 1 και 7 και 15 παρ. 1 και 3 περ.

γ' του καταστατικού της αναιρεσίβλητης (ΦΕΚ Β 499/30-4-1999), δεσμεύει την αναιρεσίβλητη με την υπογραφή του σε θέματα υλοποίησης αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της, συνέταξε και υπέγραψε την από 28-12-2000 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής μετά του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε σ' αυτόν την 29-12-2000.

Η παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ως μέτρο αναδιαρθρωτικό, οικονομικό και οργανωτικό της αναιρεσίβλητης, που αποτελεί λογική απόρροια της εφαρμογής του ν. 2687/1999. Ειδικότερα η δράση της, σύμφωνα με το σκοπό της, περιορίστηκε σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό (αναλογία 1 προς 10) σε σχέση με τη δράση που είχε η καταργηθείσα με τον άνω νόμο εταιρεία.

Από το νόμο και το καταστατικό της περιορίζεται στην ευθύνη της διοργάνωσης της διεθνούς έκθεσης Θεσσαλονίκης (η ίδια η διοργάνωση της έκθεσης αυτής ετησίως ανήκει στην εταιρεία «Ελληνικές Εκθέσεις-HELLEXPO A.E.»), στη διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας της, τη διοργάνωση περιφερειακών ή εκτός Ελλάδας εκθέσεων και οπουδήποτε συνεδρίων και πολιτιστικών εκδηλώσεων, καθώς και άλλες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα αρμοδιότητες.

Το προσωπικό της περιορίστηκε σε 56 μισθωτούς έναντι των 300 και πλέον της καταργηθείσας εταιρείας και τα έσοδά της ανέρχονται πριν το 2001 σε 2.500.000.000 δραχμές έναντι 7.500.000.000 δραχμών της καταργηθείσας ΔΕΘ κατά τα προηγούμενα έτη. Η φύση και το είδος των νέων δραστηριοτήτων της αναιρεσίβλητης, που ουσιαστικά περιορίζεται στη μίσθωση των ακινήτων της προς την εταιρεία «Ελληνικές Εκθέσεις-HELLEXPO AE» και τη μίσθωση θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, επέβαλαν την κατάργηση της νομικής υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, που αποτελείτο από τους δύο προαναφερθέντες με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρους και δύο υπαλλήλους, δεδομένου ότι για την υλοποίηση των (νέων) σκοπών της αναιρεσίβλητης οι νομικές συμβουλές και διαφορές περιορίζονται στο ελάχιστο και οι λύσεις μπορεί να εξασφαλίζονται με μικρότερες δαπάνες αναθέτοντας τις σχετικές υποθέσεις σε οποιονδήποτε δικηγόρο έναντι αμοιβής για την κάθε υπόθεση.

Η οικονομική χρήση του 2001 αναμενόταν να κλείσει με παθητικό ενός δισεκατομμυρίου (έκλεισε με παθητικό 600.000.000 δραχμών) και ο αναιρεσείων-ενάγων ομολογεί την κακή πορεία της αναιρεσίβλητης. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ένα και πλέον έτος πριν την καταγγελία της έμμισθης εντολής μετά του αναιρεσείοντα ή αναιρεσίβλητη είχε αναθέσει στο Γεώργιο Κούσουλα, δικηγόρο και καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διαφορά περί την κυριότητα ακίνητης περιουσίας της (15 στρέμματα αξίας 10 δισεκατομμυρίων) μετά των Δήμων Θεσσαλονίκης και Εχεδώρου, έναντι μηνιαίας αμοιβής, καθόσον δεν πρόκειται περί προσλήψεως αυτού έναντι πάγιας αντιμισθία, αλλά περί μεμονωμένης ανάθεσης υπόθεσης πολύ σοβαρής για τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης σε εξωτερικό συνεργάτη και λόγω του μεγάλου ύψους της αμοιβής βάσει των διατιμήσεων του κώδικα περί δικηγόρων ορίστηκε να καταβάλλεται αυτή σε ίσες τμηματικές μηνιαίες δόσεις.

Εξάλλου, πριν την άνω καταγγελία η αναιρεσίβλητη επεχείρησε να μετατάξει τον αναιρεσείοντα και τον ... στην εταιρεία «Ελληνικές Εκθέσεις-HELLEXPO AE» κατ' εφαρμογή του άρθρ. 4 του ν. 2687/1999, τούτο όμως δεν υλοποιήθηκε διότι οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία) δικηγόροι δεν εμπίπτουν στο υπηρετούν στην καταργηθείσα με τον ίδιο νόμο εταιρεία προσωπικό (μισθωτοί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας) και περαιτέρω ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να εξακολουθήσει να αναλαμβάνει υποθέσεις της με κατ' αποκοπή αμοιβή, πλην η πρόταση αυτή αποκρούστηκε από εκείνον (βλ.

απόφαση 6/2/8-2-2000 ΔΣ αναιρεσίβλητης σελ. 12) και έτσι οι αναφυόμενες νομικής φύσης υποθέσεις ανατίθενται μετά την ένδικη καταγγελία σε άλλους δικηγόρους κατ' αποκοπή. Δεν αποδείχτηκε ότι κατά τις επί διετία διαβουλεύσεις στα πλαίσια της αναζητούμενης λύσης για την κοινώς αποδεκτή ανάγκη αναδιάρθρωσης της λειτουργίας της ΔΕΘ ΑΕ) από το ΔΣ της εταιρείας αυτής (που είχε συσταθεί με το ν. 735/1977) και τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Μακεδονίας-Θράκης, λόγω έκφρασης υπό του ΔΣ της άνω ΔΕΘ ΑΕ και του αναιρεσείοντος ως συμμετάσχοντος στις διαβουλεύσεις νομικού συμβούλου της διαφορετικής άποψης από την υποστηριζόμενη από το γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Παπαϊωάννου και τον υπουργό Μακεδονίας-Θράκης Μαγκριώτη, οι τελευταίοι εκδήλωσαν αισθήματα εχθρότητας και αντιπάθειας προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος τέτοιας μάλιστα έντασης που υπαγόρευσαν αυτοί προς τον πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης ...την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που συνέδεε τους διαδίκους.

Ο μάρτυρας του ενάγοντα, που ως πρόεδρος της καταργηθείσας με το ν. 2687/1999 ΔΕΘ ΑΕ μετείχε στις άνω διαβουλεύσεις, αναφέρει τη δημιουργία αρνητικού κλίματος στις σχέσεις αυτού και του ενάγοντα μετά των άνω κυβερνητικών οργάνων. Άλλωστε τη λύση της συμβάσεως αυτής αποφάσισε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης και ο αναιρεσείων δεν ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι τα παραπάνω πρόσωπα της εκτελεστικής εξουσίας ή ο πρόεδρος του ΔΣ της αναιρεσίβλητης ...κατ' εντολή τους υπαγόρευσαν σε όλα τα μέλη του διοικητικού αυτού συμβουλίου την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως έμμισθης εντολής.

Εξάλλου, ο Υπουργός Μακεδονίας-Θράκης Μαγκριώτης πολύ πριν την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης είχε αντικατασταθεί από τον Πασχαλίδη και αντικειμενικά δεν μπορούσε να υπαγορεύσει από θέση ισχύος την άνω καταγγελία, που άλλωστε χρονικά απέχει από τις προαναφερθείσες διαβουλεύσεις περί τα τρία έτη και δεν μπορεί να γίνει κανένας συσχετισμός της επικαλούμενης ως άνω εμπάθειας με την ένδικη καταγγελία και τη σχετική με αυτή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης.

Αλλ' ούτε και η ορθότητα της γενόμενης νομοθετικής ρύθμισης δια του ν. 2687/1999 μπορεί να ελεγχθεί.

Συνεπώς δεν αποδείχτηκε προφανής υπέρβαση της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την δια των προαναφερθέντων οργάνων ληφθείσα απόφασή της για καταγγελία της έμμισθης σύμβασης εντολής μετά του αναιρεσείοντος δικηγόρου, αλλ' αντιθέτως αποδείχτηκε ο προταθείς από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρισμός ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής υπαγορεύθηκε από τους προαναφερθέντες οικονομοτεχνικούς λόγους, ήτοι για σπουδαίο λόγο.

Με βάση τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντα-Δικηγόρου, που έγινε για τους αναφερόμενους λόγους, δεν υπερβαίνει τα όρια και τις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ και δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι η γενόμενη καταγγελία δεν υπήρξε καταχρηστική και στη συνέχεια απέρριψε την σχετική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα – ενάγοντα για αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης καταγγελίας και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, απορρίπτοντας την έφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει όμοια.

δεν παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, απ' ευθείας και εκ πλαγίου αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής (ή μη) εφαρμογής τους και επομένως ο αντίθετος 2ος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσαχθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά ως αποδειχθέντα, χωρίς αποδείξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ανακύπτει με το να δεχθεί το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα έγγραφα, οπότε δεν είναι δυνατή, λόγω της συνεκτίμησής του με τα άλλα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που του αποδόθηκε, και η κρίση που προκύπτει από τη συνεκτίμησή του με τα άλλα έγγραφα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προς συναγωγή της κρίσης του ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντα δικηγόρου δεν υπήρξε καταχρηστική συνεκτίμησε μαζί με όλα τα επικαλούμενα και προσαγόμενα από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα -έγγραφα χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτά και τα παρακάτω, ήτοι α) την από 28-12-2000 εξώδικη δήλωση-καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής υπογραφόμενη από τον τότε Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης-εναγομένης ...και β) την Β/2/8-2-2000 απόφαση του Διοικητικού Προσωπικού που διαχώρισε το προσωπικό σε «πλεονάζον» και μη, και γ) το αντίγραφο του προϋπολογισμού για το έτος 2001 της εναγομένης στο οποίο προβλέπεται δαπάνη μεγαλύτερη εκείνης που καταβαλλόταν στους απολυθέντες δύο νομικούς συμβούλους της, πριν από την απόλυσή τους, το περιεχόμενο των οποίων ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραμορφώθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 1544/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ