Legislator Case Law & Legislation
1620/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting distortion of court minutes as inadmissible evidence.

Case Number 1620/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a payment order. The appellants argued that the Court of Appeal distorted the content of court minutes and a private agreement, but the Court held these documents are not admissible evidence under the Civil Procedure Code. Consequently, the Court ruled that the First Instance Court did not commit a diagnostic error in interpreting these procedural records, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 20 C.P.C.; Art. 339, 432 C.P.C.: The appeal ground of distortion applies only to documentary evidence, not procedural court minutes or judgments; a court's correct interpretation of such documents combined with other evidence does not constitute a diagnostic error warranting annulment.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code distortion of evidence court minutes admissibility diagnostic error annulment of judgment documentary evidence procedural records

Cited Legislation

AI generated
Art. 520 § 1 C.P.C.
Art. 118 - 120 C.P.C.
Art. 559 no. 20 C.P.C.
Art. 339 C.P.C.
Art. 432 C.P.C.
Art. 495 § 3 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1620 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1620/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη ΧατζηΓ. - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ..., ..., 2) Σ. Π. του Φ., κατοίκου ..., ως ομορρύθμου εταίρου νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ..., ... και 3) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως ομορρύθμου εταίρου νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ..., ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μίτζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2012 ανακοπή και τους από 10-1-2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθμ. 26/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία δέχθηκε την από 5-5-2014 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 77/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας και απέρριψε την από 27-7-2012 ανακοπή των αναιρεσειόντων και τους από 10-1-2013 πρόσθετους λόγους, κατά το μέρος που αυτοί ζητούσαν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 11/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, δεχόμενο την ανακοπή εν μέρει μόνο, ήτοι κατά το αίτημα αυτής να ακυρωθεί η από 25-7-2012 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής. 2.

Κατά το άρθρο 520 § 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118 - 120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.

Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της αποφάσεως σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο εφετήριο, ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 1462/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη έφεση του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρατίθεται στην αρχή το εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα - αναιρεσίβλητο, πόρισμα της εκκαλούμενης αποφάσεως και ακολούθως πλήττεται η απόφαση αυτή, μεταξύ άλλων, και διότι, από κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή των εν γένει εγγράφων και της καταθέσεως ως διαδίκου του γ' ανακόπτοντος, έκρινε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά εντελώς αντίθετα των πράγματι αποδειχθέντων και ήχθη έτσι στην εν μέρει παραδοχή της ένδικης ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι ορισμένος και δεν καθίσταται ασαφής εκ του ότι δεν περιλαμβάνει σε τί έγκειται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ήταν επίσης αναγκαίο για το ορισμένο αυτού, όπως αντίθετα ισχυρίστηκαν οι τότε εφεσίβλητοι, να περιλαμβάνει και αναλυτική αντίκρουση της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αποφάνθηκε ότι η ενέργεια του εκκαλούντος να εμφανίσει πρόωρα τις μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως της α' των εφεσιβλήτων, είχε καταχρηστικό χαρακτήρα.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο εξέτασε το λόγο εφέσεως αυτό, απορρίπτοντας εκ του πράγματος την υποβληθείσα ένσταση περί αοριστίας του, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον άνω ισχυρισμό των εφεσιβλήτων, ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο αντίστοιχη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξ άλλου, εφόσον ο λόγος εφέσεως ήταν ορισμένος, ορθώς το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την έφεση και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου αυτής, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. 3. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 7/2002, 17/1995).

Εξάλλου, με τον όρο καταπιστευτική συναλλαγματική ή καταπιστευτική τραπεζική επιταγή εννοούνται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες προσδιορίζεται μεν η νομική θέση του δικαιούχου του πιο πάνω πιστωτικού τίτλου, συγχρόνως όμως συνομολογείται ένα είδος pactum fiduciale, εξαιτίας του οποίου ο δικαιούχος αυτού, κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα ενασκήσει το από του τίτλου δικαίωμά του.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρέχεται ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία ο οφειλέτης, ως ενιστάμενος, οφείλει να αποκαλύψει. Στην κατηγορία της πιο πάνω ενστάσεως υπάγονται εκτός των άλλων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο δικαιούχος δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση, ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση (ΑΠ 263/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής: "Η πρώτη ανακόπτουσα [και ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ''Σ. Π. -I. Κ. Ο.Ε.-Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις'' (της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων), διατηρεί στην περιοχή του ..., επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχειακής μονάδας με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία μεταβιβάστηκε σ' αυτήν από την εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο καθού [και ήδη αναιρεσίβλητος], δυνάμει του από 14-9-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης επαγγελματικού εξοπλισμού.

Οι ειδικότεροι όροι που περιλήφθηκαν στο εν λόγω συμφωνητικό είναι οι εξής: "1. Η αφενός συμβαλλόμενη πωλεί σήμερα ολόκληρο τον εξοπλισμό της ξενοδοχειακής μονάδας με τον διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται στο ... και αναλαμβάνει δια του παρόντος την υποχρέωση να παραδώσει αυτόν (εξοπλισμό) και με τιμολόγιο - δελτίο αποστολής προς την αγοράστρια. 2.

Η δεύτερη συμβαλλόμενη αγοράζει ολόκληρο τον ως άνω εξοπλισμό του ξενοδοχείου έναντι του συνολικού τιμήματος των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ, καταβλητέου ως εξής: α. το ποσό των 68.011,93 ευρώ, με την υπ'αριθμ. 48812740-8 επιταγή σημερινής ημερομηνίας (14-9-2011) της ... σε διαταγή της πωλήτριας, την οποία η πωλήτρια υποχρεούται αυθημερόν να μεταβιβάσει δι' οπισθογραφήσεως στον Δήμο Καρπενησίου, προς ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων της.

β. Το υπόλοιπο ποσό των 71.988,07 ευρώ, η πωλήτρια θα λάβει από την αγοράστρια μετά την εκτέλεση των ήδη συμφωνηθέντων κρατήσεων από την Ελληνική Εταιρία Γενικής Ιατρικής "ΕΛ.Ε.ΓΕ.Ι.Α", σύμφωνα με το από 4-4-2011 έγγραφο επιβεβαίωσης κρατήσεων προς την αφενός συμβαλλόμενη για τη περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2011".

Την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία (14-9-2011) με άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ του καθού, ως διαχειριστή της εταιρίας "... Ε.Π.Ε" και της πρώτης ανακόπτουσας και συμφωνήθηκαν και τα εξής: "1. Ο πρώτος των συμβαλλομένων πωλεί σήμερα ολόκληρο τον εξοπλισμό της με δελτία αποστολής-τιμολόγια δια της εταιρίας συμφερόντων ...

Ο.Ε.'', όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο Ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης επαγγελματικού εξοπλισμού, το οποίο συγχρόνως από τα δύο μέρη υπογράφτηκε. Διευκρινίζεται ότι ο ΦΠΑ, ο οποίος προκύπτει από την εν λόγω πώληση βαρύνει την αγοράστρια εταιρία και θα καταβληθεί εντός του προβλεπομένου από το νόμο χρόνου στην πωλήτρια εταιρία. 2.

Πλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος η αγοράστρια εταιρία θα καταβάλει στον Θ. Π. ποσό 80.000 ευρώ ως εξής : Α) 20.000 μετρητά άμεσα, Β) 60.000 ευρώ με δύο επιταγές των 30.000 ευρώ, τις οποίες και παρέδωσε με αριθμούς 48812741-6 και 48812742-6 της .... 3. Η εταιρία ...'' συμφώνησε να προσλάβει τον Θ. Π., ως Διευθυντή πωλήσεων από 1-10-2011 έως 31-12-2013 με σύμβαση ορισμένου χρόνου, όπως αυτό περιγράφεται στο Ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο έχουν υπογράψει και είναι στην αποκλειστική της ευχέρεια για την περαιτέρω προέκταση της συνεργασίας τους, διαφορετικά λύεται χωρίς άλλη υποχρέωση εκ μέρους της".

Σε εκτέλεση του 1ου όρου και των δύο ως άνω συμφωνητικών, ο καθού πώλησε και παρέδωσε αμέσως, στην πρώτη ανακόπτουσα τον επίμαχο ξενοδοχειακό εξοπλισμό εκδίδοντας αυθημερόν τα υπ' αριθμ. 1 έως και 12 δελτία αποστολής - τιμολόγια, αξίας 140.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ εκ 23% (όπως η καταβολή αυτού συμφωνήθηκε με το δεύτερο ως άνω συμφωνητικό), ήτοι συνολικής αξίας 172.200 ευρώ (140.000 + 32.200).

Προς εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος, κατά την ρητή πρόβλεψη του 2ου όρου του πρώτου συμφωνητικού, η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε αυθημερόν (14-9-2011) την υπ' αριθμ. …812740-8 επιταγή της ... ποσού 68.011,93 ευρώ, σε διαταγή της πωλήτριας εταιρίας, η οποία και εξοφλήθηκε. Το υπόλοιπο δε του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 104.188,07 ευρώ (172.200 - 68.011,93) πιστώθηκε, ώστε για μεν το ποσό του ΦΠΑ εκ 32.200 ευρώ χορηγήθηκε η προβλεπομένη από το νόμο προθεσμία αποπληρωμής του, για δε το ποσό των 71.988,07 ευρώ, συμφωνήθηκε η εξόφλησή του από τις εισπράξεις της πρώτης ανακόπτουσας από την Ελληνική Εταιρία Γενικής Ιατρικής "..." για τα συνέδριά της, που θα πραγματοποιούνταν στο ξενοδοχείο το επόμενο διάστημα Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 2011, τις κρατήσεις των οποίων είχε επιβεβαιώσει η παραπάνω εταιρία.

Κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία (14-9-2011) η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε σε διαταγή του καθού και του παρέδωσε τις αναφερόμενες στο δεύτερο συμφωνητικό υπ' αριθμ. ….και… μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας ... με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης, την 30-4-2012 και 30-11-2012, αντίστοιχα, ποσού 30.000 ευρώ, η κάθε μία και οι οποίες αντιπροσώπευαν την φήμη και πελατεία της πωληθείσας επιχείρησης.

Οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στον ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, στις 4-5-2012, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Για το λόγο αυτό ο καθού ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης υπ' αριθμ. 11/2012 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 60.000 ευρώ.

Αντίγραφο εξ απογράφου της Διαταγής αυτής πληρωμής μετά της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμή, συνολικού ποσού 63.495,38 ευρώ, επιδόθηκε στις 25-7-2012 στην πρώτη ανακόπτουσα, η οποία στη συνέχεια εξόφλησε την φέρουσα ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-11-2012, υπ' αριθμ. 4…2742-4 επιταγή, η οποία και της επιστράφηκε. Με την εκκαλουμένη όμως απόφαση κρίθηκε ότι η πιο πάνω καταβολή θα πρέπει να καταλογισθεί στην πρώτη επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2012 και όχι στην ως άνω επιταγή με φερομένη ημερομηνία έκδοσης 30-11-2012.

Η παραδοχή αυτή της εκκαλουμένης δεν πλήττεται με λόγο έφεσης.... Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ο καθού, πιστώνοντας το προαναφερθέν υπολειπόμενο μέρος του τιμήματος της ως άνω πώλησης επαγγελματικού εξοπλισμού εκ ποσού 71.988 ευρώ και λόγω της αόριστης προθεσμίας της αποπληρωμής του ως άνω τιμήματος, ζήτησε ως πρόσθετη εγγύηση την έκδοση των ένδικων επιταγών, ισχυριζόμενοι δε περαιτέρω ότι, ενώ έχει εξοφληθεί το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, ο καθού δεν τους έχει επιστρέψει και το σώμα της άλλης υπ' αριθμ.

…12741-6 επιταγής αλλά επιχειρεί να το εισπράξει παράνομα. Ο λόγος αυτός της ανακοπής όμως απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν δέχθηκε ότι οι ένδικες επιταγές είχαν εκδοθεί ως εγγύηση για την αποπληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος της πιο πάνω αγοραπωλησίας και η παραδοχή αυτή δεν πλήττεται με άσκηση έφεσης εκ μέρους των ανακοπτόντων.

Περαιτέρω οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι η επιταγή με φερομένη ημερομηνία έκδοσης 30-11-2012 εμφανίσθηκε προς πληρωμή, στις 4-5-2012, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και κατά κατάχρηση δικαιώματος, και επομένως εκ του λόγου αυτού θα έπρεπε να ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής και κατά το έτερο ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια ρητή συμφωνία μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και του καθού η ανακοπή, αφού ο τρίτος ανακόπτων δεν κατέθεσε τίποτα σχετικά κατά την εξέτασή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός των ανακοπτόντων, τον οποίο αρνείται ο καθού η ανακοπή.

Εξάλλου οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ειδικότερα πραγματικά περιστατικά από την βασική σχέση, η οποία υπαγόρευσε την έκδοση των ένδικων επιταγών, και από τα οποία θα προέκυπτε, έστω και τυχόν σιωπηρή συμφωνία περί απαγορεύσεως του δικαιώματος του εκκαλούντος να εμφανίσει την ως άνω επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, πριν από την αναγραφόμενη στο σώμα αυτής ημεροχρονολογία έκδοσής της και κατά συνέπεια δεν προκύπτει ούτε εξ αυτού του λόγου, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του καθού να εμφανίσει την δεύτερη επιταγή πρόωρα, δηλαδή πριν από την φερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως αυτής, αν ληφθεί υπόψη ότι οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται απλώς και μόνο, αορίστως, ότι ο εκκαλών αντισυμβατικά εμφάνισε την επιταγή αυτή προς πληρωμή πριν από την φερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως αυτής, στηρίζοντας μάλιστα την δήθεν συμφωνία τους στον απορριφθέντα με την εκκαλουμένη ισχυρισμό τους ότι οι ένδικες επιταγές εκδόθηκαν προς εγγύηση πληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως της ως άνω επιχειρήσεως.

Άρα νομίμως εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, στις 4-5-2012 ο καθού η ανακοπή και την φερομένη με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2012 επιταγή, όπως είχε δικαίωμα να την εμφανίσει, το γεγονός δε ότι ο καθού, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι και το χρέος των 30.000 ευρώ, στο οποίο αφορά η πιο πάνω επιταγή, έπρεπε να πληρωθεί στις 30-11-2012, δεν απέκλειε την δυνατότητα να εμφανίσει την επιταγή αυτή, νωρίτερα, αν ληφθεί υπόψη: 1) ότι δεν πληρώθηκε και η πρώτη επιταγή, η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή εντός του οκταημέρου μετά την φερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως αυτής, και έτσι αυτός (καθού) είχε το δικαίωμα να εμφανίσει και την δεύτερη επιταγή πριν από την ημερομηνία που αυτή φέρεται ότι εκδόθηκε, προκειμένου να διασφαλίσει τα απορρέοντα από αυτή έννομα συμφέροντά του και 2) ότι η πρώτη ανακόπτουσα δεν ισχυρίσθηκε ότι είχε διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή της ένδικης επιταγής, στο οκταήμερο από τον φερόμενο ως χρόνο έκδοσης της ένδικης επιταγής (πρβλ.

Α.Π. 342/2005 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη ανακόπτουσα δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης της ως άνω επιταγής και ότι ο καθού η ανακοπή ήταν εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο αυτό, συνεπεία της οποίας συμφωνήθηκε να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, μόνο στις 30-11-2012 και όχι και ενωρίτερα, αφού ο τρίτος ανακόπτων, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επίσης ουδέν κατέθεσε περί τούτου.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ούτε η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κατά το πραγματικό χρόνο έκδοσης αυτής ούτε και η γνώση της έλλειψης αυτής εκ μέρους του καθού, με αποτέλεσμα εκ του λόγου αυτού να υπάρξει συμφωνία με την πρώτη ανακόπτουσα, για εμφάνιση της επιταγής μόνο κατά το χρόνο λήξης αυτής, δίχως να υπάρχει ανάγκη να έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων μεταξύ των διαδίκων ότι, αν η πρώτη ανακόπτουσα δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της, τότε μόνο θα μπορούσε ο καθού να εμφανίσει και την δεύτερη επιταγή προς πληρωμή, Έσφαλε επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι ο καθού η ανακοπή, κατά κατάχρηση δικαιώματος εμφάνισε πρόωρα την 48812742-4 επιταγή, δηλαδή πριν από την ημερομηνία που φέρεται ότι εκδόθηκε αυτή και στη συνέχεια, κάνοντας δεκτή την ανακοπή, καθόσον στρέφονταν κατά της διαταγής πληρωμής, ακύρωσε αυτή κατά το ποσό που υπερέβαινε τις 30.000 ευρώ και καθόσον στρέφονταν κατά της, κάτωθι αυτής, επιταγής πληρωμής ακύρωσε αυτή και κατά το ανωτέρω ποσό, αλλά και κατά το ποσό των 30.000 ευρώ, που καταβλήθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, ήτοι ακύρωσε αυτή, κατά το ποσό που υπερέβαινε τις 3.474,89 ευρώ".

Κατόπιν τούτου το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 27-7-2012 ανακοπή των αναιρεσειόντων και τους από 10-1-2013 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά το μέρος που αυτοί ζητούσαν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 11/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, δεχόμενο ωστόσο εν μέρει την ανακοπή, ήτοι μόνο κατά το αίτημα αυτής περί ακυρώσεως της από 25-7-2012 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής για το ποσό που υπερέβαινε τα 33.474,89 ευρώ, επειδή εν τω μεταξύ ο αναιρεσίβλητος συνομολόγησε ότι η 1η αναιρεσείουσα του είχε ήδη καταβάλει μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής ποσό 30.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη της ενστάσεως των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να εμφανίσει προς πληρωμή την επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή πριν από τον αναγραφόμενο χρόνο εκδόσεώς της, αφού κατά τις παραδοχές του δεν υπήρχε συμφωνία με την πρώτη αναιρεσείουσα, για εμφάνιση της επιταγής μόνο κατά τον χρόνο αυτόν.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, για παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ με την απόρριψη από το Εφετείο ως αβάσιμης της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

4. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔικ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών στα πλαίσια έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων συνεπάγεται ότι υπάρχει και συμφωνία περί μη εμφανίσεως αυτών προ της αναγραφομένης ημεροχρονολογίας εκδόσεως, με το να κρίνει αντίθετα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά το χρόνο πραγματικής εκδόσεως των επιταγών. Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στο λόγο αναιρέσεως αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικό επιχείρημα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 5. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Εξ άλλου από τη διατύπωση της ίδιας διατάξεως προκύπτει ότι αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα, θεωρούνται τα κατά τα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή ανώμοτες εξετάσεις των διαδίκων και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 485/2010).

Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, από την ανωτέρω διάταξη, για παραμόρφωση, από το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση: α) του περιεχομένου των πρακτικών που τηρήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας) και της σ' αυτά καταχωρισμένης εξέτασης του αναιρεσιβλήτου ως διαδίκου που περιέχει ομολογία αυτού και β) του δευτέρου από 14-9-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της 1ης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, το μεν είναι απαράδεκτος διότι τα πρακτικά του δικαστηρίου δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, το δε είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιουλίου 2016 αίτηση των: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) Σ. Π. και 3) Ι. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ