Legislator Case Law & Legislation
1620/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on interest calculation error and remands case for final judgment.

Case Number 1620/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding interest calculations on a leather sales contract. The court found the lower court erred by calculating interest from July 1997 instead of January 1998, as argued by the appellant. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remanded for final judgment, and the appellant was ordered to pay the corrected interest amount plus legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 580(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may issue a final judgment after remanding a case if no further substantive review is legally required, and it must correct procedural errors regarding interest periods found in the appealed decision.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Interest Calculation Error Partial Allowance of Appeal Remand for Final Judgment Legal Costs Allocation Contractual Debt Supreme Court Jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 569, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2001
AP 448/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1620 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1620/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Κομνηνό και δήλωσε ότι νομιμοποιεί και τον πληρεξούσιο δικηγόρο που κατέθεσε την αναίρεση.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΕΡΜΑ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΡΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριέττα Γεωργούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3118/2001 μη οριστική, 6191/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 757/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-5-2010 αίτησή του και τους από 2-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 7-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά το κεφάλαιο της περί τόκων, κατά παραδοχή του τρίτου πρόσθετου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων καθώς και των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 6191/2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 17-2-1999 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 1668,10 ευρώ νομιμοτόκως), απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δε, ύστερα από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 48.051,61 ευρώ νομιμοτόκως από 15-7-1997, ως υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος από πώληση δερμάτων. Η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 569, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία, εκτός του αναιρεσείοντος, εστρέφετο και κατά των Κ. Κ., Μ. Κ. και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. & ΥΙΟΣ Ο.Ε", οι οποίοι ερημοδίκησαν, κηρύχθηκε απαράδεκτη ελλείψει νομίμου κλητεύσεως αυτών.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 19 ΚΠολΔικ, προβάλλει ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των ανωτέρω εφεσιβλήτων και παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, είναι αλυσιτελής, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον αυτού, αφού η έφεση του αναιρεσείοντος δεν εστρέφετο κατά των ανωτέρω εφεσιβλήτων [που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη], σε κάθε δε περίπτωση, η αιτίαση αφορά διάταξη της προδικαστικής περί αποδείξεων απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, με το άρθρο 22 ΕΝ, ορίζεται: Οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ'ενός μόνον των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρηση του από την εταιρία για τα προ της αποχωρήσεως του εταιρικά χρέη (ΑΠ 893/2008).

Εξάλλου η παράδοση επιταγής από τον οφειλέτη στον δανειστή δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται "χάριν καταβολής". Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στον δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Δεν αποκλείεται όμως, η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από τον μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν(π.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Την συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 883/2000).

4. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ΕΠΕ η οποία έχει αντικείμενο την επεξεργασία και εμπορία δερμάτων, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησε και παρέδωσε στην εδρεύουσα στον Πειραιά ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Σ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΕ" ποσότητες δερμάτων έναντι του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, των 59.267.045 δραχμών.

Συγκεκριμένα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις πωλήσεως συνήφθησαν μεταξύ της άνω ΕΠΕ ως πωλήτριας και της ΟΕ αυτής από 5/6/1997 έως 14/7/1997και εκδόθηκαν από την πωλήτρια αυτή κατά σειράν τα 628/5-6-1997, 629/6-6-1997, 630/9-6-1997, 637/11-7-1997 και 638/14-7-1997 τιμολόγια πωλήσεως και αντίστοιχα 1259/5-6-1997, 1260/5-6-1997, 1261/9-6-1997, 1286/11-7-1997, 1288/11-7-1997 και 1289/14-7-1997 δελτία αποστολής.

Πλέον τούτων η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην άνω ΟΕ και άλλη ποσότητα δερμάτων για την οποία εξέδωσε το 646/26-9-1997 τιμολόγιο πωλήσεως, περί του οποίου, θα γίνει λόγος κατωτέρω. Οι διαδοχικές αυτές πωλήσεις και οι παραδόσεις των πωληθέντων εμπορευμάτων ομολογήθηκαν πρωτοδίκως από τον εναγόμενο και η δικαστική αυτή ομολογία του αποτελεί πλήρη απόδειξη κατ' αυτού (άρθρο 352 ΚΠολΔικ), αποδεικνύονται δε και από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.

Κατά το χρόνο των άνω διαδοχικών πωλήσεων ο εναγόμενος ήταν ομόρρυθμο μέλος της αγοράστριας ΟΕ και συνεπώς κατ' άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου ενέχεται και αυτός μετ' αυτής προς εξόφληση του τιμήματος εις ολόκληρον, αφού αυτός απεχώρησε από την ΟΕ, ως ο ίδιος ομολογεί, την 10-12-1997 και εισήλθαν στην ΟΕ οι Κ. Κ.

με ποσοστό 98 % και η Μ. χήρα Δ. Κ. κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 2 %. Περαιτέρω όμως, ωσαύτως αποδείχθηκε ότι η άνω αγοράστρια ΟΕ προς εξόφληση των άνω πέντε διαδοχικών πωλήσεων, (διότι μόνον αυτές οι πωλήσεις είναι οι ένδικες και το αιτούμενο ποσό των 16.373.588 δραχμών, φέρεται κατά την αγωγή ως υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, όχι και η τελευταία πώληση περί της οποίας εκδόθηκε το άνω 646/26-9-1997 τιμολόγιο, κατά την σαφή δήλωση της ενάγουσας που περιέχεται στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης) κατέβαλε στην πωλήτρια ενάγουσα τα ακόλουθα ποσά και δη α)την 11-6-1997 το ποσό των 10.000.000 δραχμών, β) την ίδια ημερομηνία (11-6- 1997} το ποσό των 11.400.000 δραχμών, γ) την αυτή ημερομηνία το ποσό των 4.960.600 δραχμών, δ) την 21-7-1997 το ποσό των 11.000.000 δραχμών, ε) την ίδια ημερομηνία το ποσό των 16.373.588 δραχμών και στ) την 21-7-1997 το ποσό των 4.964.430 δραχμών, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες από τον εναγόμενο αποδείξεις πληρωμής και δη αντίστοιχα τις 1564/11-6-1997, 1565/11-6-1997, 1566/11-6-1997, 1702/21-7-1997, 1703/21-7-1997 και 1704/21-7-1997.

Μεταξύ των αποδείξεων πληρωμής καταλέγεται και η 1703/21-7-1999 ποσού 16.373.588 δραχμών. Κατά το σώμα της απόδειξης αυτής, το ποσό των 16.373.588 δραχμών έχει καταβληθεί από την ΟΕ αυτή στην άνω ΕΠΕ. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα το ποσό αυτό είναι ακριβώς το επίδικο. Η απόδειξη αυτή δεν εγκλείει καταβολή του ποσού αυτού δια μετρητών, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, αλλά αφορά πληρωμή δια μεταβιβάσεως από την ΟΕ προς την ενάγουσα δύο τραπεζικών επιταγών, εκδόσεως τρίτης ΑΕ.

Συγκεκριμένα η άνω ΟΕ προς διασφάλιση, ήτοι χάριν καταβολής, μεταβίβασε στην ενάγουσα την υπ' αριθμ. ... και την υπ' αριθμ. ... τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως της ΑΕ "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΕΒΕ-ΝΗΜΑΤΩΝ-ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ", πληρωτέες επί της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας Ελλάδος (Υποκατάστημα Βρυώνη Πειραιά ), αξίας 8.373.588 και 8.000.000 δραχμών αντίστοιχα με ημερομηνίες πληρωμής 4-12-1997 και 31-10-1997, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν και τελικώς κατά συμφωνία της ενάγουσας και του εναγομένου ως και του ήδη ετέρου ομορρύθμου μέλους της ΟΕ Κ.

Κ., επεστράφησαν από την ενάγουσα και ανανεώθηκαν από άλλη τραπεζική επιταγή ισόποση και των δύο. Συγκεκριμένα την 30-12-1997 ο εναγόμενος και Κ. Κ. με σαφή σκοπό ανανεώσεως και κατ' αποδοχή της ενάγουσας, μεταβίβασαν και παρέδωσαν σε αυτήν την 364940501 τραπεζική επιταγή πληρωτέα στο ίδιο Υποκατάστημα της Ιονικής Λαϊκής Τράπεζας Ελλάδος, μεταχρονολογημένη, πληρωτέα στις 14-1-1998, εκδόσεως του νέου ομορρύθμου μέλους της ΟΕ Κ.

Κ. σε διαταγή της ΟΕ αυτής, η οποία δι' οπισθογραφήσεως μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα και η οποία, εμφανισθείσα την ημέρα της πληρωμής, εσφραγίσθη ως ακάλυπτη και στη συνέχεια κατ' αίτηση της ενάγουσας εξεδόθη η 83/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η επιταγή αυτή είναι αξίας 16.373.588 δραχμών, όση και το επίδικο ποσό, το οποίο εισέτι δεν έχει καταβληθεί από την άνω ΟΕ στην ενάγουσα, ενόψει διελκυνστίδος δικών που προκάλεσε η εν λόγω ΟΕ προς ακύρωση της διαταγής αυτής δι' ανακοπών κλπ.

Το γεγονός ότι οι δύο ως άνω επιταγές και κατά ανανέωση η τελευταία, εγκλείει το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα που κατάγεται στην ένδικη δίκη, ενισχύεται από το ότι το ποσό είναι ακριβώς το ίδιο, ο δε εναγόμενος δεν αμφισβητεί ευθέως τούτο, αλλά ο ίδιος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι και διά μεταβιβάσεως επιταγών εξοφλείται το χρέος, γεγονός σαφέστατα δηλωτικό ότι η πληρωμή του επίδικου ποσού δεν έγινε δια μετρητών, προκύπτουσας εν προκειμένω σαφέστατα ομολογίας του κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ.

Ο εναγόμενος δεν αποδίδει άλλη αιτία στην ύπαρξη, μεταβίβαση και μη πληρωμή του ποσού των επιταγών αυτών. Πλέον τούτων τα ανωτέρω ενισχύονται και εκ του λοιπού αποδεικτικού υλικού. Ειδικότερα ο εναγόμενος δια των από 12/2/1998 και 6/2/1998 ανακοπών κατά της διαταγής αυτής πληρωμής δεν προέβαλε ότι το ποσό αυτό η ΟΕ το εξόφλησε ...Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος ως ομόρρυθμο μέλος της άνω οφειλέτριας ΟΕ κατά το χρόνο γενέσεως της οφειλής αυτής ήτοι του ποσού των 16.373.588 δραχμών ως υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος, ενέχεται εις πληρωμήν τούτου στην ενάγουσα ως εις ολόκληρον ευθυνόμενος και δη νομιμοτόκως από της παραδόσεως των ποσοτήτων των πέντε ως άνω τιμολογίων, ήτοι το αργότερο από της 15-7-1997 ..., αφού δεν πιστώθηκε το τίμημα και η ΟΕ ελάμβανε τα ωφελήματα των παραδοθέντων δερμάτων δια περαιτέρω επεξεργασίας και πωλήσεως σε τρίτους ...

Όθεν έσφαλε η εκκαλουμένη, που απέρριψε κατά το μεγαλύτερο μέρος την αγωγή και επιδίκασε το ποσό του τελευταίου τιμολογίου, το οποίο ως μεταγενέστερο δεν κατάγεται στη δίκη.

Συνεπώς πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ'ουσίαν να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Κ. Σ. να καταβάλει στην ενάγουσα ΕΠΕ το ποσό των 48.051,61 ευρώ (ισόποσο των 16.373.588 δραχμών) νομιμοτόκως από 15/7/1997 μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως".

5. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου τις οποίες εφάρμοσε, δεχόμενο ορθά, αφ' ενός μεν ότι ο αναιρεσείων, ως ομόρρυθμος εταίρος, ευθύνεται για την πληρωμή του εταιρικού χρέους, το οποίο γεννήθηκε καθ' ον χρόνο αυτός δεν είχε αποχωρήσει από την ομόρρυθμη εταιρεία "Ε. Σ. και Υιός Ο.Ε", εφόσον, κατά τις παραδοχές του, η παράδοση των πωληθέντων δερμάτων και η συνακόλουθη αυτής υποχρέωση του για την καταβολή του τιμήματος αυτών, συντελέσθηκαν πριν από την αποχώρηση του στις 19-12-1997, αφ' ετέρου δε ότι η παράδοση των δύο αρχικά τραπεζιτικών επιταγών, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ αλλά γίνεται αντί καταβολής και δεν επιφέρει απόσβεση του χρέους. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου ο τρίτος λόγος κατά την αιτίαση του ότι το Εφετείο παραβίασε «α) την αρχή της αναλογικότητας όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, β) την αρχή της ίσης μεταχείρισης των Ελλήνων πολιτών υπό το πρίσμα της παρ.2 του άρθρου 4 του Συντάγματος και γ)της αρχής περί έννομης προστασίας σε όλους τους έλληνες πολίτες» είναι απαράδεκτος, λόγω της προφανούς αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραβίαση.

6. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔικ, εφόσον ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002).

Όταν όμως το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδικότερη μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, εκτός αν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατ' άλλο μέρος, αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση πλημμέλειας κατ' εκτίμηση από την ανωτέρω διάταξη, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση έγγραφα και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθμ. 1195/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία κηρύχθηκε αθώος για χρέος προς το Δημόσιο, β) την από 15-10-2007 έκθεση του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, γ) το από 19-1-2001 με αριθμ.

πρωτ. Φ.900/1/408692/19-1-2001 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Στρατού, δ) το υπ' αριθμ. 90/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ε) το από 10-12-1997 συμφωνητικό αποχωρήσώς του από την εταιρεία "Ε. Σ. και Υιός Ο.Ε" και στ) το από 10-12-1997 συμφωνητικό εκχώρησης εταιρικής μερίδας με την νόμιμη καταχώρηση του στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα αυτά και συνεκτιμήθηκαν με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το ρηθέν μέρος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1202/2009 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του Εφετείου, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται. Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 12 και 16 ΚΠολΔικ, καθώς και ο έκτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 12, 17 και 19 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτοι, εφόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για τη θεμελίωση των πλημμελειών αυτών στοιχεία.

7. Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν αφαίρεσε από το ποσό που επιδίκασε, εκείνο των 3.551,97 ευρώ, που είχε επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος, δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα εκ μέρους του, ενώπιον του Εφετείου.

8. "Πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, νομίμως προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 11/1996).

Ο λόγος αυτός όμως δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, δηλαδή είναι αόριστος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής, διότι δεν ασκεί επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 471 και 477 ΑΚ στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος τρίτος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από την σύμβαση, με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους, ο αναιρεσείων προβάλλει (κατ' εκτίμησιν) ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, που αυτός πρότεινε παραδεκτά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα:

α)ότι ο διαχειριστής και εκπρόσωπος της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας Κ.Κ., με την ιδιότητά του αυτή και κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, παρέδωσε σ' αυτόν και αυτός παρέλαβε τις δύο αρχικά επιταγές αντί καταβολής δηλαδή προς εξόφληση του εκ δραχμών 16.373.5888 υπολοίπου του τιμήματος πωλήσεως και β) ότι κατά την παράδοση στον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης τόσον των δύο πρώτων επιταγών, όσον και αυτής που δόθηκε σε αντικατάσταση τους τελευταίας επιταγής, ο τελευταίος συμφώνησε με τον Κ.

Κ. την υποχρέωση πληρωμής αυτών. Από την επισκόπηση όμως των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος επί της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτός δεν είχε προτείνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους ως άνω, καταλυτικούς του αγωγικού δικαιώματος, ισχυρισμούς του περί καταρτίσεως των σχετικών συμφωνιών.

Συνεπώς το Εφετείο που δεν τους έλαβε υπόψη λόγω της αοριστίας τους, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔικ. Σε κάθε περίπτωση όμως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε με παραδοχές αντίθετες, καθόσον δέχθηκε ότι οι επιταγές παραδόθηκαν αρχικά από την εταιρεία προς διασφάλιση, ήτοι χάριν καταβολής του τιμήματος, εφόσον δε δεν είχαν πληρωθεί, επεστράφησαν από την αναιρεσίβλητη και ανανεώθηκαν με νέα επιταγή, ισόποση των άλλων δύο, η οποία της παραδόθηκε από τον αναιρεσείοντα και τον Κ.Κ.. Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔικ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης, σχετικά με τον πιο πάνω με στοιχείο α'ισχυρισμό της, που διελαμβάνετο στο αγωγικό δικόγραφο, στο δικόγραφο της έφεσής της αλλά και στις πρωτόδικες και στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, είναι αβάσιμος, καθόσον καμμία ομολογία δεν προκύπτει από τα εν λόγω δικόγραφα, που παραδεκτά επισκοπούνται.

9. O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔικ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσείων, να της καταβάλει το ποσό των 16.358.588 δραχμών [αντίστοιχο των 48.051,61 ευρώ που επιδικάστηκε σ' αυτήν με την προσβαλλόμενη απόφαση], με τον νόμιμο τόκο από 15-1-1998.Το Εφετείο όμως, επιδίκασε τόκους επί του αιτηθέντος πιο πάνω ποσού, από τις 15-7-97.

Έτσι υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια αφού επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος όπως βάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο [ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 448/2005].

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, ακολούθως δε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η αγωγή του ενάγοντα και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 48.051,61 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 15-1-1998.Τέλος ο εναγόμενος-αναιρεσείων ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στην μερική δικαστική δαπάνη της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας αλλά και για την παρούσα διαδικασία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ μερικώς την 757/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως κατά της 6191/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την πιο πάνω εκκαλουμένη.

ΔΕΧΕΤΑΙ μερικώς την από 17-2-1999 αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων πενήντα ενός ευρώ και εξήντα ενός λεπτών [48.051,61 ευρώ] με τον νόμιμο τόκο από 15-1-1998.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο, στην μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ