Legislator Case Law & Legislation
1620/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against water utility contract ruling for failure to violate substantive law.

Case Number 1620/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court decision regarding a water supply contract. The appellants argued that the court erred in applying substantive law regarding public utility contracts and implied agreements, while the utility company contended the written form requirement was met. The court rejected these claims, finding no violation of substantive law as the lower court correctly applied relevant statutes without logical gaps.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal under Art. 559(1) is inadmissible if the lower court's application of substantive law rules was correct and free from logical gaps or contradictions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation public utility contracts implied agreement legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 28/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1620 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1620/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Φ., κατοίκου …, 2) Μ. Μ. του Φ., κατοίκου …, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρου Κουτσιλαίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ Ε.ΥΔ.Α.Π.", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Καπλάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5066/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 619/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2009 αίτησή τους και τους από 13/7/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 8/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8 Ιουνίου 2009 αίτησης αναίρεσης και του από 13 Ιουλίου 2009 δικογράφου προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 34/1995 περί κωδικοποιήσεως διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων η (εμπορική) μίσθωση ισχύει για 9 έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο. Στη συνέχεια κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2741/1999, με την οποία αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του άνω Π.Δ.

ορίστηκε ότι, η μίσθωση ισχύει για 12 έτη ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο. Κατά δε το άρθρο 53 παρ. 2 του ίδιου Δ/τος (αρθρ. 8 παρ. 6 Ν. 2041/1992 ) μισθώσεις που παρατείνονται όπως και κάθε ισχύουσα σύμβαση, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία των μερών, υπόκεινται σε αναπροσαρμογή του μισθώματος σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 7 του παρόντος και μέσα στα όρια της προηγουμένης παραγράφου του.

Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2041/1992, αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 71 παρ. 1 Ν. 2065/1992 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 2235/1994, και ήδη μετά την κωδικοποίηση τέθηκε ως παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ/τος 34/1995, το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος και ορίζεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως όχι κατώτερο του έξι τοις εκατό (6%) της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του τέσσερα τοις εκατό (4%) και, στις περιπτώσεις που δεν ισχύει το σύστημα αυτό, της αγοραίας αξίας τους, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση και οι οποίοι πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβατικός όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος ισχύει, είτε συνομολογήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παραπάνω ν. 2041/1992, ήτοι την 1.5.1992, με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, του αρθρ. 4 του ν. 1598/1986, αρθρ. 10 του ν. 1738/1987, άρθ. 1 ν. 1861/1989 και αρθρ. 6 § 1 του ν. 1848/1990, είτε μετά την έναρξη ισχύος του. Η παραπάνω σταδιακή αναπροσαρμογή ισχύει και για το χρόνο της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, εκτός αν αυτή έχει αποκλειστεί συμβατικά, ή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα (Ολ. ΑΠ 9/92).

Συνεπώς αν υπάρχει συμβατική πρόβλεψη για αναπροσαρμογή του μισθώματος σταδιακή ή κατ' άλλο τρόπο, υποχωρεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 §§ 2, 3 του άνω π.δ/τος, για τον προσδιορισμό του μισθώματος βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και περαιτέρω, κατ' έτος αναπροσαρμογή στο 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, με τη διευκρίνιση ότι, η συνομολόγηση συμφωνίας αποκλεισμού της σταδιακής αναπροσαρμογής, κατά το χρόνο αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, πρέπει να συνάγεται σαφώς (ΑΠ 871 και 177/2003).

Περαιτέρω μόνες οι συμφωνίες για παράταση της μίσθωσης και αναπροσαρμογή του μισθώματος δεν περιλαμβάνουν και σύντμηση της διάρκειας της μίσθωσης και την κατάρτιση νέας μίσθωσης. Αυτές οι συμφωνίες, οι οποίες στην πράξη καταρτίζονται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361 Α.Κ. και 45 του Π.Δ. 34/1995 λίγο πριν ή αμέσως μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, τροποποιούν συνήθως μόνο το συμβατικό χρόνο της μίσθωσης και αναπροσαρμόζουν το μίσθωμα.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 650 § 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την άνω ειδική διαδικασία, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, συνάγεται ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία δεν ισχύει ο συμβατικός αποκλεισμός των αποδεικτικών μέσων, όπως η συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση της συμβάσεως θα αποδεικνύεται εγγράφως.

Έτσι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα επιτρεπόμενα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τη σιωπηρή συμφωνία παραιτήσεως από όρο της συμβάσεως περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, για την τροποποίηση του οποίου έχει ορισθεί με τη σύμβαση της μισθώσεως σαν αποδεικτικός τύπος το έγγραφο (Α.Π. 383/2007).

Τέλος αν η εμπορική μίσθωση συνεχισθεί και μετά την πάροδο του νόμιμου χρόνου 16ετίας, και μετατραπεί σε αόριστου χρόνου κατ' αρθρ. 611 Α.Κ., τότε η αυτή δεν μετατρέπεται σε μίσθωση του Αστικού Κώδικα αλλά εξακολουθεί να διέπεται από το π.δ. 34/1995, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν τη διάρκεια της και εκείνες που συνδέονται με αυτή (τη διάρκεια).

Έτσι, εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν την αναπροσαρμογή του μισθώματος, την παραχώρηση χρήσης, τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, την παραγραφή, τα δικονομικά θέματα και την αναστολή εκτέλεσης εξωστικής απόφασης (Α.Π. 1349/2006). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ' αρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτουν τ' ακόλουθα: Στην υπό κρίση αγωγή οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με το από 19-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό έχουν εκμισθώσει στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (Ε.ΥΔ.Α.Π.) το περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο, που βρίσκεται στην Νίκαια, για την εγκατάσταση των γραφείων της, για χρονικό διάστημα δυο ετών, ήτοι από 20-5-1993 έως 19-5-1995.

Ότι, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 2 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, τον οποίο παραθέτουν αυτούσιο στην αγωγή το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 870.000 δραχμών για το πρώτο μισθωτικό έτος και ότι "Μετά την παρέλευση του πρώτου μισθωτικού έτους το παραπάνω μίσθωμα αυξάνεται κατά ποσοστό 12%". Ότι η μίσθωση έχει παραταθεί αναγκαστικά, κατά το άρθρο 5 π.δ/τος 34/1995, η δε αναιρεσίβλητη μετά τη λήξη του χρόνου της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, καταβάλει την αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 πρ. 3 π.δ/τος 34/1995 αρνούμενη, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, αλλά και τον νόμο, να τους καταβάλει τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του μισθώματος, ποσοστού 12%, παρά το ότι ο σχετικός όρος της μισθώσεως ισχύει και κατά τον χρόνο της αναγκαστικής παρατάσεως, αφού δεν έχει αποκλειστεί ρητώς από τη σύμβαση μισθώσεως.

Με το ιστορικό αυτό ζητούν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη μισθώτρια, να τους καταβάλει συμμέτρως το συνολικό ποσό των 195.580,35 € νομιμοτόκως για τις καθυστερούμενες διαφορές μισθωμάτων που προκύπτουν μεταξύ του καταβαλλόμενου με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 7 π.δ/τος 34/1995 και του οφειλόμενου με βάση τον όρο περί αναπροσαρμογής του, κατά 12% ετησίως, και οι οποίες ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 20-5-1995 έως 19-5-2005.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς που δίκασε σε πρώτο βαθμό απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη, γιατί υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν υπήρχε μόνο ένα στάδιο χρονικό συμβατικής αναπροσαρμογής που δεν δικαιολογεί τη ρήτρα συμβατικής αναπροσαρμογής που θα μπορούσε να ισχύσει και για τα υπόλοιπα χρόνια της αναγκαστικής παράτασης.

Το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας επί της ουσίας την ένδικη αγωγή, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με τις ακόλουθες παραδοχές. "Με το από 19-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εκμίσθωσαν στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ, Ε.ΥΔ.Α.Π" δύο συνεχόμενα ισόγεια καταστήματα, έκαστο 84,735 τ.μ και δύο αποθήκες του υπογείου ορόφου, έκαστη 84,755 τ.μ.

και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, που βρίσκονται σε πολυόροφη οικοδομή κειμένη επί της οδού … του Δήμου Νίκαιας Αττικής, ως επαγγελματική της στέγη, σύμφωνα με το ν. 813/1978 για την εγκατάσταση γραφείων και χώρων συναλλαγής με τους πελάτες της. Η διάρκεια της μίσθωσης των ενοποιηθέντων μισθίων ορίσθηκε διετής, με συμβατικό χρόνο λήξης αυτής στις 19-5-1995.

Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος (20-5-1993 έως 19-5-1994) στις 870.000 δραχμές και μετά την παρέλευση αυτού ότι θα αυξηθεί κατά 12%. Μετά τη συμβατική της λήξη στις 19-5-1995 η μίσθωση παρατάθηκε αυτοδικαίως, ως εμπορική κατά τις διατάξεις των νόμων περί παρατάσεως των εμπορικών μισθώσεων.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της μισθώτριας εταιρίας με την υπ'αριθ. 9549/15-6-1995 απόφαση του ενέκρινε την παράταση της επίδικης μισθώσεως για μία τετραετία και, κρίνοντας ότι στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων, για τον επέκεινα χρόνο, καμιά συμφωνία αναπροσαρμογής, αποφάσισε ότι η για τα επόμενα χρόνια αναπροσαρμογή του μισθώματος θα ανέρχεται στο 75% του τιμαρίθμου κόστους ζωής, που καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα μήνες, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κωδικοποιημένου π.δ. 34/1995. Η μισθώτρια εταιρία ανακοίνωσε στους εκμισθωτές την ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της και οι τελευταίοι συμφώνησαν άτυπα αφενός με την παράταση της μισθώσεως και αφετέρου με την αναπροσαρμογή του τότε καταβληθέντος μισθώματος στο 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό είχε καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους 12 μήνες.

Κατόπιν αυτής της πρόσθετης συμφωνίας η μισθώτρια εταιρία συνέχισε να χρησιμοποιεί ανενόχλητα τα ενοποιηθέντα μίσθια, όπως και προηγουμένως, καταβάλλοντος έκτοτε το μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο, κατ' έτος, στο 75% του ετήσιου τιμάριθμου, όπως συνομολογούν οι εκμισθωτές. Με την ως άνω πρόσθετη από τέλη Ιουνίου 1995 συμφωνία των διαδίκων, τροποποιήθηκε εγκύρως η αρχική από 19-5-1993 μισθωτική σύμβαση κατά τα αφορώντα τη διάρκεια της μίσθωσης και την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος, με ισχύοντες τους έως τότε λοιπούς όρους του μισθωτηρίου, εκτός του όρου που επιβάλλει την απόδειξη των τροποποιήσεων μόνο με έγγραφο, που όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως και αυτός τροποποιήθηκε.

Άλλωστε, στην προκειμένη μισθωτική διαδικασία δεν ισχύει ο συμβατικός αποκλεισμός των αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και η εν λόγω συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασης θα αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρο 650 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 693/1997 Ελλ.Δνη 39.90) και συνεπώς δεν υφίσταται νομική δυνατότητα περιορισμού του Δικαστηρίου ως προς τα μέσα απόδειξης βάσει των οποίων θα διαμορφωθεί η κρίση του (Β.

Βαθρακοκοίλης: Κ.Πολ.Δ, υπ' αρθρ. 650, αριθμ 6). Με την συμφωνία αυτή των διαδίκων η μισθώτρια άρχισε να καταβάλλει από 20-5-1995 ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος, ανερχομένη στο 75% του τιμαρίθμου κόστους ζωής και υπολογιζόμενη επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγουμένου μισθωτικού έτους, χωρίς οι τελούντες σε γνώση αυτής της συμφωνηθείσης καταβολής του μισθώματος ενάγοντας-εκμισθωτές να εναντιωθούν σ'αυτήν μέχρι τις 5-11-2004, που κοινοποίησαν στην εναγομένη την από 14-10-2004 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτύροντο για την κατ' αυτούς ελλιπή αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, αβασίμως όμως κατά τα παραπάνω, που αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο.

Εφόσον, λοιπόν, έγινε η ως άνω συμφωνία αναπροσαρμογής μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμη η αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος, που ζητείται, με τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 7 π.δ. 34/1995 και η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη" Το Εφετείο με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις επί της ουσίας την αγωγή των αναιρεσειόντων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 του Α.Κ.

και 5 § 1 και 2 εδ. α' του ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2041/1992, και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 και 3 του ίδιου Π.Δ/τος, καθ' όσον τ' ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, για την συμφωνημένη κατάργηση της συμφωνίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, που ίσχυσε κατά το αρχικό στάδιο της συμβατικής διάρκειας και την εν συνεχεία με την ίδια μεταγενέστερη συμφωνία κατάργηση της και καθορισμό τρόπου συμφωνημένης αναπροσαρμογής για το χρόνο αναγκαστικής παράτασης, δικαιολογούν την απόρριψην κατ' ουσίαν της ένδικης αγωγής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. Εξ άλλου, ναι μεν στις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης περιλαμβάνεται και εκείνη με την οποία έκρινε το Εφετείο ότι κατά τον προαναφερθέντα χρόνο της αναγκαστικής παράτασης μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας (στις 19-5-1995), με την ίδια πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων της 15-6-1995 ανανεώθηκε κατά το άρθρο 611 του Α.Κ.

για αόριστο χρόνο η ένδικη μίσθωση, κατά το άρθρο 611 του Α.Κ.. Η ουσιαστική όμως αυτή παραδοχή, που δεν ήταν αναγκαία για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καίτοι εσφαλμένη νομικά, ως αφορούσα στην πραγματικότητα συμφωνία παράτασης του συμβατικού χρόνου, και όχι συμφωνία αναμίσθωσης, που δεν ήταν νομικά νοητή στο χρονικό εκείνο σημείο μετά την έναρξη της αναγκαστικής παράτασης και πριν από τη λήξη της, αλλά αποτελούσε συμφωνημένη παράταση, όπως ορθά νομικά χαρακτηρίστηκε αρχικά και στην προσβαλλόμενη, δεν στηρίζει λυσιτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης, ούτε αφορά περιστατικά που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 611 του Α.Κ. κρίνονται αβάσιμα ως στηριζόμενα σε εσφαλμένη νομικά και αλυσιτελή προϋπόθεση, που δε στηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης.

Εξ άλλου κρίνεται αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 160, 164 Α.Κ., 34, 39 και 40 του ΣΙΒ/1852 περί Δημοσίου Λογιστικού, 1 § 1, 25 και 29 του ν. 1068/1980, 20 § 1 του ν. 1069/1980, 1 § 1 και 9 του ν. 2744/1999 περί του νομικού καθεστώτος της ΕΥΔΑΠ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, με την ουσιαστική παραδοχή της σιωπηρής καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων της πιο πάνω συμφωνίας παράτασης με την αποστολή της υπ' αριθ. 9549/15-6-1995 απόφασης του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης και την άτυπη αποδοχή του περιεχομένου της από τους αναιρεσείοντες, αφού από τις προαναφερθείσες ειδικές διατάξεις, πλην εκείνων του Α.Κ., δεν καθιερώνεται ειδικό νομικό καθεστώς παραπομπής σε ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί δημοσίου λογιστικού για τις συμβάσεις που καταρτίζει η Ε.ΥΔ.Α.Π.

ειδικά δε για τις μισθώσεις ακινήτων για τις ανάγκες των υπηρεσιών της, ώστε να είναι αναγκαία η τήρηση του έγγραφου τύπου. Τέλος κρίνεται αβάσιμος και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που έχει σχέση με την εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28, 29 και 30 του Π.Δ 19/19-11-1932 "περί Στεγάσεως Δημοσίων Υπηρεσιών", όπως ισχύουν μετά το άρθρο 1 του α•ν. 1120/1938 και κωδικοποιήθηκαν με τον α.ν. 1540/1938, που δεν ήταν όμως εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις (πλην της προαναφερθείσας σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό της αναμίσθωσης που στερείται όμως ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης) και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361 του Α.Κ. , 5 § 1 και 2 του Π.Δ. 34/1995 τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το από 13-7-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης. (αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2009 αίτηση αναίρεσης και το από 13-7-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ'αριθ.619/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ