1620/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3909/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5594/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1620/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β. Η διαγραφή μέλους γίνεται με κοινή απόφαση του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, στην περίπτωση (αα) της παραγράφου αυτής. Στις περιπτώσεις αβ, αγ, και αδ γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του οικοδομικού συνεταιρισμού μετά από αιτιολογημένη πρόταση του διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1620 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1620/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σταμούλη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αστικού Συνεταιρισμούς Υπαλλήλων και Συνταξιούχων ΣΕΚ και Κλιναμαξών με την επωνυμία "Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Συν. Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοσμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3909/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5594/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1667/1986 "Αστικοί συνεταιρισμοί κλπ.", που ισχύει από τις 6.12.1986 και κατήργησε την ισχύ του ν. 602/ 1915 "Περί συνεταιρισμών" (άρθ. 20 και 17 παρ. 3 αυτού αντιστοίχως), καθορίζεται η έννοια του αστικού συνεταιρισμού, ενώ με το άρθρο 17 παρ. 4 ορίζεται ότι οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί διέπονται και από την ισχύουσα γι' αυτούς νομοθεσία.
Το Π.Δ. 93/9/16.4.1987 "Αναμόρφωση και ενοποίηση της νομοθεσίας για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, τρόπος οργάνωσης, ....κλπ.", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 42 του ν. 1337/1983, και κατά ρητή διάταξη του οποίου (άρθρ. 22 παρ. 1) η ισχύς του καταλαμβάνει και τους ήδη υπάρχοντες οικοδομικούς συνεταιρισμούς, στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 2 και 4 ορίζει αντιστοίχως ότι "Οικοδομικός συνεταιρισμός είναι κάθε συνεταιρισμός που έχει από το Καταστατικό του αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση για τα μέλη του κατοικιών σε αστικές ή παραθεριστικές περιοχές....", "Αστικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί είναι:
α) Οι συνεταιρισμοί που έχουν σκοπό να αποκτήσουν τα μέλη τους κύρια κατοικία...." την οποία μπορούν να εξασφαλίσουν "α)..β) με διανομή αυτοτελών οικοπέδων για την ανέγερση κατοικιών από τα μέλη, γ)...δ)....". Με τη διάταξη της παρ. 4α του άρθρου 6 - παρόμοιου περιεχομένου προς εκείνη του άρθρου 11 του καταργηθέντος Ν. 602/1915 - ορίζεται ότι "Οι σχέσεις ανάμεσα στο συνεταιρισμό και τα μέλη του διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος ΠΔ/τος και του Καταστατικού.
Οι διατάξεις του εμπορικού και αστικού δικαίου εφαρμόζονται συμπληρωματικά για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται με το Δ/γμα αυτό", περαιτέρω δε [παρ. 4 β και γ] και ότι τα μέλη υποχρεούνται να προασπίζονται και να εξυπηρετούν τα συμφέροντα του συνεταιρισμού και να μην προβαίνουν σε πράξεις που να βλάπτουν τα συμφέροντά του, και ότι η ιδιότητα του μέλους συνεπάγεται την υποχρέωση συμμετοχής και συνεργασίας στη λειτουργία και τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού.
Το ίδιο ως άνω ΠΔ 93/1987 στο άρθ. 6 παρ. 6 στ. α΄ ορίζει ότι η διαγραφή μέλους του συνεταιρισμού γίνεται στις εξής περιπτώσεις: αα)..... αβ)....) αγ) όταν καθυστερεί την καταβολή της συνεταιρικής μερίδας που οφείλει ή μέρος αυτής ή συνδρομή ή άλλη εισφορά για χρόνο μεγαλύτερο από έξι (6) μήνες. Ένα μήνα πριν τη λήξη των έξι (6) μηνών ο συνεταιρισμός υποχρεούται να γνωστοποιήσει με συστημένη επιστολή του στο μέλος τη λήξη της προθεσμίας καθώς και τις επιβαλλόμενες από το παρόν Π.Δ/μα και το καταστατικό κυρώσεις.
β. Η διαγραφή μέλους γίνεται με κοινή απόφαση του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου του συνεταιρισμού, στην περίπτωση (αα) της παραγράφου αυτής. Στις περιπτώσεις αβ, αγ, και αδ γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του οικοδομικού συνεταιρισμού μετά από αιτιολογημένη πρόταση του διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη λήψη αποφάσεως διαγραφής είναι να έχει κληθεί κατά τις γενικές διατάξεις το υπό διαγραφή μέλος προς απολογία και παροχή εξηγήσεων ενώπιον του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου ..... Εάν σε διάστημα ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της απόφασης για τη διαγραφή του αυτός δεν προσφύγει αρμοδίως κατά της απόφασης αυτής, τότε ο συνεταιρισμός προβαίνει σε αντικατάστασή του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 8 του παρόντος".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, που ορίζει "όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της", θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της αποφάσεως που καταδικάζει σε δήλωση βουλήσεως τον οφειλέτη.
Προϋπόθεση είναι αφ' ενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφ' ετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απ' ευθείας από το νόμο.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το μέλος οικοδομικού συνεταιρισμού που σκοπό έχει την οικιστική αποκατάσταση των μελών του δια της διανομής οικοπέδων δικαιούται μετά την κλήρωση να αξιώσει, κατά τους όρους του καταστατικού του συνεταιρισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 949 ΚΠολΔ, τη μεταβίβαση σ' αυτόν της κυριότητας του κληρωθέντος ακινήτου.
Τούτο όμως υπό την προϋπόθεση ότι κατά την ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος, δηλαδή κατά την άσκηση της σχετικής αγωγής, δεν έχει απωλέσει την ιδιότητα του μέλους, λόγω διαγραφής του κατά τους όρους του καταστατικού του συνεταιρισμού και των διατάξεων του προαναφερόμενου ΠΔ 93/1987, διότι η απώλεια της ιδιότητάς του αυτής έχει ως επακόλουθο την απώλεια του δικαιώματος να αποκτήσει την εν λόγω συνεταιριστική παροχή.
Τέλος, ο κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει, όταν υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου που εκφράζεται είτε με την ψευδή ερμηνεία είτε με την κακή εφαρμογή του κανόνα που αποτέλεσε τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3, 7, 8 και 27 του καταστατικού του εναγόμενου συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ - Σ.Ε.Κ.
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ", α) σκοπός αυτού είναι η απόκτηση από τα μέλη του οικίας ή κατοικίας ή οικοπέδου και η βελτίωση των κοινόχρηστων χώρων των οικοπέδων, β) μέλη του είναι μόνιμοι υπάλληλοι των Σ.Ε.Κ. και των κλιναμαξών σιδηροδρόμων, καθώς και οι συνταξιούχοι των ως άνω κατηγοριών, γ) ο συνεταίρος όταν καθυστερεί, πέραν του τριμήνου, την καταβολή της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσεως εκπίπτει από τα δικαιώματα του στα ακίνητα με απόφαση του προέδρου πρωτοδικών μετά από αίτηση του συνεταιρισμού, δ) ο διαγραφείς συνεταίρος αποκλείεται από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως της διαγραφής του, που γίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες από τη λήψη της αποφάσεως για τη διαγραφή, να συμμετέχει στη γενική συνέλευση του συνεταιρισμού.
Ο συνεταίρος, που εξέρχεται από το συνεταιρισμό για οποιοδήποτε λόγο, δεν έχει κανένα δικαίωμα στην υπόλοιπη περιουσία του συνεταιρισμού, και ε) τα ζητήματα, που δεν προβλέπονται ειδικώς από το καταστατικό, κανονίζονται από τη γενική συνέλευση, εφόσον δεν προβλέπει για αυτά ο ν. 602 "περί συνεταιρισμών".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι "Η ενάγουσα από το έτος 1964 έγινε μέλος του εναγόμενου συνεταιρισμού, ο οποίος στα πλαίσια πραγματοποιήσεως του σκοπού του, αγόρασε από τους α) ........... με το ........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Κτενά και β) ......... και ....... με το ......... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 203.117 τμ., που βρίσκεται στη θέση "........." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κερατέας Αττικής.
Αφού έγινε κατάτμηση της εκτάσεως αυτής σε οικόπεδα, συνήλθε στις 6-7-1980 η γενική συνέλευση του εναγομένου με μοναδικό θέμα "κλήρωσις οικιστικής θέσεως μεταξύ δικαιούχων συνεταίρων εις έκτασιν συνεταιρισμού εν θέσει.......... περιοχής Δήμου Κερατέας Αττικής". Σε αυτή τη γενική συνέλευση, ως δικαιούχος, έλαβε μέρος, μεταξύ άλλων και η ενάγουσα.
Όπως δε προκύπτει από το πρακτικό της γενικής συνελεύσεως ........., στην ενάγουσα έλαχε η οικιστική θέση με αριθμό..... και όχι η με αριθμό ....., για την οποία με [το χωρίς ημερομηνία] έγγραφο του ο εναγόμενος της ανακοίνωσε ότι κληρώθηκε, δεδομένου ότι η οικιστική θέση...... έλαχε στη συνεταίρο ............ Το αποτέλεσμα αυτό της κληρώσεως εγκρίθηκε ομοφώνως από όλους τους συνεταίρους, δηλαδή και την ενάγουσα.
Από τότε όμως η ενάγουσα έπαυσε να συμμετέχει ενεργώς στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού και στην έναντι αυτού εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος της απέστειλε το ........ έγγραφο του διοικητικού συμβουλίου, με το οποίο της γνωστοποιούσε οφειλές της από συνδρομές των ετών 1981-1985 συνολικού ύψους 6.600 δραχμών και εισφορές αξιοποιήσεως της εκτάσεως ύψους 36.000 δραχμών.
Με το ίδιο έγγραφο επισημαινόταν στην ενάγουσα ότι η περαιτέρω καθυστέρηση εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της θα είχε ως συνέπεια τη διαγραφή της. Η επιστολή αυτή, μαζί με την από 29-10-1986 γενική ανακοίνωση του συνεταιρισμού, απεστάλη στη διεύθυνση που είχε γνωστοποιήσει η ενάγουσα, με συστημένη επιστολή, η οποία όμως επεστράφη "ως ανεπίδοτη λόγω μετοικήσεως".
Στις 27-6-1987 συνήλθε η γενική συνέλευση του εναγομένου, η οποία, μεταξύ άλλων, α) αποφάσισε ομοφώνως ότι το τίμημα που πρέπει κάθε συνεταίρος να καταβάλει κατά τη μεταβίβαση σε αυτόν του λαχόντος οικοπέδου, προσδιορίζεται σε 600.000 δραχμές και καθορίζεται ο τρόπος τμηματικής καταβολής του, και β) ενέκρινε την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για διαγραφή δεκαέξι "ασυνεπών συνεταίρων", μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας.
Η τελευταία με την από 30-10-1995 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την ακύρωση της περί τη διαγραφή της ως άνω αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως του εναγομένου. Με την 2854/1996 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου απερρίφθη η αγωγή της ενάγουσας, η δε απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως της ενάγουσας με την 5633/1997 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και την απόρριψη της κατά της τελευταίας αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως με την 1083/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επομένως, η ενάγουσα δεν έχει ενεργό και επιδιώξιμο δικαίωμα για μεταβίβαση του λαχόντος σ' αυτήν οικοπέδου, είτε του ...... που την ειδοποίησε ο εναγόμενος ότι της έλαχε, είτε του........ που αναφέρεται στο πρακτικό ......... της γενικής συνελεύσεως του εναγομένου, γιατί κατά τον χρόνο της διαγραφής της δεν είχε εξοφλήσει τις ως άνω οφειλές της από συνδρομές και εισφορές αξιοποιήσεως της εκτάσεως".
Κατ' ακολουθία δε τούτων απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε την καταδίκη του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του λαχόντος σ' αυτή...... οικοπέδου ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο, ήτοι τη διάταξη του άρθρου 11 του καταργηθέντος, κατά προεκτέθεντα, Ν. 206/1915, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 949 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατά το μέρος που ανάγουν την εκβιαζόμενη δήλωση βουλήσεως σε περιεχόμενο παροχής προς την ενάγουσα είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες περί των κρίσιμων εν προκειμένω ζητημάτων, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, είχε εκπέσει του δικαιώματος που άσκησε με την αγωγή της, διότι ήδη πριν την άσκησή της είχε διαγραφεί από μέλος του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού κατά τους όρους και προϋποθέσεις του νόμου και του κανονισμού.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 5594/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ