Legislator Case Law & Legislation
161/2026 AI generated

161/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

161/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
silent majority advisory vote political majority protection of the decision-making process equality of votes predominantly political decision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 161 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ - ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ", που εδρεύει στην Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ Ν.Ε. ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ", που εδρεύει στην Ζάκυνθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χιωτέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τη από 28/12/2016 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4108/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/11/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1182/2021). Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...2021, ...2021 και ...2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Δ. Γ. του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Ζακύνθου και Δ. Γ. του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24.11.2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την 5.12.2022, οπότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Όμως αυτές δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 103/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), με την οποία έγιναν δεκτές τυπικά και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 15-2-2018 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας-ενάγουσας και η από 12.2.2018 έφεση των αναιρεσιβλήτων - αντεναγόντων και επικυρώθηκε η υπ' αριθ. 4108/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 28.12.2015 αγωγή της αναιρεσείουσας -ενάγουσας και η από 28.12.2016 ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων-αντεναγόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 550/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, τον πέμπτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του και τον έκτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα και δη α) το απόσπασμα του ημερολογίου του πλοίου στο οποίο αναφέρεται ότι την προηγούμενη της βλάβης είχε χορηγηθεί ρεπό, β) την από 19-2-2019 έκθεση των ορκωτών Ελεγκτών της εταιρείας ...

και γ) την από 20-3-2014 έκθεση εργασιών της εταιρείας ... Από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη: "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκειμένου απ' όσα δεν οδηγούν σε άμεση απόδειξη να συναχθούν δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά.", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, ενόψει και της ειδικής αναφοράς σ' αυτά στα φύλλα 26 και 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Πρέπει δε, η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχθηκε, αποκλειστικά, ή, κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν, όμως, το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005).

Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικού περιστατικού από εκείνα, που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005). Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ό,τι θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (ΟλΑΠ 1/1999).

Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 1962/2022, ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 366/2021, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 31/1997, ΑΠ 22/2018, ΑΠ 25/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ημερολογίου πλοίου, καθώς δεν ανέγνωσε την εγγραφή του ημερολογίου χορήγηση ΡΕΠΟ της προηγούμενης ημέρας και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αυθαίρετα διέκοψε τα δρομολόγια πριν την 21.10.2013.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο του εγγράφου "αυτολεξεί", ούτε το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016). Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 37/2021, 355/2020, 1165/2019, 881/2019, 1658/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο και τον πέμπτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ δεχόμενο εσφαλμένα ότι: α) οι ουσιώδεις και οι σημαντικές αποφάσεις της Κοινοπραξίας νομοτύπως λαμβάνονταν με την πλειοψηφία των 4/5 βάσει του από ....2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ αν ερμήνευε ορθά την εν λόγω σύμβαση θα κατέληγε στο πόρισμα ότι έχει εφαρμογή το από ....2011 κοινοπρακτικό, στο οποίο προβλέπεται για την λήψη των ως άνω αποφάσεων ομοφωνία και β) το ποσό των 251.689,52 ευρώ για έξοδα και υπερωρίες με το οποίο επιβαρύνθηκε η αναιρεσείουσα δεν υπερβαίνει το πλαφόν των 180.000 και 100.000 ευρώ αντίστοιχα και δεν υφίσταται των όρων του από ....2013 κοινοπρακτικού που να δικαιολογεί κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, ενώ αν ερμήνευε ορθά την σύμβαση θα κατέληγε στο πόρισμα ότι τα ποσά των 180.000 και 100.000 ευρώ αντίστοιχα για έξοδα και υπερωρίες περιορίζοντα αναλογικά για το χρονικό διάστημα από 11.2.2013 έως 31.10.2013.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε, τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των εκπροσώπων των μελών της κοινοπραξίας επί των προαναφερθέντων ζητημάτων, που επισημαίνονται ενδεικτικά στο αγωγικό δικόγραφο, ως σημαντικές και ουσιώδεις, έπρεπε να ληφθούν με ομοφωνία των παραστάντων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 10 παρ.

Γ' του από ....2011 κοινοπρακτικού, οι όροι του οποίου ρητά ορίσθηκαν "κατά τα λοιπά" εφαρμοστέοι και στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία, για τη λήψη τέτοιου είδους αποφάσεων, και όχι με πλειοψηφία των 4/5, όπως συνέβη εν προκειμένω, απορριπτέος τυγχάνει ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο διότι, και εάν ακόμη ήθελε υποτεθεί αληθές ότι οι αποφάσεις αυτές πράγματι λήφθηκαν με την ως άνω πλειοψηφία, είτε με την παρουσία εκπροσώπου της ενάγουσας, είτε χωρίς να παρίσταται εκπρόσωπός της, από μόνη την επισκόπηση του άρθρου 9 του από ...2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις των εκπροσώπων της Κοινοπραξίας θα λαμβάνονται με πλειοψηφία των 4/5 των ψήφων (μία ψήφος ανά πλοίο)" συνάγεται με σαφήνεια και πέραν πάσης αμφιβολίας το συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι βούληση των σ' αυτό συμβαλλομένων, ήδη τότε μελών της κοινοπραξίας, ήταν με την είσοδο σ' αυτήν του νέου μέλους (της ενάγουσας), να τροποποιηθεί, και να ρυθμίζεται στο εξής διαφορετικά ο τρόπος λήψης των αποφάσεων του οργάνου διοίκησής της, σε σχέση με τον προβλεπόμενο στο προγενέστερο συμφωνητικό (τρόπο), η επ' αυτού (αυστηρότερη) ρύθμιση του οποίου έπαυσε, επομένως, έκτοτε να ισχύει, αντικατασταθείσα στο σύνολό της από τη νεότερη (και ευχερέστερη να επιτευχθεί) ρύθμιση επί του θέματος αυτού, ούτως ώστε να μην απαιτείται πλέον οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των εκπροσώπων των μελών της κοινοπραξίας, ακόμη και οι ουσιώδεις και σημαντικές, να λαμβάνονται με ομοφωνία, αλλά να αρκεί προς τούτο η πλειοψηφία των 4/5, ενώ το προγενέστερο συμφωνητικό ορίσθηκε εφαρμοστέο προφανώς επί των θεμάτων της λειτουργίας της κοινοπραξίας, που δε ρυθμίζονταν διαφορετικά και ειδικά από το νεότερο συμφωνητικό, εξ ου και η προσθήκη σ' αυτό της φράσης "κατά τα λοιπά" στον όρο, που αναφέρεται στην εφαρμογή και στις σχέσεις των σ' αυτό συμβαλλομένων των ρυθμίσεων του από ....2011 συμφωνητικού.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επίσης δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι δεν παραβιάσθηκαν από τις εναγόμενες οι προαναφερθέντες όροι του από ...2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, ώστε να συντρέχει εξ αυτού του λόγου περίπτωση κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας υπέρ της ενάγουσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ανωτέρω με τους τρίτο και τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων.

Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενες ενέχονται σε καταβολή του ποσού της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, διότι παρέβησαν τα άρθρα 1, 2 και 12 του από ...2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εισόδου της στην κοινοπραξία, σύμφωνα με τα οποία η επιβάρυνσή της σε ετήσια βάση με τα έξοδα της κοινοπραξίας, καθώς και με τις αμοιβές των μελών των πληρωμάτων των πλοίων των μελών της για υπερωριακή τους απασχόληση, δε θα υπερβεί το ποσό των 180.000 ευρώ και το ποσό των 100.000 ευρώ, ποσά, τα οποία ειδικά για τη χρονική περίοδο από της έναρξης ισχύος του συμφωνητικού έως τις 31.10.2013 "θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα", ενώ εν προκειμένω αντισυμβατικά παρακρατήθηκαν για τις αιτίες αυτές μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, υπολογιζομένων των ποσών, με τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της θα έπρεπε να επιβαρυνθεί, διά της αναγωγής των ποσών των 180.000 και των 100.000 ευρώ στο χρονικό διάστημα των 250 ημερών, κατά το οποίο εκτέλεσε δρομολόγια με το πλοίο της ως μέλος της κοινοπραξίας.

Ειδικότερα διαιρείται στην αγωγή το συνολικό ποσό των 280.000 ευρώ, με το οποίο συμφωνήθηκε η ενάγουσα να χρεώνεται σε ετήσια βάση με τα εν γένει έξοδα και το ειδικότερο έξοδο για τις αμοιβές των υπεραιμιών των ναυτικών των πλοίων της κοινοπραξίας, με τον αριθμό 365, και το πηλίκο, που αποτελεί το αναλογούν σε κάθε ημέρα ποσό εκ του ανωτέρω συνολικού ποσού, πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 250 (των ημερών, που εκτελέσθηκαν δρομολόγια της κοινοπραξίας από το πλοίο της), το δε γινόμενο συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς της, το συνολικό ποσό με το οποίο θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με αυτά τα έξοδα, και ειδικότερα ανέρχεται σε 191.780,82 ευρώ, ενώ τελικά επιβαρύνθηκε με το ποσό των 364.744,36 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συνημμένο στο δικόγραφο πίνακα, ήτοι επιβαρύνθηκε επιπλέον κατά το ποσό των 172.963,54 ευρώ.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, εκ της ίδιας της γραμματικής διατύπωσης του άρθρου 12 του από ...2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας προκύπτει ότι, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, τα ποσά των εν γένει εξόδων της κοινοπραξίας και των αμοιβών των εργαζομένων στα πλοία των μελών της των 180.000 ευρώ και των 100.000 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία προβλέφθηκαν στο ίδιο συμφωνητικό ως το ανώτατο όριο επιβάρυνσής της ετησίως για τις αιτίες αυτές, ειδικά για τη χρονική περίοδο από την έναρξη ισχύος του ως άνω συμφωνητικού (στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα άρχισε να εκτελεί με το πλοίο της δρομολόγια για την κοινοπραξία στις 11.2.2013 έως τις 31.10.2013 "θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα", όπερ σημαίνει ότι κατά τη βούληση των συμβαλλομένων τα προαναφερόμενα ποσά της ορισθείσας ως ετήσιας επιβάρυνσής της, θα κατανεμηθούν, άλλως θα διαχωρισθούν, θα διαμοιρασθούν στους μήνες αυτούς, ώστε η ενάγουσα να επιβαρυνθεί ακόμη και για το χρονικό αυτό διάστημα, που είναι μικρότερο του έτους, με τα ίδια ακριβώς ποσά, με τα οποία συμφωνήθηκε να επιβαρύνεται σε ετήσια βάση, και όχι ότι τα ποσά, με τα οποία θα επιβαρυνθεί για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα υπολογισθούν κατόπιν αναγωγής των κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντων ποσών στις ημέρες του διαστήματος αυτού, που εκ των πραγμάτων απολήγει σε επιβάρυνσή της με μικρότερα ποσά εξόδων, και δη με το μέρος των 180.000 και των 100,000 ευρώ, που αναλογεί/αντιστοιχεί στις 250 αυτές ημέρες, όπως πράττει στην αγωγή της, καταλήγοντας τοιουτοτρόπως στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι αντισυμβατικά παρακρατήθηκαν από την κοινοπραξία σε βάρος της υψηλότερα ποσά για τις ως άνω αιτίες κατά το διάστημα αυτό, και επίσης λαμβάνεται ως δεδομένο και στην το πρώτον προσκομισθείσα από την ίδια ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου από 19.2.2019 έκθεση ευρημάτων προσυμφωνημένων διαδικασιών της εταιρίας "...", ενώ περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες εκκαθαρίσεις, σε συνδυασμό με τις μηνιαίες καταστάσεις εξόδων του ιδίου χρονικού διαστήματος, προκύπτει ότι τελικά για το διάστημα της συμμετοχής της στην κοινοπραξία η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των 157.900,87 ευρώ (5.748,59 + 10.325,72 +17.838,31+22.176,10 + 17.656,02 + 26.885,91 + 28.068,80 + 29.201,42) για έξοδα, καθώς και με το συνολικό ποσό των 93.788,65 ευρώ (7.738,53 +16.769,56 + 17.631,34 + 25.923,03 + 25.726,19) για υπερωρίες, ήτοι επιβαρύνθηκε συνολικά με το ποσό των 251.689,52 ευρώ (157.900,87 + 93.788,65), που δεν υπερβαίνει τις 280.000 ευρώ, και όχι των 364.744,36 ευρώ όπως η ίδια αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση παράβασης από τις εναγόμενες των εν λόγω όρων του συμφωνητικού και, συνακόλουθα, κατάπτωσης υπέρ της της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας.

Ταύτα δεχθέν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με τον ένατο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων." Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο από ...2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών με το να δεχθεί ότι:

α) από το άρθρο 9 του εν λόγω συμφωνητικού συνάγεται με σαφήνεια και πέραν πάσης αμφιβολίας, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι η βούληση των συμβαλλομένων μελών της Κοινοπραξίας με την είσοδο σε αυτήν του νέου μέλους, της αναιρεσείουσας, ήταν να ρυθμιστεί διαφορετικά ο τρόπος λήψεως των αποφάσεων της Γ.Σ.

αυτής, ώστε στο εξής αυτές να λαμβάνονται με πλειοψηφία των 4/5 των μελών, ακόμη και για τις ουσιώδεις και σημαντικές αποφάσεις και να αντικατασταθεί η προγενέστερη ρύθμιση του από ....2011 συμφωνητικού που όριζε ότι απαιτείτο οι αποφάσεις της Γ.Σ. των μελών της Κοινοπραξίας να λαμβάνονται με ομοφωνία, β) από το άρθρο 12 του ως άνω συμφωνητικού συνάγεται σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τα ποσά των 180.000 και 100.000 ευρώ αντίστοιχα, ειδικά για τη χρονική περίοδο από 11.2.2013 έως 31.10.2013 που η αναιρεσείουσα άρχισε να εκτελεί με το πλοίο της δρομολόγια για την Κοινοπραξία, θα επιμερίζονται ανάλογα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, δηλαδή, θα κατανεμηθούν σε αυτούς τους μήνες, ώστε η αναιρεσείουσα να επιβαρυνθεί για το εν λόγω διάστημα που είναι μικρότερο του έτους, με τα ίδια ποσά με τα οποία συμφωνήθηκε να επιβαρύνεται σε ετήσια βάση.

Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω άρθρων 9 και 12 του συμφωνητικού, συσχετίζοντας αυτά με άλλους όρους του συμφωνητικού, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός του συμφωνητικού, ούτε χρησιμοποιεί ενδοιαστικές εκφράσεις.

Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο του από ...2013 ιδιωτικού συμφωνητικού και από τους περιεχόμενους σε αυτό ως άνω όρους, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί αυτοί λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ1284/2023, ΑΠ841/2017, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 425/2009).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του και τον έκτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους προέβαλλε με τον 3ο λόγο εφέσεως:

α) ότι οι μάρτυρες των αντιδίκων δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ούτε την συχνότητα των γενικών συνελεύσεων, ούτε την ύπαρξη ή όχι προσκλήσεων, ούτε την συμμετοχή της ή τον εσκεμμένο αποκλεισμό της από τις γενικές συνελεύσεις, και β) ότι οι εκκαθαρίσεις αποστέλλοντο τουλάχιστον 15 ημέρες και συνήθως ένα μήνα μετά την παρέλευση του προηγούμενου μήνα τον οποίον αφορούσαν, ότι τις εκκαθαρίσεις Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2013 τις παρέλαβε τον Ιανουάριο του 2014 και την εξώδικη διαμαρτυρία της την έστειλε στις 21.1.2014, η δε έκδοση των τιμολογίων γίνεται με την πληρωμή τους, η οποία έπεται της εκτελέσεως των εργασιών.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, είναι απαράδεκτοι, διότι, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν ''πράγματα'', με την προαναφερθείσα έννοια, του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση περί τα πράγματα, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 680/2024, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 385/2015, ΑΠ 1591/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο σε αντίθεση με αυτά ότι ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα πλήρης αποκλεισμός της από τις συνεδριάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας αντίκειται στην κοινή πείρα και λογική, διότι το διάστημα από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2014 (21.1.2014) δεν εξέφρασε οιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρία έγγραφη για το γεγονός αυτό.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από την αναιρεσείουσα, διότι δεν εκτίθεται ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορά το δίδαγμα κοινής πείρας που επικαλείται η αναιρεσείουσα και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και αφετέρου διότι υπό την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Προϋπόθεση, συνεπώς, του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1027/2022).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (1362/2025, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 37/2021, 355/2020, 1165/2019, 881/2019, 1658/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2014 η αναιρεσείουσα, δια των εκπροσώπων της, συμμετείχε στις συνεδριάσεις των μελών της Κοινοπραξίας, ενώ δεν εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρία έγγραφη για τον επικαλούμενο αποκλεισμό της από τις εν λόγω συνεδριάσεις.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση σχετικής ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, απαιτείται η από την άσκηση του επιδιωκόμενου δικαιώματος υπέρβαση των ανωτέρω, οριζόμενων στη διάταξη αυτή, ορίων, να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη (ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 1143/2019, ΑΠ 1294/2007).

Επίσης, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπέρ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση πραγμάτων να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 267/2021).

Το γεγονός, πάντως, ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως π.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, γιατί τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 526/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 311/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από τους αναιρεσίβλητους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της για κατάπτωση της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ύψους 500.000 ευρώ. Όπως, προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε επίσης ότι πράγματι κατά το χρονικό διάστημα συμμετοχής της ενάγουσας στην κοινοπραξία δεν τηρείτο βιβλίο πρακτικών, στο οποίο να καταχωρούνται οι αποφάσεις, που λαμβάνονταν σε κάθε συνεδρίαση των εκπροσώπων των μελών της, κατά παράβαση του άρθρου 10 υποπαρ. ΙΕ του από ....2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία προέβλεπε την τήρηση τέτοιου βιβλίου, γεγονός, άλλωστε, που συνομολογείται από τις εναγόμενες.

Πλην όμως η επίκληση της παραβίασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης των εναγομένων ως λόγου κατάπτωσης υπέρ της ενάγουσας της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη που επικρατούν στις εμπορικές συναλλαγές, και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της αυτού.

Και τούτο διότι, λαμβανομένης υπόψη της πραγματικής κατάστασης που είχε στο μεσοδιάστημα δημιουργηθεί, με την έννοια ότι η μη τήρηση βιβλίου πρακτικών κατά τις συνεδριάσεις του οργάνου διοίκησης της κοινοπραξίας, αποτελούσε επί μακράν καθιερωμένη, και συνεπώς, παγιωμένη πρακτική των μελών της ήδη από την έναρξη λειτουργίας της, όπως κατατέθηκε από τον εξετασθέντα ως μάρτυρα λογιστή της, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, δηλαδή από το ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτή, καθόλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην κοινοπραξία, παρότι ενήμερη περί του γεγονότος αυτού (σημειωτέον ότι τέτοιο βιβλίο κατά πάγια τακτική ουδέποτε στο παρελθόν τηρήθηκε, ούτε και κατά τα έτη 2006 και 2007, όταν η ενάγουσα υπήρξε και πάλι μέλος της ίδιας κοινοπραξίας, ούτε και στη συνέχεια μετά την αποχώρησή της) δε ζήτησε την τήρηση πρακτικών, ούτε όμως και διαμαρτυρήθηκε για τη μη τήρησή τους, καθώς και από το ότι πάντοτε προσκαλείτο και παρίστατο διά εκπροσώπου της στις συνεδριάσεις, με αποτέλεσμα να γνωρίζει τις αποφάσεις, που κάθε φορά λαμβάνονταν, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό, η επακολουθήσασα επίκληση της συγκεκριμένης παραβίασης του συμβατικού αυτού όρου, εκ της οποίας και σε κάθε περίπτωση ουδεμία βλάβη προέκυψε ότι υπέστη, οπωσδήποτε επαγόμενη, όμως, επαχθείς συνέπειες και δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των εναγομένων παρίσταται ως μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της αυτού, καθώς τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, εξερχόμενη από τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ όρια, κατά παραδοχήν ως βάσιμης της υποστηρίζουσας τα ανωτέρω και στηριζομένης στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ προβληθείσας ένστασης των τριών πρώτων εναγομένων, η οποία επάγεται έννομα αποτελέσματα και για την τέταρτη εξ αυτών, ως προς την οποία η ίδια ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω της μεταξύ τους σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας, απορριπτομένου, συνακόλουθα, του αγωγικού αυτού ισχυρισμού ως αβασίμου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του επίσης δέχθηκε ότι η επίκληση από την ενάγουσα της παραβίασης από τις εναγόμενες του συγκεκριμένου όρου του μεταξύ τους συμφωνητικού ως λόγου κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ελέγχεται ως καταχρηστική, και, απέρριψε το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα με το δωδέκατο λόγο της κρινόμενης έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων, με την επισήμανση ότι η πρωτόδικη κρίση περί επέκτασης των αποτελεσμάτων της παραδοχής της ένστασης αυτής και στην τέταρτη εναγόμενη δεν πλήττεται, ειδικά από την ενάγουσα με την έφεσή της.".

Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και τα όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ενόψει του ότι η μη τήρηση του βιβλίου πρακτικών κατά τις συνεδριάσεις του οργάνου διοίκησης της κοινοπραξίας υπήρξε επί μακρόν καθιερωμένη πρακτική ήδη από την έναρξη λειτουργίας αυτής, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην Κοινοπραξία γνώριζε ότι τέτοιο βιβλίο κατά πάγια τακτική ουδέποτε τηρήθηκε στο παρελθόν, ούτε η ίδια διαμαρτυρήθηκε για τη μη τήρησή του και με το ότι η αναιρεσείουσα πάντα προσκαλείτο και παρίστατο δια εκπροσώπου της στις συνεδριάσεις, με αποτέλεσμα να γνωρίζει τις λαμβανόμενες αποφάσεις, η επίκληση της συγκεκριμένης παραβιάσεως του συμβατικού όρου, από την οποία ουδεμία βλάβη υπέστη, επάγεται επαχθείς συνέπειες για τις αναιρεσίβλητες, τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί υπό τις ως άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακράν και παρίσταται μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και καθιστά καταχρηστική την άσκηση αυτού του δικαιώματός της.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 200/2018, 775/2017). Η αποδεικτική αξία και συνεπώς η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και συνεπώς μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 883/2013).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004, ΑΠ 455/1993). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται ν` αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού. ( ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων εντύπων σημάτων του Λιμεναρχείου Κυλλήνης, ήτοι δημοσίων εγγράφων, που αποτελούν πλήρη απόδειξη περί του ότι το πλοίο βρισκόταν σε ακινησία, λόγω ετήσιας επιθεώρησης.

Ειδικότερα, αιτιάται ότι, ενώ από τα προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα του Λιμεναρχείου Κυλλήνης προκύπτει, κατά πλήρη απόδειξη, ότι το πλοίο της αναιρεσείουσας βρισκόταν σε ακινησία λόγω ετήσιας Επιθεώρησης το διάστημα από 21.10.2013 έως 20.12.2013 και από 21.12.2013 έως 3.2.2014, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πλοίο της αναιρεσείουσας δεν εκτελούσε εργασίες ετήσιας επιθεώρησης το διάστημα Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2013.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "πλην όμως, όπως επίσης συνάγεται από τα προσκομιζόμενα από την ίδια έντυπα σήματα του Λιμεναρχείου Κυλλήνης, εγκρίθηκε ακινησία του πλοίου της, προφανώς κατόπιν δικού της αιτήματος, όχι λόγω επίκλησης της ανωτέρω μηχανικής βλάβης, ως θα έδει κατά την κοινή πείρα και λογική, αλλά προς εκτέλεση εργασιών ετήσιας επιθεώρησης, όμως εκ των του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που τέθηκαν υπόψη και του παρόντος Δικαστηρίου, συνάγεται ότι εντός των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2013 δεν εκτελέσθηκαν εργασίες επισκευής ή συντήρησης στο πλοίο αυτό, ούτε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα διενεργήθηκε στο πλοίο ετήσια επιθεώρηση, ώστε να δικαιολογείται η άσκηση από την πλοιοκτήτριά του/ενάγουσα του προβλεπομένου από το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δικαίωμα ακινησίας/αργίας του πλοίου της από την εκτέλεση των δρομολογίων της κοινοπραξίας, με παράλληλη αξίωσή της απόληψης των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής της στην κοινοπραξία εσόδων της τελευταίας.

Αντίθετα, από τα υπ' αριθμ. ...2014 και ...2014 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των "..." και "... ΕΠΕ" αντίστοιχα, που επίσης προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι τέτοιες εργασίες στο πλοίο της διενεργήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα στις 13.1.2014 και στις 24.3.2014, το πρώτο εξ αυτών, που αναφέρεται σε εργασίες στις μηχανές του πλοίου, φέρει ημερομηνία 3 σχεδόν μήνες μετά την εμφάνιση της βλάβης (τα καταθέντα από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρά της περί αναμονής όλο αυτό το διάστημα του κατάλληλου ανταλλακτικού, δεν κρίνονται πειστικά), το δε δεύτερο αναφέρεται σε ηλεκτρολογικές εργασίες διενεργηθείσες κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2014, ενώ η έτερη επικαλούμενη από την ενάγουσα βλάβη, που αφορά σε πτώση τάσης και σε εκδήλωση μικρής εστίας πυρκαγιάς στο πλωραίο τμήμα του πλοίου, και συγκεκριμένα στο δωμάτιο του χώρου των πινάκων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, που κατασβέσθηκε από το πλήρωμα, προ της άφιξης της κληθείσας πυροσβεστικής, εμφανίσθηκε μεταγενέστερα, και δη στις 16.1.2014 , ούτε, βέβαια, προσκομίσθηκαν έγγραφα, εκ των οποίων να συνάγεται το συμπέρασμα ότι κατά το διάστημα αυτό το πλοίο υποβλήθηκε σε ετήσια επιθεώρηση.

Ενόψει των ανωτέρω η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να συμμετάσχει στα έσοδα της κοινοπραξίας τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2013, κατά τους οποίους αρνήθηκε να εκτελέσει με το πλοίο της δρομολόγια ως μέλος της κοινοπραξίας, παρότι ουδόλως προέκυψε ότι το πλοίο της δεν ήταν αξιόπλοο, σύμφωνα με τον υπό στοιχεία 11Β όρο του από ...2011 συμφωνητικού, οι όροι του οποίου ορίζονται ως εφαρμοστέοι και στο από ...2013 συμφωνητικό εισόδου της στην κοινοπραξία, και, επομένως, ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός περί παραβίασης των όρων της σύμβασης από τις εναγόμενες για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.".

Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου με τα έντυπα σήματα του Λιμεναρχείου Κυλλήνης εγκρίθηκε η ακινησία του πλοίου της αναιρεσείουσας, κατόπιν δικού της αιτήματος, για την εκτέλεση εργασιών ετήσιας επιθεωρήσεως. Τα όσα ανωτέρω βεβαιώνονται στα σήματα αυτά, ως μη γενόμενα από τον ίδιο τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που τα υπογράφει, αλλά κατόπιν δηλώσεων της αναιρεσείουσας, την αλήθεια των οποίων όφειλε αυτός να διαπιστώσει, είναι δεκτικά ανταποδείξεως, χωρίς να απαιτείται η προσβολή τους ως πλαστών.

Όμως, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2013 δεν εκτελέστηκαν εργασίες επισκευής ή συντηρήσεως στο πλοίο ούτε διενεργήθηκε ετήσια επιθεώρηση αυτού, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η πεποίθηση του Δικαστηρίου για την αλήθεια του ως γεγονότος που βεβαιώνεται στα σήματα του Λιμεναρχείου επιτρεπόμενης, όπως προεκτέθηκε, της ανταποδείξεως με κάθε αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022). Ειδικότερα, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1198/2025, 16/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πέμπτο σκέλος του και τον έβδομο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, δέχθηκε χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων: α) ότι η αναιρεσείουσα δεν τους ενημέρωσε για την βλάβη του πλοίου και β) ότι αντίγραφα των συμβάσεων είχαν παραδοθεί στην αναιρεσίουσα ήδη από τα έτη 2011-2012 και δεν υπήρχαν αντίγραφα όλων των συμβάσεων με τους πράκτορες, διότι οι συμβάσεις τα έτη 2002-2003 δεν κατατίθεντο στη Δ.Ο.Υ. και κάποιοι πράκτορες δεν δραστηριοποιούντο πλέον στο χώρο, με συνέπεια τα πρόστιμα να επιβληθούν σε όλα τα μέλη της Κοινοπραξίας για όσες συμβάσεις δεν βρέθηκαν.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 10 του άρθρου 5559 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, με αντιφατική αιτιολογία, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε για την μη τήρηση πρακτικών της πρώτης αναιρεσίβλητης- κοινοπραξίας ήδη από τα έτη 2006-2007 εν τούτοις για τα έτη 2002-2003 κατά τα οποία τόσο η αναιρεσείουσα όσο και οι αναιρεσίβλητες συμμετείχαν στην Κοινοπραξία, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η αναιρεσείουσα ήταν μέλος άλλης κοινοπραξίας και ότι η παράβαση των υποχρεώσεων των μελών δεν επάγεται κατάπτωση της ποινικής ρήτρας του από ...2011 συμφωνητικού.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της τέταρτης των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό, ενώ για τις λοιπές αναιρεσίβλητες δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών, λόγω της απουσίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.11.2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία Ζακύνθου Α.Ε.".

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαϊου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ