Legislator Case Law & Legislation
161/2024 AI generated

161/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

161/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α." και ιι) του Κ. Τ., ήδη αναιρεσιβλήτων και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι Ν. Κ. του Γ. (μη διάδικος πλέον) και Κ. Τ. του Μ., ήδη αναιρεσείων να καταβάλουν στους ενάγοντες α) ο πρώτος εναγόμενος (Ν. Κ.) 170.508,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 25.7.2012 και β) ο δεύτερος εναγόμενος (Κ. Τ. - ήδη αναιρεσείων) 24.358,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 25.7.2012.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 161 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 161/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Μ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. A..E.. Ε. - Ε. - Ε. Α. - Α. Σ." που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Κ. Τ. του Χ.. Ο δεύτερος, ατομικά και ως διευθύνων σύμβουλος της πρώτης διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον Κωνσταντίνο Κάπο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 294/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 15.5.2023 και με αριθ. κατάθ. 18/25.5.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 294/25.10.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε, αντιμωλία των νυν διαδίκων και ερήμην του ήδη μη διαδίκου Ν. Κ., κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από:

α) 29.7.2020 και με αριθμό κατ. 135/29.7.2020 και β) 1.9.2020 και με αριθμό κατ. 190/13.10.2020, αντίθετων εφέσεων των νυν διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 212/30.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 21.1.2019 και με αριθμό κατ. 60/21.1.2019 αγωγή ι) της εδρεύουσας στα Ιωάννινα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ.

M. Α." και ιι) του Κ. Τ., ήδη αναιρεσιβλήτων και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι Ν. Κ. του Γ. (μη διάδικος πλέον) και Κ. Τ. του Μ., ήδη αναιρεσείων να καταβάλουν στους ενάγοντες α) ο πρώτος εναγόμενος (Ν. Κ.) 170.508,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 25.7.2012 και β) ο δεύτερος εναγόμενος (Κ. Τ. - ήδη αναιρεσείων) 24.358,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 25.7.2012.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού συνεκδικάσθηκαν οι προαναφερόμενες δύο αντίθετες εφέσεις, ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου της πρώτης έφεσης Ν. Κ. (μη διαδίκου πλέον στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, ι) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η πρώτη έφεση, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο Ν.

Κ., ιι) έγιναν τυπικά δεκτές, κατά τα λοιπά, οι αντίθετες εφέσεις, ιιι) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη έφεση του εκκαλούντος Κ. Τ., iv) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η πρώτη έφεση των εκκαλούντων α) "Τ. M. Α." και β) Κ. Τ., ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο Κ. Τ., v) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (212/2020) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Κ.

Τ. και αφού κρατήθηκε η αγωγή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τον δεύτερο εναγόμενο vi) έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει εις ολόκληρο στους ενάγοντες 48.716,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 25.7.2012. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 25.5.2023, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δημοσιεύτηκε στις 25.10.2022, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 926 εδ. α' Α.Κ., αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου κώδικα κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, το δε δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη.

Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την εσωτερική σχέση μεταξύ των κατ' ΑΚ 926 συνοφειλετών, παρέχοντας σε αυτόν που κατέβαλε αποζημίωση δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Ειδικότερα, ως προς την έκταση της αναγωγής αυτής ορίζεται, κατ' απόκλιση από τον κανόνα της ΑΚ 487 παρ. 1, ότι το μέτρο της μεταξύ των συνοφειλετών ευθύνης προσδιορίζει το δικαστήριο ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος καθενός των συνοφειλετών (ΑΠ 1491/2011, ΑΠ 239/2010) και ότι σε αδυναμία εξακριβώσεως του βαθμού αυτού η ζημία κατανέμεται μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη (ΑΠ 680/2020).

Η ΑΚ 927 εφαρμόζεται στην περίπτωση που οι συνυπόχρεοι ευθύνονται έναντι του ζημιωθέντος όλοι από πταίσμα, δηλαδή υποκειμενικά καθώς και στις περιπτώσεις που είτε ευθύνονται όλοι αντικειμενικά είτε μερικοί υποκειμενικά και μερικοί αντικειμενικά. Η ΑΚ 927 αποκλίνει από την ΑΚ 487 παρ. 1, κατά την οποία "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από την σχέση", εφόσον κατά την πρώτη, το μέτρο της ευθύνης προσδιορίζεται από το δικαστήριο ανάλογα με το βαθμό πταίσματος καθενός από τους συνυπόχρεους, ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη διάταξη, το μέτρο ευθύνης προσδιορίζεται κατά ίσα μέρη.

Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποζημίωσης από (εργατικό) ατύχημα, προϋπόθεση του δικαιώματος αναγωγής του ενός των περισσοτέρων συνυπαιτίων κατά του άλλου ή των άλλων συνυπαιτίων, είναι η προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα τρίτο, έναντι του οποίου τα παραπάνω πρόσωπα ευθύνονται εις ολόκληρον (ΑΠ 680/2020, ΑΠ 48/2016, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 239/2010)).

Περαιτέρω, όταν θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, ο παθών - δικαιούχος της αποζημίωσης, δικαιούται να επιδιώξει αυτήν από οποιονδήποτε από τους εις ολόκληρον ευθυνομένους, ή και από όλους. Στην περίπτωση δε που ο παθών αποζημιώθηκε για τη ζημία που υπέστη μετά από διεξαγωγή δίκης κατά όλων των εις ολόκληρο ευθυνομένων, από έναν εξ αυτών, ο τελευταίος, στρεφόμενος με αναγωγή κατά των λοιπών εις ολόκληρο υπόχρεων, δικαιούται να αξιώσει ο,τιδήποτε κατέβαλε στον τρίτο ανάλογα με το ποσοστό (συν)υπαιτιότητας του καθενός εκ των περισσοτέρων συνυποχρέων (ΑΠ 1057/2022, ΑΠ 1040/2021).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε θεμελιώνουν ή όχι συνυπαιτιότητα του εναγομένου συνοφειλέτη ή του προστηθέντος από τον εναγόμενο συνοφειλέτη στην πρόκληση του ατυχήματος, είναι κρίση νομική και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 297, 298, 330, 914, 922 και 926 του Α.Κ.

Αντιθέτως, ο καθορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας, κατά το οποίο ενέχεται ο κάθε συνοφειλέτης, αφορά εκτίμηση πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικά (σχετ. ΑΠ 401/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1653/2001). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 153/2022, ΑΠ 1148/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, χωρίς δηλαδή με την άσκηση αυτής να δημιουργείται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας σύμφωνα και με το άρθρο 12 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. 3.- Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχεία α' έφεσης, ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην εμπορία και πώληση αυτοκινήτων, ως αντιπρόσωπος της ...

και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος εκκαλών της ως άνω έφεσης [ήδη ανιρεσίβλητοι], δυνάμει της με αριθμ. 303/2002 οικοδομικής άδειας, της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, καθώς και της με αριθμ. 363/2005 οικοδομικής άδειας που αναθεώρησε την ως άνω αρχική, προέβη, στην ανέγερση διώροφου κτιρίου, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στο ....

Η ευθύνη για την αποπεράτωση όλων των οικοδομικών εργασιών που προβλεπόταν από τις ως άνω άδειες είχε ανατεθεί στους μη εδώ διαδίκους, πολιτικούς μηχανικούς, ... Σύμφωνα δε με το διάγραμμα κάλυψης της ..., το οποίο αποτέλεσε συνοδεύον έγγραφο για την αναθεώρηση της με αριθμό 303/2002 ως άνω άδειας, πέραν της ανέγερσης του προαναφερόμενου κτιρίου προβλεπόταν και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου με ασφαλτόστρωση και τοιχίο περίφραξης του οικοπέδου.

Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα και ενώ είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση του διώροφου κτιρίου, υπέβαλε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων την υπ' αριθμ. πρωτ. 1387/7.2.2006 αίτησή της, ώστε να θεωρηθεί η υπ' αριθμ. 303/2002 οικοδομική άδεια ηλεκτροδότησης και υδροδότησης, η οποία και θεωρήθηκε στις 8.2.2006.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, την 31η/3/2006 στο παραπάνω οικόπεδο της πρώτης ενάγουσας, εκτελούνταν εργασίες για τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου και συγκεκριμένα εκτελούνταν εργασίες για τη σκυροδέτηση τοιχίου περίφραξης του αύλιου χώρου μήκους 37 μέτρων, με εξωτερικό πλάτος του καλουπιού του τοιχίου 65 εκ., εσωτερικό πλάτος του καλουπιού 31 εκ.

και ύψος του τοιχίου από το έδαφος του οικοπέδου 65 εκ.. Επίσης, θα σκυροδετούνταν δύο μικρότερα τοιχία και δύο φρεάτια. Στις εργασίες αυτές απασχολούνταν από την πρώτη ενάγουσα, ως κυρία του έργου, δύο καλουπατζήδες, οι οποίοι τελούσαν υπό τις οδηγίες του δεύτερου ενάγοντας, και οι οποίοι την 31η/3/2006 ζήτησαν από αυτόν να μεριμνήσει για να φέρει συνεργείο ρίψης μπετόν.

Αυτός τους έδωσε εντολή να μεταβούν στη βιοτεχνία παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος του Μ. Τ. (ήδη αποβιώσαντος) που εδρεύει στο ... και να παραγγείλουν το μπετόν που χρειάζονταν. Όταν οι ανωτέρω μετέβησαν στην έδρα της ανωτέρω βιοτεχνίας, δεν βρήκαν το Μ. Τ., ο οποίος απουσίαζε, αλλά συναντήθηκαν με τον υιό του και δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, Κ.

Τ. [αναιρεσείοντα], ο οποίος εργαζόταν στην επιχείρηση του πατέρα του και ο οποίος (πατέρας του) του είχε παραχωρήσει επί απουσίας του, τις σχετικές αρμοδιότητες για τη ροή των εργασιών της επιχείρησης και των παραγγελιών, γεγονός που προκύπτει και από το ότι ο ίδιος στη συνέχεια - όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω - ανέλαβε προσωπικά να αποστείλει σχετικό συνεργείο ρίψης μπετόν.

Διότι σε διαφορετική περίπτωση θα ενημέρωνε είτε τους ως άνω προστηθέντες της πρώτης ενάγουσας, είτε τον νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας, ήτοι, τον δεύτερο ενάγοντα, ότι ο ίδιος δεν έχει σχετική προς τούτο αρμοδιότητα και ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσουν οι ίδιοι με τον πατέρα του προκειμένου να διευθετηθεί το θέμα.

Ο εναγόμενος Κ. Τ., στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ' αυτόν ως άνω καθηκόντων, επικαλούμενος φόρτο εργασίας, αρνήθηκε αρχικά να στείλει τα μηχανήματα με το τσιμέντο στην παραπάνω κυρία του έργου ανώνυμη εταιρία, στη συνέχεια όμως, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ενάγοντα Κ. Τ., συμφώνησε μαζί του, να του στείλει αυτά την ίδια ημέρα, ήτοι, στις 31.3.2006.

Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος Κ. Τ., έδωσε εντολή: α) στον πρώτο εναγόμενο Ν. Κ., χειριστή μιας αντλίας σκυροδέματος (πρέσας) τύπου ..., εργοστασίου κατασκευής "..." της επιχείρησης του Μ. Τ., β) στον Ν. Α. του Γ., οδηγό του με αριθμού κυκλοφορίας ... οχήματος, το οποίο θα μετέφερε το σκυρόδεμα για την τροφοδοσία της πρέσας, με την οποία θα έριπταν το σκυρόδεμα στα υπό σκυροδέτηση καλούπια και γ) στον V.

B., ο οποίος θα απασχολούνταν ως "λαστιχάς" ( θα κρατούσε τον ελαστικό σωλήνα (λάστιχο) εκτόξευσης ετοίμου σκυροδέματος που βρίσκεται στον τελευταίο βραχίονα της πρέσας και θα τον κατεύθυνε στα προς σκυροδέτηση καλούπια), οι οποίοι τύγχαναν όλοι εργαζόμενοι στην επιχείρηση του πατέρα του, να μεταβούν στο παραπάνω οικόπεδο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας μαζί με τα προαναφερόμενα μηχανήματα.

Αφού οι ανωτέρω κατέφθασαν στις εγκαταστάσεις της πρώτης ενάγουσας, τοποθέτησαν τα μηχανήματα στις κατάλληλες θέσεις και ο Ν. Κ. ξεκίνησε με χειρισμούς μέσω του ασυρμάτου τηλεχειριστηρίου να αναπτύσσει- ξεδιπλώνει και κατευθύνει τους βραχίονες της πρέσας στο καλούπι του τοιχίου μήκους 37 μέτρων για τη σκυροδέτηση αυτού και με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά.

Παράλληλα με το υπό σκυροδέτηση τοιχίο, από την εξωτερική πλευρά αυτού και εκτός του οικοπέδου όπου εκτελούνταν το έργο και μετά από παρακείμενο χωματόδρομο, διέρχονταν τρεις αγωγοί του δικτύου μέσης τάσης (20000 volts) της ΔΕΗ. Ο Ν. Κ., του οποίου η ορατότητα δεν προέκυψε ότι περιοριζόταν από οποιοδήποτε εμπόδιο, εκτελούσε τις κινήσεις των βραχιόνων της πρέσας με ασύρματο τηλεχειριστήριο και βρισκόταν προς το αριστερό άκρο του τοιχίου για να βλέπει και να ελέγχει την κίνηση των βραχιόνων της πρέσας.

Η σκυροδέτηση του τοιχίου ολοκληρώθηκε και ακολούθησε η σκυροδέτηση του φρεατίου, που βρισκόταν δίπλα στο αριστερό άκρο του τοιχίου. Κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής οι βραχίονες της πρέσας, μήκους 32 μέτρων, έρχονταν όλο και πιο οριζόντια προς το έδαφος, ώστε αυτοί να φτάνουν μέχρι εκεί και να τοποθετηθεί στο τοιχίο και το φρεάτιο το σκυρόδεμα από τον ελαστικό σωλήνα εκτόξευσης που βρίσκεται στον τέταρτο των βραχιόνων.

Μετά τη σκυροδέτηση και του φρεατίου, ο Ν. Κ. ξεκίνησε με χειρισμούς μέσω του τηλεχειριστηρίου την αντίστροφη διαδικασία, ώστε να κατευθύνει τους βραχίονες της πρέσας ξανά προς το δεξιό τμήμα του τοιχίου, για να ρίξουν συμπληρώματα σκυροδέματος. Μετατοπίζοντας ο ίδιος τους βραχίονες προς τα αριστερά, άρχισε να τους σηκώνει και να μαζεύει τους δύο τελευταίους, ενώ μετά θα μετατόπιζε αυτούς προς τα δεξιά του τοιχίου.

Κατά την προσπάθειά του αυτή ο τελευταίος βραχίονας της πρέσας, ο οποίος φέρει τον ελαστικό σωλήνα εκτόξευσης σκυροδέματος, ήρθε σε επαφή με έναν από τους τρεις αγωγούς των 20000 Volts της ΔΕΗ και τμήμα αυτού μαύρισε, καμένος επιφανειακά από την υπερθέρμανση που προκλήθηκε από τη διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος προς το βραχίονα της πρέσας.

Λόγω της ανωτέρω επαφής διήλθε ηλεκτρικό ρεύμα από την πρέσα και από την μπετονιέρα, με επακόλουθο την υπερθέρμανση των λάστιχων των μηχανημάτων αυτών, αλλά και των πέδιλων-ποδαρικών στήριξης της πρέσας κάτω από τα οποία υπήρχαν ξύλινοι τάκοι. Στο σημείο μεταξύ της πρέσας και της μπετονιέρας βρισκόταν ο Ν.

Α., ο οποίος ήταν σε επαφή με τα μηχανήματα αυτά, με αποτέλεσμα να αποβιώσει συνεπεία ηλεκτροπληξίας την ίδια ημέρα. Όπως αποδείχθηκε, ο δεύτερος εναγόμενος Κ. Τ., ανέθεσε τον χειρισμό της πρέσας στον Ν. Κ. εάν και ο τελευταίος ήταν κάτοχος της με αριθμ. 348/23-3-2005 άδειας χειριστή Μηχανημάτων Έργων ΙΒ' ομάδας, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του π.δ 31/1990, για την εν λόγω εργασία απαιτούνταν, άδεια χειριστή Μηχανημάτων Έργων Γ' ομάδας, ενώ επιπροσθέτως, τούτος (Ν.

Κ.) δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε κάποια έστω εμπειρία στο χειρισμό της συγκεκριμένης αντλίας. Περαιτέρω, ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ενάγουσας, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της και διευθύνων σύμβουλος αυτής, με τις ανωτέρω ιδιότητές του, ανέλαβε και εκτελούσε το παραπάνω έργο και μεριμνούσε για όλα τα σχετικά με την εκτέλεσή του θέματα.

Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, αυτός ήταν εκείνος, ο οποίος, στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητάς του, είχε τηλεφωνήσει το πρωί της ίδιας ημέρας στο ως άνω εργοστάσιο ετοίμου σκυροδέματος και είχε ζητήσει από τον δεύτερο εναγόμενο να μεριμνήσει για τη μεταφορά κονιάματος για τη σκυρόδεση κατά την ημέρα εκείνη του ανωτέρω τοιχίου και, κατόπιν του τηλεφωνήματός του αυτού, ο ανωτέρω απέστειλε στο χώρο του παραπάνω έργου τα παραπάνω μηχανήματα με τους χειριστές τους που προαναφέρθηκαν.

Κατά την εκτέλεση όμως του παραπάνω έργου και, συγκεκριμένα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν παραβρισκόταν εκεί ο δεύτερος ενάγων, καίτοι, ήταν υπόχρεος, κατά το νόμο, να παραβρίσκεται, λόγω των ανωτέρω ιδιοτήτων του και των παραπάνω σχέσεών του με την κυρία του έργου που προαναφέρθηκε. Επίσης, δεν παραβρίσκονταν οι επιβλέποντες μηχανικοί του έργου αυτού, καθόσον ο ανωτέρω δεύτερος ενάγων- εκκαλών δεν είχε μεριμνήσει, παρά τη σχετική υποχρέωσή του, λόγω των παραπάνω ιδιοτήτων και καθηκόντων του, να τους ενημερώσει σχετικά, ενώ, παράλληλα, αυτοί ούτε είχαν ειδοποιηθεί για το γεγονός τούτο από κάποιον, ούτε γνώριζαν, ότι εκτελείται ή πρόκειται να εκτελεστεί η ανωτέρω εργασία.

Με βάση τα προαναφερόμενα, πραγματικά περιστατικά, το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του Ν. Κ. (πρώτου εναγόμενου ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η α' έφεση ως ανωτέρω), του δεύτερου εναγομένου καθώς και του δεύτερου ενάγοντος. Ειδικότερα, ο Ν. Κ. προέβη στους ανωτέρω χειρισμούς ενώ γνώριζε ότι δεν κατέχει τη νόμιμη άδεια, ούτε την απαραίτητη εμπειρία και κατά τη δεξιόστροφη περιστροφή των βραχιόνων της πρέσας θα έπρεπε να μεριμνήσει ώστε οι βραχίονες να απέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο από τους αγωγούς.

Συγκεκριμένα, ο προαναφερόμενος θα έπρεπε κατ' αρχήν να αρνηθεί να χειριστεί την πρέσα, εφόσον δεν κατείχε την άδεια προς τούτο, άλλως, θα έπρεπε να περισυλλέξει εξ αρχής τους βραχίονες της πρέσας και ακολούθως να προβεί σε περιστροφή τους, δεδομένου ότι υπήρχαν τα προβλεπόμενα όρια ασφαλείας από τον αγωγό αυτό.

Εναλλακτικά, θα μπορούσε να είχε τοποθετήσει την πρέσα σε διαφορετική θέση, ώστε να έχει μεγαλύτερη άνεση κινήσεων, αφού ο χώρος στον οποίον εργαζόταν ήταν μεγάλος και δε θα δημιουργούταν πρόβλημα από τη διαφορετική τοποθέτηση των μηχανημάτων. Συνέπεια, της κακής εκτίμησης της απόστασης των βραχιόνων της πρέσας από τον αγωγό ρεύματος, που συνδυάστηκε με λανθασμένο χειρισμό του, επιχείρησε να τους μετατοπίσει, όχι μόνο χωρίς προηγουμένως να τους διπλώσει, αλλά ανυψώνοντάς τους.

Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν προστηθείς του πατέρα του Μ. Τ., ανέθεσε το χειρισμό της πρέσας στον Ν. Κ., χωρίς να ελέγξει ως όφειλε, ότι κατείχε την απαιτούμενη άδεια χρήσης μηχανημάτων έργων Γ ομάδας, όπως ήταν η εν λόγω πρέσα, ενώ αν ενεργούσε με την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, θα έπρεπε πριν του δώσει τη σχετική εντολή να ελέγξει εάν διέθετε τα απαραίτητα προς τούτο προσόντα (γνώσει λόγω ύπαρξης άδειας Γ ομάδας για την εν λόγω εργασία), γεγονός όμως που δεν έπραξε από αμέλεια, την οποία μπορούσε κατά τις περιστάσεις να επιδείξει, ήτοι ενεργώντας με την απαιτούμενη επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρέσες, όπως το ανωτέρω μηχάνημα, διαθέτουν πολύπλοκα χειριστήρια που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση, λόγος άλλωστε για τον οποίο απαιτείται και η ως άνω άδεια, αν δεν το άτομο που χειρίζεται τέτοια μηχανήματα δεν έχει τη σχετική εμπειρία και άδεια, δεν δύναται να υπολογίσει τις αποστάσεις ασφαλείας.

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, ενόψει του ότι το δάπεδο εργασίας ήταν υπερυψωμένο κατά τρία μέτρα, έπρεπε να τηρηθούν συγκεκριμένες αποστάσεις. Ο δε Ν. Κ., ενόψει του ότι δεν κατείχε την σχετική άδεια και εμπειρία, δεν είχε και τις σχετικές γνώσεις ύπαρξης του κινδύνου διαπίδυσης και επαγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Η δε συγκλίνουσα ως άνω συμπεριφορά του Ν. Κ. και δεύτερου των εναγόμενων, βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του, με βάση και τα ήδη προαναφερόμενα [. . .]". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο α) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Κ.

Τ. και β) δέχθηκε εν μέρει την έφεση των αντιδίκων αυτού ι) "Τ. M. Α." και ιι) Κ. Τ., καταλογίζοντας ποσοστό συνυπαιτιότητας στον εναγόμενο - εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα Κ. Τ. 20% (αντί του αρχικού 10%, που του είχε καταλογίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 του ΑΚ, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα περί της (συν)υπαιτιότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Κ.

Τ., στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας η παράλειψη της μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εξ αιτίας της έλλειψης της νόμιμης άδειας χειρισμού της πρέσας ο προστηθείς από τον αναιρεσείοντα Ν.

Κ. αδυνατούσε να χειριστεί το μηχάνημα, καθότι διαλαμβάνεται σαφής παραδοχή ότι αυτός δεν διέθετε την απαραίτητη εμπειρία στο χειρισμό της συγκεκριμένης αντλίας (πρέσας) και ειδικότερα ότι δεν μερίμνησε κατά τη δεξιόστροφη περιστροφή των βραχιόνων της πρέσας ν' απέχουν οι τελευταίοι όσο το δυνατόν περισσότερο από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς.

Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται σαφής μνεία των ενεργειών στις οποίες έπρεπε να προβεί ο Ν. Κ. για την αποφυγή του ατυχήματος (περισυλλογή αρχικά των βραχιόνων της πρέσας και στη συνέχεια περιστροφή τους ή τοποθέτηση της πρέσας σε διαφορετικό σημείο), που επιρρωνύουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη εμπειρίας του Ν.

Κ. στο χειρισμό του μηχανήματος. Οι τελευταίες αυτές παραδοχές ουδόλως αντιφάσκουν με την παραδοχή ότι κατά την άφιξη της πρέσας για σκυροδέτηση, ο Ν. Κ. τοποθέτησε αυτήν στην κατάλληλη θέση, καθότι τούτο δεν αποκλείει τον στη συνέχεια και λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης εμπειρίας εσφαλμένο χειρισμό (κατά τη δεξιόστροφη κατεύθυνση μέσω τηλεχειριστηρίου των βραχιόνων της πρέσας), εξ αιτίας του οποίου προκλήθηκε το εργατικό ατύχημα.

Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου και με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 163/2021, ΑΠ 232/2018 ΑΠ 322/2011).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 303/2020, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται ή όχι εξώδικη ομολογία, από έγγραφο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 470/2022, 447/2015, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 815/2009). Ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1456/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της εξώδικης ομολογίας των αντιδίκων του - αναιρεσιβλήτων, περί ύπαρξης συνυπαιτιότητας του πατρός του αναιρεσείοντος, Μ.

Τ., όπως αυτή η ομολογία συμπεριλαμβάνεται στη με αριθμό κατ. ... αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ενώ με το τελευταίο δικόγραφο οι αναιρεσίβλητοι ομολογούσαν ότι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% για το θάνατο του Ν. Α. και υπέχων ευθύνη προς καταβολή αντίστοιχου ποσοστού της επιδικασθείσας λόγω του ως άνω θανάτου αποζημίωσης είναι ο πατέρας του Μ.

Τ. υπό την ιδιότητά του ως κυρίου και ιδιοκτήτη της επιχείρησης στην οποία εργάζονταν ο χειριστής της πρέσας Ν. Κ., εν τούτοις με την ένδικη αγωγή τους, αποσιωπούν την ομολογηθείσα συνευθύνη του Μ. Τ. και αποδίδουν σε αυτόν το ποσοστό συνυπαιτιότητας και συνευθύνης που καταλόγιζαν σε αυτόν (πατέρα του). Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 9ο) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) και "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, μεταξύ των οποίων και τα ταυτάριθμα, με την υπ' αριθμ. 394/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, πρακτικά, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας για το επίδικο συμβάν [. . .], χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης [. . .]", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω (διαδικαστικό) έγγραφο (αγωγή), το οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ή όχι εξώδικης ομολογίας, συναγομένης από έγγραφα, εφόσον προκύπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, από την προσβαλλομένη απόφαση. 5.- Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή.

Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.

Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.

Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με τη γένεση, δηλαδή, της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Όμως, δεν αποκλείεται η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 653/2022, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1319/2018, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1620/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ((Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ". . .Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, κατόπιν άσκησης της με αριθμ.

κατ. 359/2008 αγωγής εκ μέρους των συγγενών του ως άνω θανόντος με την οποία ζητούσαν να τους επιδικαστεί ψυχική οδύνη, εκδόθηκε η με αριθμ. 333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δυνάμει της οποίας, οι εδώ διάδικοι καθώς και ο Μ. Τ., υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε ολόκληρο, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, σε καθέναν από τους εκεί πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς θανόντος), το ποσό των 80.000 ευρώ, στην εκεί τρίτη ενάγουσα (αδελφή θανόντος) το ποσό των 30.000 ευρώ και στον εκεί τέταρτο ενάγοντα (παππούς θανόντος), το ποσό των 15.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε έφεση από τους συγγενείς του ως άνω θανόντος καθώς και από τους εδώ εκκαλούντες της πρώτης έφεσης [ήδη αναιρεσίβλητους], και επί των εφέσεων αυτών, κατόπιν συνεκδίκασής τους, εκδόθηκε η με αριθμό 121/2010 απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Ιωαννίνων, με την οποία, απορρίφθηκαν αυτές στην ουσία τους.

Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, το δικαστήριο κρίνει ότι λόγω της αμελούς συμπεριφοράς των ανωτέρω (Ν. Κ., δεύτερου εναγόμενου) και του εκκαλούντος Τ. Κ. (υποκειμενικά ευθυνόμενων), προξενήθηκε το παραπάνω ατύχημα, για το οποίο ευθύνονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατά ποσοστό 70% ο Ν. Κ., κατά ποσοστό 20% ο δεύτερος εναγόμενος [αναιρεσείων] και κατά ποσοστό 10% ο δεύτερος ενάγων (για δε το ποσοστό (10%) του τελευταίου, ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν και η πρώτη ενάγουσα με βάση τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ.).

Όπως δε ελέχθη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 333/2009 απόφασης του ως άνω δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμ. αριθμ. 121/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων επιδικάστηκε στους συγγενείς του θανόντος, το ποσό των 80.000 ευρώ σε έκαστο των γονέων του πλέον τόκων και εξόδων, το ποσό των 30.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, στην αδελφή του, και το ποσό των 15.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, στον παππού του, το οποίο όφειλαν να καταβάλουν σε αυτούς εις ολόκληρον οι διάδικοι της παρούσας δίκης, αλλά και ο Μ.

Τ.ς, ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει. Τους οικείους του θανόντος ικανοποίησαν πλήρως οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από το από 24/6/2010 ιδιωτικό συμφωνητικό-εξοφλητική απόδειξη, σύμφωνα με το οποίο αυτοί προς εξόφληση της ανωτέρω οφειλής παρέδωσαν α) στον Γ. Α., πατέρα του θανόντος, και εις διαταγήν του την υπ' αριθμ. 37235684-2 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία έκδοσης την 24η/6/2010 ποσού 94.408 ευρώ (80.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 11.408 ευρώ για τόκους + 3.000 ευρώ για μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας), β) στην Α.

συζ. Γ. Α., μητέρα του θανόντος, και εις διαταγήν της την υπ' αριθμ. 37235685-1 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία έκδοσης την 24η/6/2010 ποσού 94.408 ευρώ (80.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 11.408 ευρώ για τόκους + 3.000 ευρώ για μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας), γ) στην Ε. Α. του Γ., αδελφή του θανόντος, και εις διαταγήν της την υπ' αριθμ. 37235686-9 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία έκδοσης την 24η/6/2010 ποσού 36.678 ευρώ (30.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 5.178 ευρώ για τόκους + 1.500 ευρώ για μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας), δ) στους δικηγόρους Χ.

Σ. και Δ. Λ., οι οποίοι ενεργούσαν για λογαριασμό του Σ. Π., παππού του θανόντος, και εις διαταγήν του παρέδωσαν την υπ' αριθμ. 37235687-7 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία έκδοσης την 24η/6/2010 ποσού 18.089 ευρώ (15.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 2.589 ευρώ για τόκους + 500 ευρώ για μέρος της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας), ήτοι οι ενάγοντες κατέβαλαν στους οικείους του θανόντος, Ν.

Α., το συνολικό ποσό των 243.583 ευρώ. Όμως, το ποσό αυτό θα πρέπει να επιμεριστεί και στους λοιπούς υποκειμενικά ευθυνόμενους για την επέλευση του επίδικου συμβάντος που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του Ν. Α., σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης του καθενός, ως αναλύθηκε ανωτέρω.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται με ποσοστό 10% και αμφότεροι οι ενάγοντες με ποσοστό συνολικά 20%, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, δεκτού γενόμενου, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βασίμου, του σχετικού λόγου της πρώτης έφεσης και απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της δεύτερης έφεσης, με την οποία ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα (αμελή συμπεριφορά) τον βαρύνει στην επέλευση του επίδικου συμβάντος και ότι συνεπώς δεν νομιμοποιούνταν παθητικά, άλλως ότι ευθύνεται σε ποσοστό μόλις 1% (σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός του ότι δε φέρει ουδεμία ευθύνη ούτε ως κληρονόμος του πατέρα του Μ. Τ., διότι αποποιήθηκε την κληρονομιά αυτού, αλυσιτελώς σε κάθε περίπτωση προβάλλεται, καθώς δεν ενάγεται με την ιδιότητα αυτή).

Συνεπώς, ο δεύτερος εναγόμενος, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στους ενάγοντες, το ποσό των 48.716,60 ευρώ ( 20% επί του ποσού των 243.583 ευρώ) και όχι το ποσό των 24.358,30 ευρώ που δέχτηκε η εκκαλουμένη. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υφίστανται άλλοι λόγοι των ένδικων εφέσεων για την ουσία της υπόθεσης, προς έρευνα θα πρέπει: 1) Η υπό στοιχείο β' έφεση του εκκαλούντος Κ.

Τ. να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη [. . .] και 2) Η υπό στοιχείο α' έφεση των εκκαλούντων, Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. Α..Ε. Ε.- Ε. - Ε. Α. - Α. Σ." (και Κ. Τ.), να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο.

Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, να δικασθεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό [. . .], να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει σε ολόκληρο στους ενάγοντες το ποσό των 48.716,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 25.7.2012. . .".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 416, 419, 421, 926 και 927 ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι ικανοποίησαν πλήρως τους οικείους του θανόντος Ν.

Α., όπως τούτο προκύπτει από το από 24.6.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό - εξοφλητική απόδειξη, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει σαφώς ότι οι αναφερόμενες σε αυτό επιταγές δόθηκαν προς τους οικείους του θανόντος, αντί καταβολής και προς ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεών τους που πήγαζαν από την υπ' αριθμ. 333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 121/2010 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Ιωαννίνων.

Η δε βούληση των μερών να ισχύσει η παράδοση των δίγραμμων επιταγών αντί καταβολής και όχι χάριν καταβολής, συνάγεται εμμέσως κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν τα μέρη στο από 24.6.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ως "εξοφλητικής απόδειξης". Νομίμως, λοιπόν, κατ' άρθρο 927 ΑΚ, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, εφόσον κατέβαλαν ολόκληρη την αποζημίωση στους οικείους του θανόντος, άσκησαν το δικαίωμα αναγωγής, κατά των λοιπών συναιτίων.

Σημειώνεται ότι και οι ενάγοντες για τη θεμελίωση της ανωτέρω αξιώσεώς τους προς αναγωγή, ανέφεραν στην από 21.1.2019 και με αριθμό κατ. 60/21.1.2019 ένδικη αγωγή τους (βλ. σελ. 2 αυτής) κατά λέξη τα εξής: ". . .Την 24.6.2018 οι ενάγοντες (Τ. M. Α. και Κ. Τ.), σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των αξιώσεων των συγγενών του θανόντος Ν.

Α. καταβάλαμε το συνολικό ποσό διακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα τριών (243.583) Ευρώ και συγκεκριμένα: α) στον Γ. Α. παραδώσαμε εις διαταγήν του την υπ' αριθμόν 37235684-2 δίγραμμη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία 24.6.2010, ποσού 94.408 ευρώ (ήτοι 80.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο + 11.408 για τόκους + 3.000 ευρώ για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, β) στην Α.

σύζυγο Γ. Α. . . .".

Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε "ότι οι αντίδικοι κατέβαλαν στους οικείους του Ν. Α. το σύνολο της επιδικασθείσας αποζημίωσης παραδίδοντας σε αυτούς επιταγές και άρα γεννήθηκε το αγωγικό τους δικαίωμα, χωρίς όμως να δεχθεί ούτε ότι οι επιταγές αυτές πληρώθηκαν ούτε ότι δόθηκαν, κατόπιν σύμπτωσης βούλησης των μερών, αντί και όχι χάριν καταβολής", είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. 6.- Με τον τέταρτο (τελευταίο), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, διότι επιδίκασε στους ενάγοντες - ήδη αναιρεσίβλητους, με βάση το ποσοστό ευθύνης του, τη δικαστική δαπάνη της δίκης της αποζημίωσης, καθώς και τους τόκους του ποσού της αποζημίωσης ήτοι ποσά τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην κατ' άρθρο 927 ΑΚ αποζημίωση, άλλως διότι ουδόλως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι τα ποσά αυτά επιδικάσθηκαν με την απόφαση της δίκης αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, υπό αριθ. 2, εφόσον οι παθόντες αποζημιώθηκαν για τη ζημία που υπέστησαν, μετά από διεξαγωγή δίκης κατά όλων των εις ολόκληρο ευθυνομένων, μόνον από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, οι τελευταίοι, στρεφόμενοι με αναγωγή κατά των λοιπών εις ολόκληρο υπόχρεων, δικαιούνται να αξιώσουν ο,τιδήποτε κατέβαλαν για την αιτία αυτή στους οικείους του θανόντος, ανάλογα με το ποσοστό (συν)υπαιτιότητας του καθενός εκ των περισσοτέρων συνυποχρέων, ήτοι και τους τόκους επί του ποσού της αποζημίωσης και τα δικαστικά έξοδα.

Από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα λόγο αναίρεσης μέρος, όπως παρατίθεται αναλυτικά στο κεφάλαιο 5 της παρούσας, προκύπτει ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναφέρονται αναλυτικά τα ποσά, κατά το κεφάλαιο, τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, που κατέβαλαν οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι στους οικείους του θανόντος και τα οποία αυτοί ζητούν αναγωγικά από τους (αναγωγικά) εναγόμενους, Ν.

Κ. (μη διάδικο πλέον) και Κ. Τ. (αναιρεσείοντα). Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων είχε μετάσχει ως εναγόμενος στην κύρια δίκη επί της αγωγής των συγγενών του θανόντος στο εργατικό ατύχημα (ζημιωθέντων τρίτων), επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ' αριθ. 121/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη με αριθ. 333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δυνάμει της οποίας επιδικάσθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως εις ολόκληρο συνοφειλέτη, με τους λοιπούς συνοφειλέτες του (ενάγοντες στην ένδικη αναγωγή), τόκοι επιδικίας και δικαστική δαπάνη και συνεπώς δεν γεννάται ζήτημα μη ευθύνης αυτού έναντι των συνοφειλετών που κατέβαλαν τα αντίστοιχα ποσά στους ζημιωθέντες τρίτους, ως εξ αναγωγής υποχρέου.

Περαιτέρω ανάλυση του ποσού των δικαστικών εξόδων και των τόκων που επιδικάστηκαν στους οικείους του θανόντος με την υπ' αριθμ. 333/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 121/2010 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Ιωαννίνων, δεν είναι αναγκαία, πολύ δε περισσότερο που το ποσό των τόκων δεν προσδιορίζεται σε συγκεκριμένο ποσό, αλλά υπολογίζεται επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ως προς τα δύο του σκέλη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 7.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά των αναιρεσιβλήτων, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά τους, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.5.2023 και με αριθ. κατάθ. 18/25.5.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 294/25.10.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ