161/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15936/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1953/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2019 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated161/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου ο νόμος 2396/1996, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ακολούθως από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), προέβλεπε στο άρθρο 1 παρ. 1 α' περ.
Full text
Απόφαση 161 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 161/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "E.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε. E. A. E.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. του Α., 2) Ν. Γ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Βουλκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15936/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1953/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου ο νόμος 2396/1996, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ακολούθως από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), προέβλεπε στο άρθρο 1 παρ. 1 α' περ.
αα' και ιι', ότι για τους σκοπούς του, κύρια επενδυτική υπηρεσία αποτελεί, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και η εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, στην παρ. 2 περ.
στ' του ίδιου άρθρου ότι παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία αποτελεί και η παροχή προς τους επενδυτές συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1α, στην παρ, 6 περ. α' και β' του ίδιου άρθρου ότι ως κινητές αξίες νοούνται οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, καθώς και οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, στο άρθρο 3, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του νόμου ότι σ' αυτόν υπάγονται οι Ε.Π.Ε.Υ.
και τα πιστωτικά ιδρύματα με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31, καθώς και τα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό Κώδικα Δεοντολογίας, που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, οπότε κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτά τα πρόσωπα εφαρμόζονται αναλόγως και καταλλήλως οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του άρθρου 7, και στο άρθρο 7 παρ. 1-3 ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες, που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ.
και του προσωπικού τους και ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου, στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη, ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι αυτός ό κώδικας μπορεί να διαφοροποιείται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών και λοιπών Ε.Π.Ε.Υ., αναλόγως των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών και της οργάνωσης και εποπτείας τους, ότι περιεχόμενό του θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων, που απασχολούνται σ' αυτές, και ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι Ε.Π.Ε.Υ.:
α) Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους έτσι, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.
γ) Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές, δ) Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς....
ζ) Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αρ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του ανωτέρω νόμου, ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...
Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του ήδη καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης και εφαρμοζόταν απευθείας ή αναλόγως κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου 2396/1996 και επί πιστωτικών ιδρυμάτων, που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του, εφόσον παρείχαν κύριες ή παρεπόμενες αντιστοίχως επενδυτικές υπηρεσίες, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων ειδικότερα προελέχθηκαν) κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και κανονισμού, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν.3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ ΕΚ, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Έτι περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "... bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη ορισμένης συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με οποιοδήποτε εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 1163/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 489 ΑΚ, περί ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, "Απαίτηση εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων δανειστών για την ίδια παροχή, ο καθένας απ' αυτούς έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει ολόκληρη, ο οφειλέτης όμως έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μια φορά".
Επομένως, στην περίπτωση της εις ολόκληρον ενοχής, που μπορεί να προβλέπεται συμβατικά ή από το νόμο, καθένας από τους περισσότερους δανειστές γίνεται δικαιούχος της παροχής και μπορεί, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, να απαιτήσει την εκπλήρωσή της, από τον οφειλέτη, η οποία (εκπλήρωση) αν γίνει ως προς τον έναν, από τους δικαιούχους, επιφέρει απόσβεση της ενοχής, έναντι όλων (πρβλ.
ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1098/2018, ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1812/2007, ΑΠ 753/2003). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα Σ. Γ. εργαζόταν από το 1989 μέχρι το 2012 στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής πλεκτών του πατέρα της "Κ. Γ." ενώ ο ενάγων Ν.
Γ., αδελφός της ενάγουσας εργάζεται και αυτός από το 1986 μέχρι σήμερα στην ίδια επιχείρηση. Οι ενάγοντες είναι απόφοιτοι Λυκείου, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις στα οικονομικά, τραπεζικά και συναφή θέματα. Θέλοντας να επενδύσουν τα έσοδα από την επιχείρησή τους συνεργαζόταν από το 1990 με το υποκατάστημα της εναγομένης στην οδό … στη …, έχοντας ατομικούς και κοινούς λογαριασμούς με τους συζύγους τους, Δ.
Σ. η πρώτη (ενάγουσα) και Π. Κ. ο δεύτερος (ενάγων), ενώ στη συνέχεια εξαιτίας των μεγάλων χρηματικών ποσών, που είχαν καταθέσει, παραπέμφθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης στο τμήμα της ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) του ως άνω υποκαταστήματος, που έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και συμβουλών από το εξειδικευμένο προσωπικό της στους συγκεκριμένους καλούς πελάτες.
Αρχικά στις 9-4-2003 η ενάγουσα υπέγραψε με την μητέρα της Γ. Γ., την με αριθμ. ... σύμβαση, με την οποίαν από τον κοινό τους λογαριασμό, παρασχέθηκε στην εναγομένη η εντολή και πληρεξουσιότητα να εκτελεί, κατόπιν αντίστοιχης εντολής, την απόκτηση στο όνομα και της ενάγουσας μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών.
Στη συνέχεια με αντίστοιχες συμβάσεις, που υπέγραψαν οι ενάγοντες και ο Δ. Γ. στις 19-5-2003 και δη την με αριθμ. ..., την με αριθμ. ..., που υπέγραψαν η ενάγουσα, ο Δ. Σ. και ο Κ. Σ. δόθηκε η ίδια ως άνω εντολή στην εναγομένη. Αντίστοιχα και ο ενάγων υπέγραψε όμοιες συμβάσεις και συγκεκριμένο την με αριθμ. ..., την με αριθμ, ...
και την με αριθμ. ... σύμβαση με την σύζυγό του Π. Κ.. Επίσης την άνοιξη του 2006 η ενάγουσα υπέγραψε μαζί με τον σύζυγό της Δ. Σ. την με αριθμ. ... σύμβαση με όμοια με το ως άνω περιεχόμενο. Στη συνέχεια η ενάγουσα στις 10-8-2008 υπέγραψε την με αριθμ. ... σύμβαση με όμοιo περιεχόμενο. Με τις ως άνω συμβάσεις oι ενάγοντες επένδυαν τα εισοδήματά τους σε βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές και σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης, τραπεζική υπάλληλος Μ.
Μ.. Aπό τα παραπάνω προκύπτει ότι καταρτίστηκε σιωπηρά μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη, ανέλαβε μέσω των υπαλλήλων της, ως προστηθέντων από αυτήν, να δίνει συμβουλές στους ενάγοντες, για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η πληροφόρηση αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη κάθε απόρασης για επένδυση των κεφαλαίων τους.
Οι ενάγοντες, όπως αποδείχθηκε, προέβαιναν επανειλημμένα σε επενδύσεις χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένα τραπεζικά προϊόντα και, ειδικότερα, ομόλογα συγκεκριμένης λήξης, αμοιβαία κεφάλαια καθώς και σε προθεσμιακές καταθέσεις, πλην όμως τους ενδιέφερε πάντοτε σε όλες τις επενδυτικές τους κινήσεις, το αρχικό τους κεφάλαιο, που διέθεταν από αποταμιεύσεις ετών και από την πολυετή εργασία τους, να είναι απόλυτα ασφαλές και εγγυημένο, να έχει μια σταθερή απόδοση τόκων και να έχουν τη δυνατότητα να το λάβουν σε ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως σαφώς κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες απόδειξης και το γεγονός αυτό το είχαν καταστήσει σαφές στους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους ερχόταν σε επαφή αναζητώντας τρόπους επωφελούς επένδυσης των χρημάτων τους.
Ήταν, δηλαδή, συντηρητικοί επενδυτές, οι οποίοι ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη φύση και τη λειτουργία των διαφόρων τραπεζικών προϊόντων, εφόσον, βέβαια, ενημερωνόταν επαρκώς και εμπεριστατωμένα γι' αυτά. Άλλωστε, όσο έμπειροι και αν θεωρηθούν οι ενάγοντες, είναι σαφές ότι η εναγομένη διαθέτει πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις σχετικά με αυτές συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές της τελευταίας να είναι άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς των εναγόντων, οι οποίοι με τη σειρά τους βασίζονται στην υπεύθυνη πληροφόρηση εκ μέρους των εξειδικευμένων στα επενδυτικά προϊόντα υπαλλήλων της εναγομένης.
Συνεπώς, η μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών εκ μέρους των εναγόντων για επενδυτική διαμεσολάβηση της εναγομένης, των επενδυτικών εκείνων επιλογών, που αποφάσιζαν κάθε φορά οι ίδιοι οι ενάγοντες, αφού προηγουμένως είχαν απλώς ενημερωθεί σχετικά από την εναγομένη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον έκτο λόγο της έφεσής της η εναγομένη, αλλά αυτήν της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δοθέντος ότι στην πρώτη περίπτωση οι ίδιοι έχουν την διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, δίδοντας εντολές στην εναγομένη για αγορά ή πώληση μετοχών ή τοποθέτηση των χρημάτων τους σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, η οποία απλώς διαμεσολαβεί στην εκτέλεση των εντολών αυτών.
Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε, δεδομένης της πολυπλοκότητας των χρηματοπιστωτικών επενδυτικών προϊόντων και της μη εξειδίευσης των εναγόντων σ' αυτά (καθώς δεν έχουν γνώσεις οικονομικές και χρηματοπιστωrικές), σε συνδυασμό με τις πολλές συμβάσεις ανοίγματος χαρτοφυλακίων, στις οποίες προέβησαν, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητες οι συμβουλές των εξειδικευμένων υπαλλήλων της εναγομένης για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς αυτών.
Όπως προκύπτει δε και από τα από 24-3-2017 έγγραφα της εναγομένης...ενώ είχε θεσπιστεί ο αναφερθείς στη μείζονα σκέψη της παρούσας Ν. 3806/2007 (με ισχύ από 1-11-2007), με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως ΜiFiD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, η τελευταία κατέταξε τους ενάγοντες στην κατηγορία του ιδιώτη πελάτη (και όχι του επαγγελματία επενδυτή), ο οποίος δικαιούται να λαμβάνει, με αντίστοιχη υποχρέωση της τράπεζας, τη μέγιστη δυνατή πληροφόρηση και προστασία κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και συμβουλών, στοιχείο που επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό αυτών (εναγόντων) ως συντηρητικών επενδυτών...
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο επενδυτικός τους σύμβουλος ήταν ο Δ. Κ., προστηθείς της εναγομένης στο τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking), με τον οποίο στην πορεία της καθημερινής σχεδόν επαφής απέκτησαν μια σχέση εμπιστοσύνης. Ο τελευταίος, τον Οκτώβριο του 2006, παρουσίασε στους ενάγοντες, ένα νέο τραπεζικό επενδυτικό προϊόν, προκειμένου να το επιλέξουν για την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους.
Συγκεκριμένα επρόκειτο για ένα ομόλογο, με εκδότρια τη θυγατρική της Α. τράπεζας αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία Α. G. J. L., με εγγυήτρια την ως άνω τράπεζα, με τύπο εγγύησης αυτόν της μειωμένης εξασφάλισης. Συγκεκριμένα επρόκειτο γιο ένα ομόλογο της κατηγορίας των "perpetual bonds", δηλαδή των "ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκών" ή "αιώνιων" ή "αόριστης διάρκειας", όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, χωρίς δηλαδή ουσιαστικά λήξη.
Το επιτόκιό του (ετήσια απόδοση, τοκομερίδιο, κουπόνι) ήταν σταθερό για την πρώτη πενταετία, με επιτόκιο 6% επί της ονομαστικής του αξίας (επί της αρχικής δηλαδή αξίας του κατά την έκδοση) και ακολούθως κυμαινόμενο. Παράλληλα όμως ούτε η καταβολή, ούτε η πληρωμή των ετήσιων τόκων (αποδόσεων) ήταν εξασφαλισμένη, αφού αντίθετα, ενόψει της φύσης του ομολόγου ως (Νοn - Cumulative), αυτή εξαρτιόταν από τη δυνατότητα της εκδότριας να διανείμει μέρισμα στους μετόχους της, αν και oι κάτοχοι αυτού του ομολόγου είχαν την ίδια αντιμετώπιση με τους κατόχους προνομιούχων μετοχών, είχαν δηλαδή προβάδισμα σε σχέση με τους κατόχους κοινών μετοχών.
Επομένως, αν η εκδότρια, για οικονομικούς λόγους που αφορούσαν την ίδια, δεν διένειμε σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο μέρισμα στους μετόχους της, θα είχε το δικαίωμα να μην πληρώσει και τους τόκους της προηγουμένης χρήσης του συγκεκριμένου ομολόγου. Η απώλεια δε των μη πληρωθέντων τόκων (αποδόσεων) θα ήταν οριστική, αφού οι αποδόσεις δεν ήταν σωρευτικές (Νοn - Cumulative), πράγμα που σημαίνει ότι οι μη καταβληθείσες για συγκεκριμένη περίοδο αποδόσεις δεν θα καταβάλλονταν στην επομένη ή στις επόμενες περιόδους.
Εξάλλου, δικαίωμα πρόωρης ανάκλησης (First CalΙ) είχε μόνο η ως άνω εκδότρια, έχοντας αυτή και μόνο το δικαίωμα να το ανακαλέσει, κατά την ελεύθερη βούλησή της σε συγκεκριμένες μελλοντικές ημερομηνίες, με πρώτη ημερομηνία αυτήν της 18-2-2015, οπότε και μόνο είχε την υποχρέωση να το αποπληρώσει με την πληρωμή της ονομαστικής αξίας, που είχε καταβάλει ο κάτοχος του ομολόγου κατά την απόκτηση του τίτλου.
Ο κομιστής επομένως του συγκεκριμένου ομολόγου δεν είχε το δικαίωμα της πρόωρης ανάκλησης, δεν δικαιούνταν δηλαδή σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του, προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Συνεπώς, το επίμαχο ομόλογο είναι ένα υβριδικό, πολύπλοκο επενδυτικό προϊόν, χωρίς ουσιαστικά λήξη, χωρίς δικαίωμα ανάκλησης από τον ομολογιούχο και επιστροφής του επενδυθέντος κεφαλαίου, για το οποίο διατηρούσε μία διηνεκή αξίωση σε βάρος της εκδότριας, μάλλον χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού δε συνδεόταν με οποιοδήποτε μέσο εξαναγκασμού, με διακινδύνευση ακόμα και της πληρωμής των ιδίων των ετησίων αποδόσεων, αλλά και της οριστικής απώλειας όσων δε θα είχαν καταβληθεί, Ειδικότερα ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης, ενεργώντας στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτόν από την εναγόμενη εργοδότριά του καθηκόντων, δεν παρείχε καμία έγγραφη προσυμβατική ενημέρωση στους ενάγοντες με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των σύνθετων ομολόγων, που τους πρότεινε να επενδύσουν σε αυτά και των τυχόν επενδυτικών κινδύνων, που προέρχονται από αυτά και τα οποία ο ίδιος, λόγω της θέσης του γνώριζε.
Αντίθετα, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες των εναγόντων, τους διαβεβαίωσε προφορικά ότι η λήξη του ομολόγου ήταν την 18-2-2015, η αναγραφόμενη δε στα σχετικά έγγραφα ένδειξη "ημερομηνία λήξης 2049" ήταν τυπική, ώστε να καταχωρηθεί η έκδοση στο σύστημα συναλλαγών, αποκρύπτοντάς τους το γεγονός ότι επρόκειτο για ομόλογο του είδους των "perpetual bonds", δηλαδή για αιώνιο ομόλογο χωρίς ουσιαστικά λήξη, καθώς και ότι το δικαίωμα της πρόωρης ανάκλησης των επίμαχων ομολογιών, οπότε και η αξία του διακανονισμού τους ορίζεται στο 100% της ονομαστικής τους αξίας, είχε μονομερώς μόνο η εκδότρια και όχι ο δικαιούχος επενδυτής, ο οποίος εξαρτιόταν απολύτως από τη βούληση της πρώτης για την επιστροφή του κεφαλαίου του.
Αντίθετα, τους διαβεβαίωσε ότι έχουν την δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης του ομολόγου, αρκεί να τον ειδοποιήσουν για την πρόθεσή τους αυτή τρεις ημέρες πριν, γεγονός, που είναι αληθές, παραλείποντας όμως να τους επισημάνει και να τους επεξηγήσει ότι η τιμή πώλησής του στη δευτερογενή αγορά, στην περίπτωση δηλαδή ρευστοποίησής του από τον κάτοχό του, ενείχε τον κίνδυνο σημαντικής κεφαλαιακής απώλειας.
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι το συγκεκριμένο ομόλογο ήταν υψηλού επενδυτικού ρίσκου, οι δε ενάγοντες, εάν γνώριζαν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά του δεν θα προέβαιναν στην αγορά του...Από όλα όμως τα παραπάνω αναφερθέντα χαρακτηριστικά προκύπτει ότι μόνο επενδυτές με μεγάλα κεφάλαια, που δεν έχουν την πρόθεση ποτέ να τα ρευστοποιήσουν, αλλά μόνον να εισπράττουν τις ετήσιες αποδόσεις των υβριδικών αυτών ομολόγων, που και αυτές δεν ήταν βέβαιη η είσπραξή τους, αφού η καταβολή τους εξαρτιόταν από την εκδότρια εταιρία και επί πλέον δεν ήταν σωρευτικές, θα επένδυαν σε αυτά τα ομόλογα.
Τα χαρακτηριστικά δε αυτά των ομολόγων τα κατατάσσουν σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου...Εξάλλου, πεισθέντες από την ως άνω ελλιπή ενημέρωση του υπαλλήλου της εναγομένης, σι ενάγοντες αποφάσισαν να επενδύσουν στα ομόλογα αυτά, αφού ρευστοποίησαν προηγούμενες επενδύσεις τους, αγόρασαν ο καθένας, με τη μεσολάβηση της εναγομένης, ομολογίες του συγκεκριμένου ομολόγου την 9-10-2006, με ολοκλήρωση έκαστης συναλλαγής την 12-10-2006, ονομαστικής αξίας 142.000 ευρώ, καταβάλλοντας έκαστος το ποσό των 111.683 ευρώ, ήτοι το 74,75% της αξίας τους.
Στις αντίστοιχες των αγορών έγγραφες επιβεβαιώσεις συναλλαγών, που τους χορήγησε η εναγομένη, αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ως ημερομηνία λήξης η 18-2-2049, ο τύπος του "κουπονιού", δηλαδή του επιτοκίου ότι ήταν ποσοστού 6%, η τιμή του ομολόγου και το καταβληθέν ποσόν, ο ως άνω δε προστηθείς της εναγομένης τους παρέδωσε το από 25-1-2005 εσωτερικό σημείωμα της εναγομένης, που απευθυνόταν στον ίδιο από πρόσωπο με τα στοιχεία "C.
P.", όπου δεν αναφερόταν η παραπάνω ημερομηνία (2049), αλλά αναφερόταν μόνο ως ημερομηνία πρώτης ανάκλησης (Fίrst Cαll) και ημερομηνία διακανονισμού (Settlement Date) η 18-2-2015. Στο ίδιο έγγραφο τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του επιμάχου ομολόγου, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή αποτελούσε ομόλογο "ατελεύτητης διάρκειας", με μη σωρευτικές αποδόσεις και μη εξασφαλισμένη πληρωμή τους, αναφέρονται με τους αγγλικούς κατά συντομία αντίστοιχους όρους "perp NCIO" (perpetυαl bοηds), Non cumulative, "Νοη - Votίng Preferred Securities", οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι επεξηγήθηκαν ούτε αναλύθηκαν στους ενάγοντες, έτσι ώστε αυτοί να κατανοήσουν την έννοια και σημασία τους, δεδομένου ότι αυτοί ακόμη και αν είναι γνώστες της αγγλικής γλώσσας δεν μπορούν να κατανοήσουν αγγλικούς χρηματοπιστωτικούς όρους και την σημασία τους.
Η έλλειψη δε της γνώσης των εναγόντων για το άληκτο του τίτλου και τους όρους του προϊόντος, δεν αναιρείται από την αναγραφή στην αίτηση, που υπέβαλαν και υπέγραψαν οι ενάγοντες για την αγορά των τίτλων της ένδειξης "perpetual", όπως αβάσιμα υποστήριξε στην ένορκη κατάθεση της η μάρτυρας της εναγομένης, Μ. Μ., για τους ως άνω λόγους.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι oι ενάγοντες ενημερώθηκαν επαρκώς ως προς όλα τα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον όγδοο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα, λόγος, που πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το γεγονός δε ότι αυτά αγοράστηκαν από την δευτερογενή αγορά στο 74,75% της αξίας τους δεν αίρει τα ως άνω χαρακτηριστικά των ομολόγων, ως σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων υψηλού επενδυτικού κινδύνου ούτε το ότι θα μπορούσαν οι ενάγοντες να τα πωλήσουν εκ νέου στην δευτερογενή αγορά, αφού το γεγονός αυτό θα σήμαινε νέα απώλεια του κεφαλαίου τους, όπως και συνέβη, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν τα ως άνω χαρακτηριστικά των ομολόγων, στα οποία επένδυσαν, τον Ιανουάριο του 2012, όταν η ως άνω εκδότρια των υβριδικών ομολογιών με τα από 20-1-2012 και 18-1-2013 έγγραφά της προς την Ά. τράπεζα γνωστοποιεί στους επενδυτές των υβριδικών τίτλων ότι θα διανεμηθεί και δεν θα καταβληθεί (μη σωρευτικά) μέρισμα στους κατόχους υβριδικών τίτλων στις 20-2-2012, αλλά ούτε και στις 18-2-2013.
Στις διαμαρτυρίες των εναγόντων για την μη είσπραξη των αποδόσεων των ομολόγων τους, οι υπάλληλοι της εναγομένης τους καθησύχασαν, λέγοντάς τους ότι το γεγονός αυτό ήταν προσωρινό και ότι θα αποκατασταθεί στη συνέχεια. Όμως τελικά, τον Απρίλιο του 2013 η εναγομένη τους ανακοίνωσε ότι ο μόνος τρόπος να μην απωλέσσυν το σύνολο του κεφαλαίου τους ήταν να αποδεχθούν την ρευστοποίηση του ομολόγου έναντι ποσοστού 35% του κεφαλαίου τους, με την πώλησή του στη δευτερογενή αγορά, όπως και τελικά έπραξαν στις 14-5-2013 λαμβάνοντας έκαστος το ποσό των 49.700 ευρώ, με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί ζημία 61.983 ευρώ (111.683 - 49.700) έκαστος....".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ύψος της θετικής ζημίας του κάθε, ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, εξαιτίας της προαναφερθείσης υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της, ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, έφθανε στο συνολικό ποσό των 61.983 ευρώ (το οποίο είχε επιδικασθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη θετική ζημία εκάστου των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι υφίστατο, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά:
α) παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, ο οποίος είχε νόμιμη υποχρέωση, βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων, παρέχοντας συμβουλές για την επένδυση στο ως άνω επενδυτικό προϊόν να προβεί σε πλήρη ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων, δια των αναφερόμενων στην απόφαση τρόπων, για τη φύση, τα χαρακτηριστικά και του κινδύνους αυτής της επένδυσης, που τους πρότεινε, λαμβάνοντας υπόψη τις επιθυμίες τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (ΑΠ 931/2019), πράγμα που παρέλειψε να πράξει, μη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη σε τέτοιες συναλλαγές επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε εκ των περιστάσεων να επιδείξει ένας μέσος συνετός συναλλασσόμενος υπάλληλος τράπεζας, που επιδίδεται στην παροχή τέτοιων υπηρεσιών (συμβουλών και διαμεσολάβησης), καθώς και, β) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του και της ζημίας των εναγόντων, συνιστάμενης στην απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου τους.
Οι επί μέρους, εντασσόμενοι σ' αυτό το λόγο αναίρεσης, ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένως εφαρμόσθηκε το άρθρο 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 713, 714, 719 ΑΚ περί εντολής, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε τις παραδοχές του σε πταίσμα περί την εκτέλεση της εντολής αγοράς του ομολόγου, αλλά στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος της αναιρεσείουσας, που προηγήθηκε της εντολής και οδήγησε σ' αυτήν.
Αβάσιμοι είναι και οι συναφείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις που καθορίζουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ, διότι η ίδια δεν αποτελεί Ε.Π.Ε.Υ. αλλά τράπεζα, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο Κώδικας αυτός και οι βασικές αρχές του άρθρου 7 του νόμου 2396/1996, εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως και για τα πιστωτικά ιδρύματα, που παρέχουν κύριες ή παρεπόμενες στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας επενδυτικές υπηρεσίες αντιστοίχως, στις τελευταίες από τις οποίες εντάσσεται και η παροχή προς τους επενδυτές συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους κινητών αξιών, τέτοιο δε περιεχόμενο κρίθηκε ότι είχε και η κατ' αρχήν μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα ατύπως σύμβαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης. Περαιτέρω, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι: "...αποδείχθηκε ότι ή αγορά των επίδικων ομολόγων έλαβε χώρα, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα, με την με αριθμ.. ... σύμβαση, την οποία είχε υπογράψει ενεργούσα ατομικά και ως πληρεξούσια του συζύγου της, με χρέωση του κοινού τους λογαριασμού, όσον αφορά δε τον δεύτερο ενάγοντα, με την με αριθμ. 5054 σύμβαση, την οποία είχε υπογράψει ενεργών ατομικά και ως πληρεξούσιος της συζύγου του, με χρέωση του κοινού τους λογαριασμού.
Με τις εν λόγω δε συμβάσεις οι ανωτέρω παρείχαν στην εναγομένη την εντολή, πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση όπως ενεργεί, με χρέωση του κοινού λογαριασμού των αντισυμβαλλομένων της, κάθε εντολή αυτών, μεταξύ άλλων, για αγορά επ' ονόματί τους κάθε είδους κινητών αξιών, με τον όρο δε 10 των ανωτέρω συμβάσεων ρητώς συνομολογήθηκε ότι "Έναντι της τράπεζας οι πελάτες είναι οφειλέτες εις ολόκληρον έκαστος και δανειστές εις ολόκληρον έκαστος, Οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή δήλωση, σχετική με την παρούσα σύμβαση, τους ανωτέρω χρηματικούς λογαριασμούς, τις ανωτέρω κινητές αξίες και το Λογαριασμό Κινητών Αξιών, οποιουδήποτε από τους πελάτες, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των άλλων πελατών.
Οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή δήλωση της τράπεζας προς οποιονδήποτε από τους πελάτες ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των άλλων πελατών...".
Συνεπώς υφίσταται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή εκάστου των εναγόντων και του συζύγου του, καθένας εκ των οποίων, κατ' άρθρ. 489 ΑΚ, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή, η εναγόμενη όμως οφειλέτιδα έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μία φορά.
Συνεπώς οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ζητήσουν, ο καθένας ξεχωριστά, την ανόρθωση ολόκληρης της ζημίας τους, από την αδικοπραξΙα της εναγομένης σε βάρος τους, η τελευταία δε θα την καταβάλει μόνο μία φορά..., απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου...". Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει αυτών των παραδοχών του, την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 489 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 480 και 481 ΑΚ, καθόσον, ενώ πρόκειται περί διαιρετής παροχής, αντί να επιδικάσει στους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες, ως αποζημίωση, το ποσό που αναλογεί στα ομόλογα, τα οποία αυτοί αγόρασαν για λογαριασμό τους, τους επιδίκασε και εκείνο που αναλογεί σ' αυτά (ομόλογα), τα οποία, οι ίδιοι, αγόρασαν ως πληρεξούσιοι των συζύγων τους, κρίνεται αβάσιμος, διότι, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν.
ΙΙ. Από τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας απόφασης διατάξεις, ήτοι των άρθρων 298, 288, 914, 930 παρ. 3 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΑΠ 244/2016).
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 244/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέβαλε ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, την οποία νομότυπα επανέφερε στο Εφετείο. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το επιδικασθησόμενο ποσό, το οποίο θα αφορά τη ζημία του ενάγοντος, το εισπραχθέν από εκείνον ποσό των αποδόσεων του επίδικου επενδυτικού προϊόντος σε τόκους, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 28.266,95 ευρώ.
Το Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση αυτή στο σύνολο της με τις εξής αιτιολογίες: "... ναι μεν τα αναφερόμενα ποσά αποτελούν κέρδος των εναγόντων από τους ένδικους τίτλους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν, εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εναγόμενη τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες και κατά συνέπεια δεν δύναται να συνυπολογιστεί στη ζημία των τελευταίων.
Άλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα ερχόταν σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης, αφού οι τελευταίοι τους είχαν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η αποζημίωση, που θα επιδικαζόταν από την απώλεια του κεφαλαίου τους ή του μεγαλύτερου μέρους της, αν η εναγομένη είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρεόγραφα.
Εξάλλου δεν είναι ανεκτό, κατά τις ως άνω αρχές το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος...". Το Εφετείο κρίνοντας απορριπτέα την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που ο ενάγων έλαβε ως απόδοση του ανωτέρω ομολόγου, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις αναφερόμενες στην κύρια αιτιολογία απόρριψης της παραπάνω ενστάσεως, διότι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ.
α', 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε, ενώ από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, προκύπτουν και αναφέρονται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του ως προς την ανωτέρω ένσταση, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου.
Βάσει των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αφού προϋπόθεση γι' αυτόν τον συνυπολογισμό είναι να προήλθε το κέρδος και η ζημία από το ίδιο επιζήμιο γεγονός.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το κέρδος δεν προκλήθηκε από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του αναιρεσιβλήτου, η οποία οφείλεται στην παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος της αναιρεσείουσας, που του δημιούργησε την πεπλανημένη πεποίθηση πως θα του αποδιδόταν μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ακέραιο το κεφάλαιο της επένδυσής του, πράγμα που αποτελούσε βασικό σκοπό αυτής της επένδυσης, αλλά από το (μη επιζήμιο, διαφορετικό) γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου του προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση της κυριότητας του τίτλου (ομολόγου) και απέδωσε ως καρπούς τους εισπραχθέντες από τον αναιρεσίβλητο τόκους, τους οποίους αυτός επίσης ανέμενε να αποκομίσει.
Επομένως ο ως άνω λόγος είναι κατά το πρώτο σκέλος του αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες, πλήττεται η επάλληλη, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται, σκέψη του Εφετείου σχετικά με την απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, σύμφωνα με την οποία αυτός ο συνυπολογισμός θα ήταν άλλωστε και αντίθετος στις αρχές της καλής πίστης.
Ο σχετικός λόγος είναι κατ' αυτό το σκέλος του προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού η προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, βάσει της οποίας κρίθηκε απορριπτέα η ανωτέρω ένσταση και η οποία δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά, μετά την απόρριψη του πρώτου σκέλους του παραπάνω λόγου, επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1207/2017).
ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 06-11-2019 αίτηση για αναίρεση της 1953/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στην από 06-11-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, ενιαίως όμως, λόγω της κοινής τους εκπροσώπησης, παράστασης και κατάθεσης προτάσεων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-11-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 1953/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ