Supreme Court dismisses appeal on inheritance will, rejecting claims of disinheritment and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding an inheritance will. The appellant argued for disinheritment based on his father's inability to support himself and alleged procedural flaws, but the court found these arguments unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, the costs were assigned to the appellant, and the original judgment upholding the will's validity stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1840 no. 4 of the Civil Code; Article 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure: The court rejects an appeal when the lower court's substantive decision on disinheritment is based on proven facts of the testator's poverty and the appellant's malicious breach of support obligations, and when the appeal raises inadmissible points attacking the final judgment on facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 161 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 161/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1.Α. - Π. Τ. του Α., 2. Θ. Τ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Χρυσό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 65/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων, με την από 27-12-2016 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1916/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη . Με την από 5-7-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων επανέρχεται προς συζήτηση η κρινόμενη υπόθεση στη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 27-12-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.65/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, για την οποία είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την εκδίκασή της η 1-11-2017. Κατ' αυτή τη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων και με την υπ' αριθμ. 1916/2017 απόφασή του κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της πιο πάνω αίτησης, γιατί δεν προέκυπτε αν ο απολειπόμενος αναιρεσείων κλητεύθηκε.
Κατόπιν της από από 5-7-2018 κλήσης των αναιρεσίβλητων ορίσθηκε νέα δικάσιμος για να συζητηθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-12-2018), κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από την υπ' αριθμ. ….1 Γ'/28-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με έδρα το Πρωτοδικείο Αγρινίου Β. Λ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω κλήσης των αναιρεσίβλητων με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου (5-12-2018) και κλήση προς τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσής του για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τελευταίο στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής (άρθρ. 119, 120 και 128 παρ.1 εδ.
α' ΚΠολΔ). Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρο του, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.).- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.1784/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το υπ' αριθμ.115/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας, που έχει καταστεί αμετάκλητο, το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις από 5-10-2015 προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της κύριας βάσης της αγωγής του, δυνάμει του οποίου ο ίδιος απαλλάσσεται από την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης, αλλά το αγνόησε, αφού δεν διέλαβε στην απόφασή του την οποιαδήποτε κρίση ως προς αυτό.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (στο έκτο φύλλο, 1η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν βούλευμα, παρά τη μη ειδική αναφορά του, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου.
Κατά την έννοια του άρθρου 1839 ΑΚ οι λόγοι για τους οποίους ο διαθέτης με διάταξη τελευταίας βούλησης μπορεί να στερήσει τον, κατά το άρθρο 1825 του ίδιου Κώδικα, μεριδούχο από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, δηλαδή οι λόγοι της αποκλήρωσης στη στενή της έννοια, είναι αποκλειστικοί και μόνο όσοι για κάθε περίπτωση ορίζονται στις διατάξεις των επόμενων άρθρων 1840-1842 ΑΚ.
Ειδικότερα, ο διαθέτης, με την παραπάνω έννοια της αποκλήρωσης, μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 4) και η περίπτωση που ο κατιών αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη.
Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αποκλήρωσης απαιτούνται σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, ήτοι : α) ο κατιών να είχε από το νόμο (όχι από σύμβαση) υποχρέωση να διατρέφει τον ανιόντα διαθέτη και β) να αθετήσει κακόβουλα την υποχρέωσή του αυτή. Αν δεν συντρέχει, επομένως, έστω και μία από τις προϋποθέσεις αυτές, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η διάταξη της διαθήκης του ανιόντα για αποκλήρωση του κατιόντα είναι άκυρη και ο τελευταίος έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία του πρώτου. (Α.Π. 129/1991).
Κακόβουλη αθέτηση της υποχρέωσης για διατροφή υπάρχει όταν ο κατιών, γνωρίζοντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υποχρέωσης αυτής, παραλείψει την εκπλήρωσή της, αν και είναι σε θέση να την εκπληρώσει (Α.Π.1389/1990). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1487 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, ότι το δικαίωμα διατροφής του ανιόντα υπάρχει, όταν αυτός δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ότι η υποχρέωση του κατιόντα για διατροφή του ανιόντα δεν υπάρχει, όταν ο πρώτος, ενόψει και των λοιπών υποχρεώσεών του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να κινδυνεύει η δική του διατροφή, καθώς επίσης ότι το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή), η δε διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου ανιόντα (Α.Π.122/1998).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.9/2016)..
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α.
Π. του Ν., κάτοικος ..., που απεβίωσε στην … στις 5-7-2011, σε ηλικία 79 ετών, άφησε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του τον υιό του, ενάγοντα, ο οποίος γεννήθηκε στις 15-8-1978 στην …, από το γάμο του διαθέτη με τη μητέρα του Σ. Κ., ο οποίος τελέστηκε στην Καλαμάτα στις 19-2-1978 και λύθηκε συναινετικά με την υπ' αριθμ. 22/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Ο ανωτέρω αποβιώσας, Α. Π. κατέλειπε την υπ' αριθμ. …16/2-3-2010 δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., νομίμως δημοσιευθείσα με τα υπ' αριθμ. …5Δ'/1-9-2011 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αποκλήρωσε τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα ο διαθέτης αναφέρει στη διαθήκη του επί λέξει : "Κληρονόμους αφήνω τα δύο παιδιά του αγαπητού μου φίλου και συμπαραστάτη Α.
Τ., δηλαδή στον Π. και στην Θ., διότι είναι ο μόνος που με φροντίζει, με νοιάζεται, πληρώνει τις υποχρεώσεις μου, με τρέχει στους γιατρούς και ποτέ δεν μου αξίωσε ούτε ένα ευρώ. Στους παραπάνω κληρονόμους μου αφήνω όλη μου την κινητή και ακίνητη περιουσία μου, που θα βρεθεί κατά το θάνατό μου, εξίσου, αλλά τους αφήνω μαζί με την κληρονομία το δικαίωμα να συνεχίσουν τα δικαστήρια κατά του γιου μου Ν.
Π., που αυτός μου έχει αφαιρέσει χωρίς τη θέλησή μου, το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα ενός χιλιάδων ευρώ περίπου από την Τράπεζα ... Ειδικά για αυτό το δικαίωμα με τα δικαστήρια τους αφήνω ευχή και κατάρα να το συνεχίσουν διότι το παιδί μου μου φέρθηκε απάνθρωπα, με ξεγέλασε και με πέταξε σα σκυλί στους πέντε δρόμους, χωρίς να σκεφτεί ότι είμαι πατέρας του, που στο παρελθόν του είχα δώσει τα πάντα και ότι έχω και σοβαρά προβλήματα υγείας.
Το παιδί μου Ν. Π. τον αποκληρώνω και δεν του αφήνω τίποτα 1ον) διότι στο παρελθόν και μέχρι το διαζύγιό μου με τη μητέρα του, του έδωσα πολλά χρήματα, περίπου 200.000,00 ευρώ σημερινά λεφτά, 2ον) του μεταβίβασα, χωρίς να πληρώσει τίποτα, ένα ακίνητο της αδελφής μου Α., σαν πληρεξούσιός της και 3ον) έχει φερθεί σε μένα με μεγάλη αχαριστία, αφού εκτός της παραπάνω συμπεριφοράς του με βρίζει παντού, με απειλεί, και ενώ μου πήρε, χωρίς τη θέλησή μου, όλες τις οικονομίες, έχει θέσει σε κίνδυνο τη διατροφή μου, δεν με φροντίζει και μου έχει στερήσει τα απαραίτητα για τη διατροφή μου.
Μου πήρε όλα τα λεφτά μου, όλες τις οικονομίες μου και με άφησε πανί με πανί". Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, ο οποίος ζει μόνιμα και εργάζεται ως δημοτικός υπάλληλος στο …., μετά το διαζύγιο των γονέων του από το έτος 1997 και μετέπειτα δεν διατηρούσε καμία επαφή με τον πατέρα του, ενώ επανασυνδέθηκαν κατά το έτος 2007, κατόπιν πρωτοβουλίας του τελευταίου (πατέρα του).
Πράγματι, οι σχέσεις τους ήταν έκτοτε αρμονικές και για το λόγο αυτό ο διαθέτης αποφάσισε να στηρίξει οικονομικά τον ενάγοντα, πείθοντας την αδελφή του Α. Π. να του δωρίσει ένα αστικό ακίνητο, σημαντικής αξίας στην …. Συγκεκριμένα, το Νοέμβριο του 2009, με δική του παρέμβαση και ενεργώντας ως πληρεξούσιος της αδελφής του δωρήθηκε από την τελευταία (ιδιοκτήτρια) με το υπ' αριθμ.
…11/27-11-2009 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ. Σ. στον ενάγοντα ένα αστικό ακίνητο (οικόπεδο με ισόγεια κατοικία) στην …. (εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου …, στη θέση …), εμβαδού (του οικοπέδου) 318,51 τετρ. μέτρων και της ισογείου κατοικίας (όπου διέμενε ο διαθέτης και η αδελφή του Α.) 78,31 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 160.897, 71 ευρώ, (για φορολογικούς λόγους η πράξη μεταβίβασης του ακινήτου αναφέρεται ως πώληση, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για δωρεά), καταβάλοντας αυτός (διαθέτης) το σύνολο των εξόδων μεταβίβασης του ακινήτου αυτού (έξοδα συμβολαίου, παραστάσεις δικηγόρων, φόρο μεταβίβασης, τέλη καταχώρησης στο κτηματολόγιο), που ανήλθαν σε 8.000 ευρώ περίπου, με αποτέλεσμα να προκύψει ωφέλεια για τον ενάγοντα από την αιτία αυτή τουλάχιστον 170.000 ευρώ.
Εξάλλου, ο ενάγων, ο οποίος, εκτός της εργασίας του ως δημοτικός υπάλληλος, δεν είχε άλλους πόρους, δεν ήταν σε θέση να εκταμιεύσει και διαθέσει ένα τόσο σημαντικό ποσό για την αγορά του ανωτέρω ακινήτου, ούτε προκύπτει εκ μέρους του η κατάθεση εμβάσματος τέτοιου χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της θείας του ή του πληρεξουσίου πατέρα του.
Μάλιστα, ο διαθέτης πατέρας του, Α. Π., σκόπευε να ανεγείρει επ' αυτού τριώροφη οικοδομή με υπόγειο και πυλωτή στο όνομα του υιού του, ενάγοντος, για το λόγο αυτό ανέθεσε στις αρχές Δεκεμβρίου 2009 στον πολιτικό μηχανικό Γ. Λ. την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας, δυνάμει δε του υπ' αριθμ.
…09/3-12-2009 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σ. Κ. Σ. ο ανωτέρω Α. Π. ορίσθηκε πληρεξούσιος του ενάγοντος, προκειμένου να τον εκπροσωπεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου …. για την ολοκλήρωση ανέγερσης της οικοδομής αυτής, με δαπάνες του ιδίου (διαθέτη), με προορισμό να μετεγκατασταθούν σ' αυτή (οικοδομή) σε αυτοτελείς ανεξάρτητες κατοικίες ο τελευταίος (διαθέτης), η αδελφή του Α.
Π. και ο ενάγων με την οικογένειά του. Προηγουμένως (σχεδόν ένα έτος πριν τη μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου στον ενάγοντα), στα πλαίσια της επαναπροσέγγισης πατέρα και υιού, και συγκεκριμένα στις 14-11-2008 ο Α. Π., επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του υιού του, από κοινού με τον ενάγοντα απευθύνθηκαν στο Υποκατάστημα ….
της Τράπεζας ... και άνοιξαν τον με αριθμό 0811864400 κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο (ενώ το αρχικό, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, υπόλοιπο ήταν μηδενικό), την ίδια ημέρα ο Α. Π. κατέθεσε με επιταγές άλλων Τραπεζών, από ατομικούς του λογαριασμούς, συνολικά το ποσό των 297.591,38 ευρώ, και ειδικότερα :
α) με την αριθμό ...84 τραπεζική επιταγής της Τράπεζας ..., με ημερομηνία 14-11- 2008, ποσού 206.133,04 ευρώ, από τον ατομικό του λογαριασμό με αριθμό 0026....846 (ο οποίος μετά την ανάληψη αυτή μηδενίστηκε) και β) με την με αριθμό ...76 τραπεζική επιταγή της αυτής ως άνω Τράπεζας, με ημερομηνία 14-11-2008, ποσού 91.458,34 ευρώ, από τον ατομικό του λογαριασμό με αριθμό 0026....67, ο οποίος μετά την ανάληψη αυτή μηδενίστηκε.
Ακολούθως, ο αυτός Α. Π. στις 30-3-2009 κατέθεσε στον ως άνω κοινό λογαριασμό το ποσό των 200.000 ευρώ, προερχόμενο από την με αριθμό ...36-1 τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία 27-3-2009 ποσού 200.000, πληρωτέα από τον ατομικό του λογαριασμό 22...-403, ο οποίος μετά την ανάληψη αυτή μηδενίστηκε, εξαντλώντας το σύνολο των αποταμιεύσεών του στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, ο οποίος ανήλθε σε 491.591,38 ευρώ.
Το λογαριασμό αυτό διαχειριζόταν αποκλειστικά ο Α. Π., στην κατοχή του οποίου ευρίσκετο διαρκώς και το οικείο τραπεζικό βιβλιάριο, και συγκεκριμένα στην οικία του στην …, δίδοντας ο ίδιος, και μόνο αυτός, εντολές για προθεσμιακές καταθέσεις (υπογράφοντας τις σχετικές εντολές) και άλλες συναλλαγές, γεγονότα από τα οποία σαφώς συνάγεται ότι ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα ανάληψης των χρημάτων αυτών, όπως αβασίμως και αναληθώς αυτός ισχυρίζεται, παρά μόνο είχε συμφωνηθεί ότι θα ελάμβανε χρήματα ύστερα από εντολή του πατέρα του, αφού μόνο αυτός εξαρχής αποφάσιζε και έκανε όλες τις συναλλαγές, το όνομα δε του ενάγοντος τέθηκε στον επίμαχο κοινό λογαριασμό, όταν ήδη ο διαθέτης βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία (διένυε το 76° έτος της ηλικίας του), για την περίπτωση αιφνίδιου θανάτου του, και προς αποκατάσταση του ενάγοντος στο μέλλον, χωρίς πρόθεση ή συμφωνία να του δωρίσει εν ζωή και να του εκχωρήσει οποιοδήποτε ποσό από το λογαριασμό αυτό, που αποτελούσε τις μοναδικές αποταμιεύσεις του, και είχε μόνο αυτός το δικαίωμα να τις διαθέτει για την προσωπική του συντήρηση ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία (όπως για την χρηματοδότηση ανέγερσης της προαναφερόμενης οικοδομής), με τους όρους όμως της δικής του επιλογής.
Ωστόσο, ο ενάγων εκμεταλλευόμενος την έκτακτη εισαγωγή του πατέρα του στις 29-12-2009 στο Γενικό Νοσοκομείο …., απ' όπου εξήλθε στις 3-1-2010 με διάγνωση "σοβαρού βαθμού στένωση αορτής - καρδιακή ανεπάρκεια" και την επανεισαγωγή του στις 5-1-2010 και εκ νέου νοσηλεία του έως τις 8-1-2010, προσήλθε στις 7-1-2010 στην οικία του πατέρα του στην … και αφαίρεσε από την κατοχή του τελευταίου το βιβλιάριο καταθέσεων του κοινού λογαριασμού, σπάζοντας μάλιστα το συρτάρι, όπου εφυλάσσετο αυτό από τον πατέρα του.
Στη συνέχεια δε χωρίς την εντολή του τελευταίου, τη συναίνεσή του ή εκ των υστέρων έγκρισή του προέβη αυθημερόν σε ανάληψη από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα ... όλου του διαθέσιμου υπολοίπου, ύψους 481.118,48 ευρώ, μεταφέροντάς το σε δικό του (ατομικό) τραπεζικό λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, και δη στον με αριθμό ….403 λογαριασμό, αφήνοντας μηδενικό υπόλοιπο στον κοινό λογαριασμό.
Μάλιστα, ποσό 280.000 ευρώ εκ του ανωτέρω κοινού λογαριασμού ήταν "κλειστό" σε προθεσμιακή κατάθεση από τον Α. Π. από 22-10-2009 μέχρι τις 22-1-2010 (όπως συνήθιζε αυτός να επενδύει τμήμα του κεφαλαίου του από το λογαριασμό αυτό για να απολαμβάνει μεγαλύτερο επιτόκιο καταθέσεως), την οποία ο ενάγων με δική του εντολή ακύρωσε, προκειμένου να αναλάβει και ιδιοποιηθεί ολόκληρο το διαθέσιμο υπόλοιπο, μηδενίζοντας τον κοινό λογαριασμό.
Το γεγονός της αφαίρεσης των χρημάτων ο Α. Π. το αντιλήφθηκε στις 27-1-2010. Ειδικότερα, όταν αυτός, προτιθέμενος να πληρώσει τρέχουσες οικονομικές εκκρεμότητες, αναζήτησε, χωρίς αποτέλεσμα, το βιβλιάριο καταθέσεων, που φύλασσε στο σπίτι του, και ακολούθως απευθύνθηκε στην εν λόγω Τράπεζα, για να του το αντικαταστήσει (πιστεύοντας ότι το έχει αυτός απωλέσει) διαπίστωσε ότι ο ενάγων στις 7-1-2010 είχε μεταφέρει ολόκληρο το διαθέσιμο υπόλοιπο από τον κοινό τους λογαριασμό σε ατομικό του λογαριασμό στην ίδια τράπεζα.
Συγχρόνως, η Α. Β., η οποία εργαζόταν σ' αυτόν ως οικιακή βοηθός και νοσοκόμα της αδελφής του Α. τον πληροφόρησε ότι ο υιός του είχε εισέλθει στην οικία του (ενόσω αυτός νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο …. και σπάζοντας το συρτάρι αφαίρεσε το βιβλιάριο καταθέσεων (βλ. σχετικά την υπ' αριθμ. …..8/23-2-2010 ένορκη βεβαίωση της Α.
Β., ληφθείσα νομότυπα ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. ΑΠ 621/2014). Έκτοτε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Α. Π. προς τον υιό του για επιστροφή των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, αυτός αρνήθηκε να επιστρέψει το αντισυμβατικά αναληφθέν ποσό, ιδιοποιούμενος και κατακρατώντας αυτό, χωρίς να έχει δικαίωμα διατήρησής του, αφού αυτό προερχόταν αποκλειστικά και μόνο από τις αποταμιεύσεις του ηλικιωμένου πατέρα του, ο οποίος δεν είχε δώσει εντολή (ούτε υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία) για μεταφορά του ποσού αυτού σε ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία.
Ακολούθως, ο ενάγων απομακρύνθηκε από τον πατέρα του, διέκοψε κάθε επαφή με αυτόν, αδιαφορώντας πλήρως για τη διαβίωσή του και την κατάσταση της υγείας του. Ο τελευταίος, μάλιστα, προφασίζεται ότι προέβη στην ανάληψη και ιδιοποίηση του ποσού αυτού, φοβούμενος ότι λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του πατέρα του, δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί πλέον τα χρήματά του.
Χρησιμοποιεί, μάλιστα, ως επιχείρημα ότι δήθεν ο πατέρας του, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, εκμυστηρεύθηκε σ' αυτόν ότι είχε δανείσει το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ σε φίλο του, ονόματι Α. Γ.. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος είναι αναληθείς και όλως εσφαλμένα υιοθετήθηκαν (ως αληθείς) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν διότι δεν προκύπτει υπόλοιπο ή διαφορά 50.000 ευρώ στον κοινό λογαριασμό, από το αρχικώς (στις 30-3-2009) εκταμιευθέν στο λογαριασμό αυτό ποσό, εκ 491.591,38 ευρώ, σε σχέση με το διαθέσιμο υπόλοιπο κατά το χρόνο ανάληψής του από τον ενάγοντα, που ανήρχετο σε 481.118, 48 ευρώ (λαμβανομένου υπόψη ότι ο Α.
Π. δεν διέθετε άλλο τραπεζικό λογαριασμό ούτε είχε στην κατοχή του μετρητά χρήματα τέτοιου ύψους, αφετέρου δε διότι ο διαθέτης (κατά τον ως άνω χρόνο) ήταν ψυχικά και πνευματικά σε καλή κατάσταση και δεν παρουσίαζε έκπτωση νοητικών λειτουργιών, όπως προκύπτει από την από 12-3-2011 (ένα και πλέον έτος μετά την ανάληψη και ιδιοποίηση των χρημάτων από τον ενάγοντα και τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, ότε κατάσταση της υγείας του είχε κατά πολύ επιβαρυνθεί, με αποτέλεσμα να αδυνατεί πλέον να αυτοεξυπηρετηθεί) έκθεση του διορισθέντος από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας πραγματογνώμονα νευρολόγου - ψυχιάτρου Α.
Δ., σύμφωνα με την οποία ο Α. Π. ήταν συνεργάσιμος και είχε επαρκή επικοινωνία, παρουσίαζε δε μετρίου βαθμού έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών σε έδαφος όμως, χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας, με αποτέλεσμα η νοητική του λειτουργία να επηρεάζεται από τις μεταπτώσεις της αναπνευστικής του λειτουργίας, εάν δηλαδή αυτός δεν ελάμβανε επαρκή ποσότητα οξυγόνου (που ελάμβανε καθημερινά) θα μειώνονταν οι νοητικές του λειτουργίες σε μέτριο βαθμό.
Επίσης, η από 8-1-2010 γνωμάτευση του ιατρού - ψυχιάτρου του Γενικού Νοσοκομείου …, Α. Υ., σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης έπασχε "από οργανικό ψυχοσύνδρομο με ανοϊκά στοιχεία (διαταραχή κρίσης, μνήμης, προσανατολισμού)" αναφέρεται στην κατάσταση του ασθενή, όπως αυτός διαπίστωσε, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο εν λόγω νοσοκομείο, υπό καθεστώς νοσηλείας και φαρμακευτικής αγωγής και δεν αναφέρεται στην εν γένει ψυχοπνευματική του κατάσταση και συγκρότηση, με τα εχέγγυα μιας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.
Ενδεικτικά, εξάλλου, γεγονότα της συγκροτημένης πνευματικής του κατάστασης ήταν ότι ο Α. Π., αμέσως μετά τη διαπίστωση της ιδιοποίησης των χρημάτων του από τον ενάγοντα έδωσε εντολή σε δικηγόρο …. με το υπ' αριθμ. …3/11-2-2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., εμφανιζόμενος ο ίδιος αυτοπροσώπως ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου, να ασκήσει όλα τα εκ του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα, ώστε να υποχρεωθεί ο ενάγων να του επιστρέψει τα αναληφθέντα από τον κοινό λογαριασμό χρήματα.
Πράγματι, κατ' εντολή του κατατέθηκαν αφενός μεν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου η από 14-2-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. …5/18-2-2010) αγωγή επί της οποίας, μετά από αναβολές, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …7/2013 απόφασή του, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής, αφετέρου δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η από 18-2-2010 (αριθμ.
εκθ. καταθ. …7/18-2-2010) αίτηση λήψης συντηρητικής κατάσχεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 659/2010 απόφασή του, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας και των καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος (συμπεριλαμβανομένου του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού του στην Τράπεζα ...), μέχρι το ποσό των 600.000 ευρώ, για την εξασφάλιση της απαίτησης του αντιδίκου, πατέρα του.
Έκτοτε, οι σχέσεις τους διακόπηκαν και ο ενάγων δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας του πατέρα του και τις εν γένει συνθήκες διαβίωσής του ούτε τον ενίσχυσε οικονομικά (όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει η εκκαλουμένη), επιδεικνύοντας, μάλιστα, εξυβριστική προς το πρόσωπο του συμπεριφορά, αποκαλώντας τον "παλιόγερο", ενώ τα μοναδικά πρόσωπα που τον στήριξαν, στη συνέχεια, ενεργά (ψυχικά και οικονομικά) ήταν οι φίλοι του, και κυρίως ο μάρτυρας ανταπόδειξης Α.
Τ.ς, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους υπ' αριθμ. …7/9-3-2010, …4/25-2-2010, …5/25-2-2010, ….8/1-4-2010, …1/20-4-2010 και …98/23-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες νομότυπα ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., προκειμένου να προσκομισθούν κατά τη συζήτηση της αίτησης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου , οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.
ΑΠ 621/2014). Τούτο, εξάλλου, είναι προφανές ενόψει και της σφοδρής εκκρεμούς δικαστικής αντιδικίας πατέρα-υιού, που ο τελευταίος, ωστόσο, προκάλεσε με την χωρίς εντολή του πατέρα του ανάληψη και ιδιοποίηση του συνόλου των αποταμιεύσεών του. Σημειωτέον, ότι ενώ ο ενάγων, μετά την ιδιοποίηση ολόκληρου του ποσού των αποταμιεύσεων του πατέρα του, από τον κοινό λογαριασμό, απομακρύνθηκε πλήρως από αυτόν (δεν απαντούσε ούτε στις τηλεφωνικές κλήσεις του) και αδιαφορούσε για την κατάσταση της υγείας του, στις 5-5-2010 μετά την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης εκταμίευσε και παρέδωσε στη Σ.
Σ. το ποσό των 1.200 ευρώ και μέχρι τις 30-6-2011 εκταμίευσε και παρέδωσε σ' αυτήν και στη μητέρα της Ε. Σ. το συνολικό ποσό των 10.506 ευρώ, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχαν στον πατέρα του, καθώς και για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης του τελευταίου. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω Ε. Σ., ανεψιά του διαθέτη, ενεργώντας κατόπιν συνεννόησης με τον ενάγοντα (ο τελευταίος στις 3- 5-2010 κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 27-4-2010 αίτηση για θέση σε δικαστική συμπαράσταση του πατέρα του, ζητώντας να διορισθεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης αυτού η Ε.
Σ.) ανέλαβε τον καταπονημένο σωματικά Α. Π., μετά την έξοδό του στις 23-4-2010 από το Νοσοκομείο …, όπου είχε εισαχθεί στις 12-3-2010, μετά από αιφνίδια επιδείνωση της υγείας του (αναπνευστική ανεπάρκεια), φιλοξενώντας τον αρχικά στην οικία της και στη συνέχεια σε παρακείμενο της οικίας της διαμέρισμα, προσφέροντάς του τις απολύτως στοιχειώδης και αναγκαίες για τη διαβίωσή του φροντίδες, επιμελούμενη, ωστόσο, συγχρόνως και προεχόντως με κάθε δυνατό τρόπο και αθέμιτα μέσα των συμφερόντων του ενάγοντος, προβάλλοντας δηλαδή εμπόδια στην επικοινωνία του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαθέτη με αυτόν (βλ.
την από 14-5-2010 αναφορά του δικηγόρου Χ. Χ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης) και παρεμποδίζοντας την επικοινωνία με τους φίλους του (βλ. την από 17-5-2010 αναφορά του Ι. Π. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης). Όλα τα ανωτέρω περιστατικά χαρακτηριστικά επιβεβαιώνει η Σ. Σ. στην ένορκη κατάθεσή της, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 337/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας πρακτικά, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της Ε.
Σ. αδυνατεί (λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει) να φροντίζει τον Α. Π., ο οποίος είναι πνευματικά διαυγής και επικοινωνεί με το περιβάλλον, όταν δεν βρίσκεται σε καταστολή υπό την επήρεια των ψυχοφαρμάκων, που του χορηγεί, σε μεγαλύτερη δοσολογία, ότι ζει απομονωμένος από τους φίλους του, ενώ η μητέρα της εξεδίωξε το δικηγόρο Χ., διότι επιθυμεί η περιουσία του διαθέτη να περιέλθει στον ενάγοντα, ο οποίος ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα, που αφαίρεσε, και την περιουσία του πατέρα του, όχι για τον ίδιο, ανησυχεί δε μήπως υπάρχει αντίθετη διαθήκη, ότι η φροντίδα της μητέρας της προς αυτόν περιορίζεται στα στοιχειώδη (φαγητό και ύπνος) και το ενδιαφέρον της επικεντρώνεται στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ενάγοντος, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι οι ανωτέρω καταβολές χρημάτων από τον ενάγοντα δήθεν προς διατροφή του πατέρα του (σε μεταγενέστερο χρόνο, και δη πέντε περίπου μήνες μετά την αφαίρεση των χρημάτων και τη σύνταξη της διαθήκης) εγένετο προσχηματικά, χωρίς ειλικρινές ενδιαφέρον, και σε κάθε περίπτωση ήταν χρηματικά ασήμαντες, σε σχέση με το χρηματικό ποσό, που ιδιοποιήθηκε, του εξασφάλιζαν μόνο τα απολύτως στοιχειώδη για τη διαβίωσή του (ως αυτός να ήταν σχεδόν άπορος) μέσα σε ένα αμφιλεγόμενο για τη ψυχική και σωματική του υγεία περιβάλλον, στην αντίθετη δε περίπτωση (χρήσης από τον ίδιο των διαθεσίμων αποταμιεύσεών του από τον κοινό λογαριασμό, αν δεν είχαν αφαιρεθεί) θα απολάμβανε αδιαμφισβήτητα πληρέστερη, αρτιότερη και εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα και περίθαλψη και σαφώς ένα πολύ καλό επίπεδο διαβίωσης, στο χώρο που αυτός θα επιθυμούσε και με τους όρους που αυτός θα επέλεγε.
Για τους λόγους αυτούς ο διαθέτης δεν παρείχε τη συγγνώμη του στον ενάγοντα και δεν ανακάλεσε ποτέ την εντολή του για τη διεξαγωγή και τη συνέχιση των εκκρεμών σε βάρος του υιού του δικών.
Συνεπώς, τα όσα πραγματικά περιστατικά μνημονεύει ο Α. Π. στην επίμαχη υπ' αριθμ. …6/2-3-2010 δημόσια διαθήκη του είναι όλα αληθή, και βέβαια (ως τέτοια, αληθή περιστατικά) δεν συνιστούν προϊόν εκ μέρους του πλάνης ή άγνοιας ή εσφαλμένης γνώσης της πραγματικής κατάστασης, την οποία μάλιστα με τη δική του αντίληψη αυτός διαπίστωσε και προσπάθησε, όσο ζούσε, με δικαστικά μέσα να την ανατρέψει.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι τα όσα αληθή γεγονότα μνημονεύει ο διαθέτης στη διαθήκη του υπεβλήθησαν σ' αυτόν δολίως από τρίτους, φίλους του (σαφώς υπονοώντας ο ενάγων τον Α. Τ.), ο οποίος, αντιθέτως, όχι μόνο δεν υπέβαλε σ' αυτόν τα διαλαμβανόμενα στη διαθήκη του αλλά ήταν ένας εκ των φίλων του, που συμπαραστάθηκε σ' αυτόν, συνοδεύοντάς τον σε γιατρούς και νοσοκομεία, ενισχύοντάς τον οικονομικά και στηρίζοντάς τον ψυχικά, καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα και πάντως μέχρι τις 23-4-2010.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη και αναπόδεικτη τυγχάνει η κύρια βάση της αγωγής. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Α. Π., μετά την παράνομη και κακόβουλη αφαίρεση και ιδιοποίηση των αποταμιεύσεών του από τον ενάγοντα, υιό του, περιήλθε σε κατάσταση πλήρους (σχεδόν) απορίας. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης (ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε επιφανής έμπορος της Καλαμάτας) λάμβανε ως μηνιαία σύνταξη από το ΤΕΒΕ, κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, το ποσό των 695 ευρώ.
Το ποσό αυτό σε κάθε περίπτωση δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες για τη διαβίωσή του και την προσωπική του συντήρηση, πολύ περισσότερο αφού λόγω των σοβαρών (καρδιοαναπνευστικών) προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε, έχρηζε αυξημένης, συνεχούς και εξειδικευμένης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενώ λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του είχε την ανάγκη προσφοράς υπηρεσιών, σε καθημερινή βάση και οικιακής βοηθού.
Το επιπλέον της σύνταξής του εισόδημα ο διαθέτης αντλούσε από την τοκοφορία του εισοδήματος των αποταμιεύσεών του, που είχε καταθέσει στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, το οποίο (με βάση τις ανωτέρω ανάγκες του) ήταν πολλαπλάσιο της μηνιαίας σύνταξής του, προκειμένου να συντηρείται επαρκώς και αξιοπρεπώς και να καλύπτει τις υποχρεώσεις του.
Ο ενάγων, όχι μόνο αφαίρεσε τα μοναδικά χρήματα του διαθέτη, που αυτός είχε αποταμιεύσει, εκτός των άλλων, για την προσωπική του συντήρηση, όταν πλέον δεν θα είναι σε θέση να εργάζεται, αλλά γνωρίζοντας ότι αυτός στερείται πλέον τα απαραίτητα μέσα για τη διαβίωσή του δολίως παρέλειψε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και μεταγενέστερα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να τον διατρέφει, όπως είχε υποχρέωση, αν και ήταν πλέον σε θέση μετά την ιδιοποίηση του σημαντικού αυτού ποσού.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι όχι μόνο αθέτησε την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει τον διαθέτη, αφού βέβαια προηγουμένως αυτός ο ίδιος (ενάγων) με την παράνομη ενέργειά του τον περιήγαγε σε κατάσταση απορίας, αλλά στη συνέχεια επέδειξε ανάλγητη, αχάριστη, προσχηματική και εν τέλει υβριστική συμπεριφορά προς το πρόσωπο του πατέρα του, χωρίς ίχνος μεταμέλειας ή παροχής συγγνώμης εκ μέρους του πατέρα του σ' αυτόν.
Τέλος, το γεγονός ότι, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ο διαθέτης είχε στην κυριότητά του ένα αγροτεμάχιο στη θέση "…." του Δήμου …, έκτασης 1.986,72 τετρ. μέτρων, μετά της επ' αυτού λυόμενης οικίας, δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός της επιγενόμενης απορίας του, αφού αυτό δεν ήταν προσοδοφόρο ούτε καθοιονδήποτε τρόπο εκμεταλλεύσιμο ή άμεσα ρευστοποιήσιμο προς εξασφάλιση των μέσων διαβίωσής του.
Συνεπώς, όταν ο πατέρας του ενάγοντος, στις 2-3-2010 συνέταξε τη δημόσια διαθήκη του, συνέτρεχε νόμιμος και αληθής λόγος αποκλήρωσης του ενάγοντος, όπως διαλαμβάνεται σ' αυτήν και ανάγεται, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, στον προβλεπόμενο από το άρθρο 1840 περιπτ. 4 του ΑΚ λόγο, απορριπτομένης, συνακόλουθα, ως ουσία αβάσιμη και της επικουρικής βάσης της αγωγής".
Ενόψει των περιστατικών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος περιγράφεται στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, συνιστά αθέτηση κακόβουλα απ' αυτόν της υποχρέωσης να διατρέφει το διαθέτη πατέρα του, που θεμελιώνει το λόγο αποκλήρωσης αυτού (ενάγοντος), κατά τη διάταξη του άρθρου 1840 αρ.4 του ΑΚ και ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής, με την οποία ο αναιρεσείων διώκει την αναγνώριση ως άκυρης της κρίσιμης δημόσιας διαθήκης του πατέρα του και την αναγνώρισή του ως νόμιμου μεριδούχου στην κληρονομία του διαθέτη, έσφαλε.
Στη συνέχεια, με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά παραδοχή της από 14-12-2014 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 129/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που είχε δεχθεί κατ' ουσία την επικουρική βάση της αγωγής, ακολούθως δε διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, ούτε παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1840 αριθ. 4 ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή της στοιχεία περισσότερα από εκείνα που περιλαμβάνονται στο πραγματικό της, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απορίας του διαθέτη, που συναρτάται με τον επικαλούμενο λόγο της αποκλήρωσης του αναιρεσείοντος, εκθέτοντας ειδικότερα ότι ο τελευταίος κακόβουλα αφαίρεσε τα χρήματα του πατέρα του και δεν είχε αυτός άλλα εισοδήματα για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες περίθαλψής του λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του, γεγονός το οποίο γνώριζε καθώς και το μοναδικό αγροτεμάχιο που αυτός διέθετε δεν ήταν προσοδοφόρο, με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτός σε κατάσταση που να αδυνατεί να διατρέφει πλέον τον εαυτό του, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσείων και τα οποία περιστατικά δικαιολογούν την αποκλήρωσή του.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους δεύτερο και τρίτο λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.).
Εξάλλου, είναι περιττές οι αιτιολογίες οι οποίες αναφέρονται στην ''ανάλγητη, αχάριστη, προσχηματική και εν τέλει υβριστική'' συμπεριφορά του αναιρεσείοντος προς το πρόσωπο του πατέρα του και δεν θεμελιώνουν λόγο αποκλήρωσης από τη διάταξη του άρθρου 1840 αριθ. 4 ΑΚ, αφού είναι σαφές με βάση τις πιο πάνω παραδοχές ότι το Εφετείο δέχθηκε μόνο πως ο στην επίμαχη διαθήκη αναφερόμενος από την ως άνω ουσιαστική διάταξη λόγος αποκλήρωσης του αναιρεσείοντος είναι αληθινός, αφού, ενώ αυτός είχε από το νόμο υποχρέωση να διατρέφει τον πατέρα του λόγω της απορίας του, αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωσή του αυτή.
Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, της ύπαρξης της απορίας του διαθέτη πατέρα του αναιρεσείοντος και της αδυναμίας αυτού να διατραφεί από την περιουσία του και εξ αυτής (απορίας του διαθέτη) της νόμιμης υποχρέωσης αυτού (αναιρεσείοντος) προς διατροφή του πατέρα του και της αθέτησης κακόβουλα της υποχρέωσής του προς διατροφή εκείνου εν γνώσει της απορίας αυτού και της συνδρομής εντεύθεν κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης του προβλεπόμενου από το άρθρο 1840 αριθμό 4 του ΑΚ λόγου αποκλήρωσης.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2016 αίτηση του Ν. Π. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ.65/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ