161/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 161 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμ α Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο ΚαλαματιανÏ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 161 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμ
α
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) των συνεχιζόντων τη δίκη εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Α. Γ. Μ., α. Γ. Μ. του Α., β. Ε. θυγ. Α. Μ., γ. Α. θυγ. Α. Μ., συζ. και ήδη χας Α. Β., κατοίκων ... και δ. Ε. χας Α. Μ., το γένος Α. Δ., που δεν παραστάθηκε και 3) των συνεχιζόντων τη δίκη εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Δ. Γ. Μ., α. Γ. Μ. του Δ., β. Π. Μ. του Δ. και γ. Ε. χας Δ. Μ., το γένος Π. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γκέλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Ε. χα Α. Μ., το γένος Α. Δ. (υπό στοιχ. 2δ ως άνω), απεβίωσε στις 12-6-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι της α. Γ. Μ. του Α., β. Ε. θυγ. Α. Μ. και γ. Α. θυγ. Α. Μ., συζ. και ήδη χα Α. Β. (υπό στοιχ. 2α, 2β και 2γ των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2001 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Α. Γ. Μ. και Δ. Γ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5918/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5499/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-3-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 26-1-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η υπ' αρ. 2δ' των αναιρεσιβλήτων Ε. χήρα Α. Μ. απεβίωσε στις 12-6-2016, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της Γ. Μ. του Α., Ε. θυγ. Α. Μ. και Α. θυγ. Α. Μ. χήρα Α. Β. (υπ' αρ. 2α', 2β' και 2γ' των αναιρεσιβλήτων). Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (3-11-2017) οι κληρονόμοι της αυτοί με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος της υπ' αρ. 2δ' των αναιρεσιβλήτων και η ιδιότητα των προαναφερομένων, ως κληρονόμων της, αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και μη αποποίησης από τους ίδιους της κληρονομίας της, καθώς και από το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ. 16, αλλά από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, και τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτόν, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 1339/1985, ΑΠ 1253/2009). Με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την 3907/2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων και με την οποία καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, καθώς και η δικαστική τους δαπάνη και η περιλαμβανόμενη σ' αυτήν αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καθιστά απαράδεκτη την ένδικη αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, που παρακρατήθηκε από την, ορισθείσα με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου και σε εκτέλεση αυτής, δικαστική τους δαπάνη παρανόμως για να αποδοθεί στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με την συνδρομή των προϋποθέσεων της ύπαρξης δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση και δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, με συνέπεια να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η παρακατεθείσα από το αναιρεσείον αποζημίωση, όπως αυτή καθορίστηκε με την 3907/2000 απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, ήταν ελλιπής, και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει αυτήν στους δικαιούχους.
Συνεπώς δεν ερεύνησε τη συνδρομή των προϋποθέσεων ύπαρξης δεδικασμένου και δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή περί μη ύπαρξης δεδικασμένου, απορρέοντος από την ίδια απόφαση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστασεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο, απαράδεκτο γενικώς, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 2/1989, Ολ.ΑΠ 14/2004), δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει σε επίκληση έννομης συνέπειας. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου, τον οποίο είχε προτείνει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως εναγόμενο, αμυνόμενο κατά της αγωγής και επανέφερε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ως εφεσίβλητο, προς υπεράσπιση της έφεσης. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον είχε ισχυρισθεί, ότι ο υπολογισμός και η παρακράτηση της δικηγορικής αμοιβής έγινε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 3907/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, από την οποία παρήχθη δεδικασμένο, τόσο ως προς το ύψος της καθορισθείσας με αυτήν οριστικής αποζημίωσης όσο και ως προς το ύψος της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων, δεσμευτικό για το Ελληνικό Δημόσιο, που υπήρξε όπως και οι αναιρεσίβλητοι διάδικο σε εκείνη τη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της 3907/2000 απόφασης προκύπτει, ότι με αυτήν καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα, καταδικάσθηκε το Ελληνικό Δημόσιο στην καθορισθείσα δικαστική δαπάνη των αιτούντων και ορίσθηκε η αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των δικαιούχων, χωρίς να διαλαμβάνεται σ' αυτήν διάταξη, ότι η τελευταία, δήθεν, έπρεπε να παρακρατηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και να αποδοθεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, με συνέπεια ο προβληθείς και φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο ισχυρισμός να είναι αλυσιτελής και η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σ' αυτόν να μην ιδρύει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ..
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 170/8-3-2013 αίτηση για αναίρεση της 5499/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ