Legislator Case Law & Legislation
161/2017 AI generated

161/2017 · 161/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2017
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 161 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 161/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, ΓεώÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 161/2017

Απόφαση 161 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 161/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του αποσχισθέντος και απορροφηθέντος κλάδου εμπορίας ειδών μουσικής, συμμετοχών και εκμετάλλευσης ακινήτων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Σκουλή και Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ανώνυμη εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου διά συγχωνεύσεως και απορροφήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Bank", στην οποία μεταβιβάστηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία και συμβατικές σχέσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", δυνάμει της 9250/9-10-2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας δι’ απορροφήσεως ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ (... Bank)", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-3-2010 αγωγή της "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", στη θέση της οποίας ήδη έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσίβλητη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 933/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4045/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 223, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση και υπό τις περιοριστικές προϋποθέσεις που εισάγονται με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ΚΠολΔ, που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 893/1984), συγχωρείται, μεταξύ άλλων, η έγερση αγωγής για παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και συνδέεται με τη μελλοντική επέλευση χρονικού σημείου ή γεγονότος ή την πλήρωση αίρεσης, οπότε ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή μόλις επέλθουν τα γεγονότα αυτά. Το άρθρο 69 του ΚΠολΔ εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 π.δ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", και στις περιπτώσεις απόδοσης του μισθίου για οποιαδήποτε αιτία, όχι όμως και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η ικανοποίηση άλλων αξιώσεων που εκπορεύονται από τη μισθωτική σύμβαση, όπως π.χ. επί αγωγικού αιτήματος καταβολής και μελλοντικών (μη δεδουλευμένων) μισθωμάτων, διότι κρίσιμος χρόνος να εκτιμηθεί αν συντρέχουν τα στοιχεία κτήσης και απαιτητού του ένδικου δικαιώματος είναι αυτός της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής και η αρχή της προληπτικής έννομης προστασίας γίνεται αποδεκτή μόνο κατ’ εξαίρεση και για ειδικούς, κάθε φορά, λόγους, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ 34/1995 (άρθρα 12 του ν. 813/1978, 3 του ν. 2041/1992), όπως ίσχυε, πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3853/2010 και, ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2α ν. 4242/2014, αν πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης που ρυθμίζεται από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης, παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός και, αφετέρου, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 1012/2012, ΑΠ 213/2012, ΑΠ 246/2011). Περαιτέρω, η καταγγελία, ως δικαιοπραξία, επιδέχεται μετατροπή, σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ, κατά το οποίο "όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα". Έτσι, για τη μετατροπή της άκυρης σε άλλη, έγκυρη, δικαιοπραξία, απαιτείται: 1) η ακυρότητα της πρώτης και η άγνοια των μερών για την ακυρότητα αυτή, 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000). Αυτή η βούληση των μερών για τη μετατροπή της δικαιοπραξίας πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη δικαιοπραξία έχει τις ίδιες συνέπειες ή ουσιωδώς αντίστοιχες με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία αν ήταν ισχυρή. Και τούτο, διότι εκείνο που επιδιώκεται με τη μετατροπή είναι η πραγμάτωση, όσο είναι δυνατό, της βούλησης των μερών. Η υποθετική θέληση των μερών (επί συμβάσεως αμφοτέρων αυτών) πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα μέρη, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά τη μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 551/2003), πρόκειται για καταλυτική ένσταση (ΑΠ 274/2004), γνήσια μη αυτοτελή. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί και, κατ’ άρθρ. 168 του ίδιου Κώδικα, η δήλωση της βούλησης δεν έχει καμιά ενέργεια, αν προηγουμένως ή ταυτόχρονα περιήλθε σ’ εκείνον στον οποίο απευθύνεται ανάκλησή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανάκληση που γίνεται πέρα από το χρόνο περιέλευσης της δήλωσης σε εκείνον που απευθύνεται στερείται έννομων αποτελεσμάτων, εκτός αν συμφωνήσει και ο τελευταίος ή αν πρόκειται για σύμβαση, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 186 ΑΚ (ΑΠ 1272/2001). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 4045/2012 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, αφού προηγουμένως απέρριψε, ως απαράδεκτη, την πρώτη ένδικη, από 17-3-2010, αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς την κύρια βάση της, κατά το μέρος που ζητούσε να της επιδικαστούν "οφειλόμενα" μισθώματα για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (26-1-2011), ήτοι μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012, δεχόμενο, ως βάσιμο, σχετικό λόγο της από 20-6-2011 έφεσης της εναγόμενης "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (της οποίας καθολική διάδοχος με συγχώνευση, ύστερα από απορρόφηση, είναι η αναιρεσίβλητη) και εξαφανίζοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 933/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε, περαιτέρω, ανέλεγκτα, αναφορικά με την εν λόγω αγωγή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 3-11-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 8-1-2002 συμφωνητικό τροποποίησης μίσθωσης, η εταιρεία με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία ακολούθως απορροφήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και η τελευταία (κλάδος εμπορίας ειδών μουσικής εικόνα και ήχου) από την ενάγουσα - εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μίσθωσε από τους Κ. Π. του Ε., Μ. συζ. Ι. Β., Π. Φ. του Γ., Ε. Π. του Ι., Σ. και Α. Π. του Ι., Ά. συζ. Ι. Π. και την εταιρεία "..." πέντε συνενωμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες (ισόγεια καταστήματα με υπόγειους χώρους), συνολικού εμβαδού 514,96 τ.μ. και 488,57 τ.μ. των υπογείων χώρων, ενός κτιρίου που βρίσκεται επί της οδού ..., στη ..., για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ήτοι από 1-1-1998 έως 31-12-2009, με μονομερές δικαίωμά της για παράταση της μίσθωσης έως 31-12-2012. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της εν λόγω σύμβασης η μισθώτρια είχε δικαίωμα υπομίσθωσης όλου ή μέρους του μισθίου. Ακολούθως και δυνάμει του ανωτέρω δικαιώματός της, η μισθώτρια υπεκμίσθωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η ενάγουσα - εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (και αυτής ήδη η αναιρεσίβλητη - "Τράπεζα ... ανώνυμη εταιρεία") με το από 26-1-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, τμήμα του μισθίου, επιφάνειας 115 τ.μ., με υπόγειο 122,50 τ.μ., που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του όλου ακινήτου επί της οδού ..., για το χρονικό διάστημα από 1-2-2001 έως 31-12-2009, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστημα της υπομισθώτριας τράπεζας στη Γλυφάδα. Εν συνεχεία με το από 16-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης υπεκμίσθωσε στην εναγόμενη και έτερο τμήμα του όλου μισθίου που βρίσκεται στο πίσω μέρος αυτού και σε συνέχεια του ανωτέρω ήδη υπομισθωμένου τμήματος, για το χρονικό διάστημα έως 31-12- 2009. Με το άρθρο 2 παρ. 2 αμφοτέρων των συμφωνητικών συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση ασκήσεως από την υπεκμισθώτρια του δικαιώματος της παρατάσεως της χρονικής διάρκειας της μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 αυτής, μέχρι 31-12-2012, η διάρκεια των συμβάσεων υπομίσθωσης θα παρατεινόταν αυτοδικαίως για όλο το χρονικό διάστημα της παράτασης της διάρκειας της αρχικής σύμβασης, ήτοι μέχρι 31-12-2012. Η υπομισθώτρια όμως είχε το δικαίωμα εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνώση της ασκήσεως του δικαιώματος παρατάσεως της διάρκειας της αρχικής μίσθωσης, να κοινοποιήσει έγγραφη δήλωσή της περί του ότι δεν επιθυμεί την παράταση της συμβατικής διάρκειας των συμβάσεων υπομίσθωσης και να αποχωρήσει αζημίως από τα μίσθια κατά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας των υπομισθώσεων, ήτοι στις 31- 12-2009. Με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα η μισθώτρια - υπεκμισθώτρια με την από 9-6-2009 δήλωσή της, που επιδόθηκε στους εκμισθωτές στις 10-6-2009, άσκησε το δικαίωμα παράτασης της αρχικής μίσθωσης μέχρι 31-12-2012, ενώ αυθημερόν γνωστοποίησε στην υπομισθώτρια την άσκηση του δικαιώματος παράτασης. Η τελευταία με την από 30-6- 2009 δήλωσή της, που απηύθυνε στην υπεκμισθώτρια, αποδέχθηκε την παράταση της συμβατικής διάρκειας της από 26-1-2001 υπομίσθωσης, που αφορούσε το μίσθιο στην πρόσοψη της οδού ..., έως τις 31-12-2012, ενώ ταυτόχρονα άσκησε το δικαίωμα εναντίωσης στην παράταση της διάρκειας της από 16-12- 2002 συμβάσεως υπομίσθωσης, που αφορούσε το μίσθιο προς τον ακάλυπτο χώρο του όλου ακινήτου και στο πίσω μέρος του πιο πάνω μισθίου. Η υπεκμισθώτρια συμφώνησε με την αποδοχή της παράτασης εκ μέρους της υπομισθώτριας τράπεζας, όσον αφορά την πρώτη από 26-1-2001 υπομίσθωση και αντέκρουσε το ασκηθέν δικαίωμα εναντίωσης στην παράταση της διάρκειας της από 16-12-2002 υπομίσθωσης, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, αντέβαινε στην καλή πίστη, για το λόγο ότι τα δυο μίσθια λειτουργούσαν στην πράξη συνενωμένα και το εσωτερικό μίσθιο δεν μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα. Μεσολάβησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης, όσον αφορά το εσωτερικό μίσθιο, οι οποίες απέβησαν άκαρπες. Ενόψει της εξέλιξης αυτής η υπομισθώτρια, με την από 5-10-2009 εξώδικη δήλωσή της προς την υπεκμισθώτρια, δήλωσε ότι εμμένει στη δήλωση εναντίωσης ως προς την παράταση της διάρκειας της από 16-12-2002 υπομίσθωσης του εσωτερικού μισθίου και ότι αναιρεί την προηγούμενη δήλωσή της περί αποδοχής της αυτοδίκαιης παράτασης της συμβατικής διάρκειας της από 26-1-2001 υπομίσθωσης, ασκώντας και ως προς αυτή το δικαίωμα εναντίωσης, μετά το oποίο θεωρεί ότι αμφότερες οι υπομισθώσεις λήγουν στις 31-12-2009. Με την εξώδικη αυτή δήλωση η υπομισθώτρια προέβη σε ανάκληση της προηγούμενης δήλωσής της. Όμως η δήλωση αυτή, καθ’ όσον ανακαλούσε την προηγούμενη δήλωση βουλήσεως, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα (παρά τα ισχυριζόμενα από την υπομισθώτρια), διότι η προγενέστερη, από 30-6-2009, δήλωση βουλήσεως της υπομισθώτριας Τράπεζας, η οποία περιήλθε σ’ αυτήν που απευθύνεται (υπεκμισθώτρια), δεν ανακαλείται (άρθρ. 167, 168 ΑΚ). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της υπομισθώτριας, ότι η θέση της υπεκμισθώτριας σχετικά με την ενιαία αντιμετώπιση και των δύο συμβάσεων υπομίσθωσης συνιστά νέα πρόταση, είναι αβάσιμος, διότι η αιτιολόγηση στην οποία προέβη η υπεκμισθώτρια, όσον αφορά μόνο την από 16-12-2002 υπομίσθωση, δεν αποτελεί απόκλιση από τα συμφωνηθέντα. Ακόμη η από 30-6-2009 δήλωση της υπομισθώτριας δεν αφορά αντιπρόταση με νέο περιεχόμενο (παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτήν), αλλά εμμονή στα ήδη συμφωνηθέντα και στην συμβατική δυνατότητα που η ίδια είχε. Σημειώνεται δε ότι, μολονότι η επαγγελματική δραστηριότητα της υπομισθώτριας εξυπηρετείτο ενιαία και από τους δύο μισθωμένους χώρους, οι μισθώσεις ήταν δύο και ανεξάρτητες η μία από την άλλη, σύμφωνα με τη βούληση των μερών και με ξεχωριστό μίσθωμα εκάστη, χωρίς να ασκεί επιρροή η άποψη που διατύπωσε εκ των υστέρων η υπεκμισθώτρια. Περαιτέρω, η υπομισθώτρια ισχυρίζεται ότι η από 30-6-2009 δήλωσή της, όσον αφορά την από 26-1-2001 υπομίσθωση, είναι ακυρώσιμη λόγω ουσιώδους πλάνης, αφού θεωρούσε τις δύο μισθώσεις ανεξάρτητες σε αντίθεση με την υπεκμισθώτρια, η οποία τόσο προφορικά όσο και εγγράφως εξέφρασε την άποψη ότι πρόκειται για μια ενιαία υπομίσθωση δύο συνεχόμενων χώρων. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος διότι δεν συντρέχει διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως της υπομισθώτριας, η οποία δήλωσε αυτό που βουλήθηκε, στηριζόμενη στις συμβατικές δυνατότητες που είχε, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι η διαμόρφωση της βουλήσεώς της και η δήλωση αυτής έγινε αφού συμβουλεύθηκε τα αρμόδια νομικά τμήματα που διαθέτει. Ενόψει, συνεπώς, των προαναφερομένων, η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της εναγομένης υπομισθώτριας α) ότι η δήλωση της ενάγουσας υπεκμισθώτριας περί ενιαίας αντιμετώπισης αμφοτέρων των υπομισθώσεων (που περιέχεται στην από 16-7-2009 δήλωσή της) συνιστούσε νέα πρόταση κατ’ άρθρο 191 ΑΚ, την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη και προέβη με την από 5-10-2009 δήλωσή της στην άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης στην παράταση αμφοτέρων των υπομισθώσεων και β) περί ουσιώδους πλάνης της από 30-6-2009 δηλώσεως βουλήσεως αυτής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απορριπτέοι αποβαίνουν οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι εφέσεως, ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε μεν ότι η προαναφερθείσα από 5-10-2009 εξώδικη δήλωση της εναγομένης ήταν άκυρη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα ως προς την επιδιωκόμενη ανάκληση της προηγούμενης από 30-6-2009 εξώδικης δήλωσής της (όπως ήδη έχει εκτεθεί), πλην όμως η εν λόγω μεταγενέστερη, από 5-10- 2009, εξώδικη δήλωση αυτής, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα και με την οποία η εναγομένη με σαφήνεια και αναμφίβολα δηλώνει ότι άσκησε το δικαίωμα εναντίωσης στη συνέχιση της επίδικης υπομίσθωσης πέραν της 31-12-2009 και ότι αυτή θα λήξει κατά την εν λόγω χρονολογία, περιέχει όλα τα στοιχεία της κατ’ άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 καταγγελίας από την υπομισθώτρια της επίδικης υπομίσθωσης (από 26-1-2001) λόγω μεταμέλειας, η οποία (καταγγελία) ήταν έγκυρη, καθόσον α) έγινε εγγράφως και β) είχε περάσει χρονικό διάστημα πέραν της διετίας από την έναρξη της υπομίσθωσης (η οποία, όπως ήδη έχει αναφερθεί, είχε παραταθεί μέχρι 31-12-2012, αφού η εναγομένη όχι μόνο δεν εναντιώθηκε στην παράτασή της εντός της συμβατικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, αφότου έλαβε γνώση της ασκήσεως από την ενάγουσα του δικαιώματος παράτασης της διάρκειας της αρχικής μίσθωσης, αλλά ρητώς την αποδέχθηκε με την από 30-6-2009 εξώδικη δήλωσή της), ανταποκρινόταν δε (ως καταγγελία λόγω μεταμέλειας) στη θέληση της εναγομένης, η οποία επιθυμούσε όπως η παραπάνω έγγραφη δήλωσή της ισχύσει ως καταγγελία μεταμέλειας, εάν κατά τον ως άνω χρόνο ενεργείας αυτής γνώριζε την ακυρότητα της δηλώσεως αυτής ως τοιαύτης ανακλήσεως της προηγούμενης από 30-6-2009 εξώδικης δήλωσής της σχετικά με την επίδικη υπομίσθωση.

Συνεπώς, εφόσον η εν λόγω, από 5-10-2009, έγγραφη δήλωσή της ισχύει ως καταγγελία μεταμέλειας της ως άνω υπομίσθωσης, η τελευταία έληξε μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή, δηλ. στις 5-4-2010 και η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα έξι (6) μηνών, ήτοι του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία και μέχρι την επέλευση του εννόμου αποτελέσματός της (λύση της μίσθωσης). Δεδομένου δε ότι η ενάγουσα ομολογεί με την αγωγή της ότι της έχουν καταβληθεί τα μισθώματα μέχρι 31-12-2009, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα α) τα μισθώματα από 1/1 έως 5/4/2010, ήτοι μηνιαίο μίσθωμα 12.405,11 ευρώ Χ 3 μήνες και 5/30 του μήνα Απριλίου = 39.282,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που έπρεπε κατά τη συμφωνία των διαδίκων να καταβληθεί το κάθε μίσθωμα, ήτοι την πέμπτη ημέρα του αντίστοιχου ημερολογιακού μήνα και β) την αποζημίωση των τεσσάρων μηνών, ήτοι μηνιαίο μίσθωμα κατά το χρόνο της καταγγελίας 11.447,46 ευρώ Χ 4 = 45.789,84 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Εξ άλλου, η αποχώρηση της εναγομένης από το επίδικο μίσθιο στις αρχές Ιανουαρίου 2010, καθώς και η παραλαβή στις 1-3-2010 από την ενάγουσα των κλειδιών του μισθίου, προκειμένου να αντιμετωπισθεί βλάβη στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, που αφορούσε όλο το κτίριο, στο οποίο βρίσκεται το μίσθιο, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο χρόνο λύσεως της υπομίσθωσης, που έλαβε χώρα (όπως ήδη προαναφέρθηκε) στις 5-4-2010. Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον προαναφερθέντα από το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/95 ισχυρισμό της εναγομένης και επιδίκασε στην ενάγουσα τα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (26-1-2011) μισθώματα της επίδικης υπομίσθωσης, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο εφέσεως...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, όσον αφορά την προαναφερόμενη πρώτη, από 26-1-2001, υπομίσθωση, που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την πιο πάνω έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη 933/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που είχε κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά), κάνοντας δεκτή, εν μέρει, την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της, μετά παραδοχή της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης ότι είχε καταγγείλει, κατ’ άρθρ. 182 ΑΚ και 43 π.δ. 34/1995, την επίδικη υπομίσθωση, α) υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 39.282,84 ευρώ, για οφειλόμενα μισθώματα από 1-1-2010 μέχρι τη λήξη της υπομίσθωσης (5-4-2010) και β) αναγνώρισε ότι οφείλει να της καταβάλει και το ποσό των 45.789,84 ευρώ, ως αποζημίωση (μισθώματα τεσσάρων μηνών). Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι α) με βάση και το άρθρο 596 ΑΚ, έπρεπε να της επιδικαστούν μισθώματα έως τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (26-1-2011), γιατί μέχρι τότε το μίσθιο ακίνητο ήταν στη "διάθεση" της αναιρεσίβλητης, η οποία, χωρίς λόγο, το εγκατέλειψε στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2010 και ενώ δεν είχε λήξει η υπομίσθωση και β) δεν υπάρχει στην από 5-10-2009 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης (που είναι άκυρη ως ανάκληση της προηγούμενης, από 30-6-2009, δήλωσής της) σαφής δήλωση καταγγελίας της υφιστάμενης υπομίσθωσης, ούτε προκύπτει ότι τα μέρη, δηλαδή οι διάδικοι, θα ήθελαν την, κατά μετατροπή, δικαιοπραξία, αν γνώριζαν την ακυρότητα και, ειδικά, ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) συμφωνεί για τη μετατροπή αυτή. Αντίθετα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της πληττομένης, α) η επίδικη υπομίσθωση έληξε στις 5-4-2010 και, συνακόλουθα, η αναιρεσείουσα δεν έχει πλέον αξίωση να της καταβληθούν μισθώματα για τον εφεξής, μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρόνο και β) με την έγκυρη, κατ’ άρθρ. 43 π.δ. 34/1995, καταγγελία, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, επιτυγχάνεται ο ίδιος σκοπός της άκυρης δικαιοπραξίας, αφού η σαφής και αναμφίβολη δήλωσή της, ότι δηλαδή εναντιώνεται στη συνέχιση - παράταση της υπομίσθωσης πέραν της 31-12-2009, ανταποκρίνεται στη θέλησή της να ισχύσει η δήλωσή της αυτή, σε κάθε περίπτωση, ως καταγγελία μεταμέλειας (και μάλιστα με όφελος της υπεκμισθώτριας - αναιρεσείουσας, κατά το ποσό, τουλάχιστον, της αποζημίωσης του άρθρου 43 π.δ. 34/1995) και, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να συναχθεί, με τη συνδρομή και της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ, αντίθετη βούλησή της, ενώ, περαιτέρω, είναι αδιάφορο νομικά αν η αναιρεσείουσα, ως αποδέκτρια της επίμαχης, από 5-10-2009, εξώδικης δήλωσης, συμφωνεί ή όχι για το ότι αυτή ισχύει, κατά μετατροπή, ως καταγγελία, αφού πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία. Επομένως, ο παρών λόγος, κατά τα ερευνώμενα δύο πρώτα σκέλη του, είναι αβάσιμος.

Το χρηματικό ποσό που δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή κατά τη έναρξη της μίσθωσης και αποκαλείται στις συναλλαγές "εγγύηση" διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 361 ΑΚ). Είναι δυνατό να δοθεί για εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας (επιβεβαιωτικός ή για κάλυψη ζημίας από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης κ.λπ.), είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία. Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρ. 416 ΑΚ) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σ’ αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας (ΑΠ 236/2010, ΑΠ 1473/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή. το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, σε σχέση με τη δεύτερη ένδικη, από 23-3-2010, αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις εγγυοδοσίες των δύο υπομισθώσεων που ενδιαφέρουν αναιρετικά: "Κατά την κατάρτιση των προαναφερθεισών υπομισθώσεων η υπομισθώτρια κατέβαλε, στην υπεκμισθώτρια το ποσό 1) των 14,673 ευρώ, όσον αφορά την πρώτη από 26-1-2001 υπομίσθωση και 2) των 14.680 ευρώ, όσον αφορά τη δεύτερη από 16-12-2002 υπομίσθωση, ως εγγύηση για την ακριβή και πιστή τήρηση των όρων των υπομισθώσεων και θα επιστρεφόταν ατόκως κατά τη λήξη των υπομισθώσεων και την παράδοση των μισθίων κενών και ελεύθερων (σχετ. το άρθρο 6 αμφοτέρων των από 26-1-2001 και 16-12-2002 ιδιωτικών συμφωνητικών υπομίσθωσης). Οι παραπάνω εγγυοδοσίες αναπροσαρμόσθηκαν συμβατικά και ανερχόντουσαν κατά τη λήξη των υπομισθώσεων στα ποσά των 22.894,92 και 20.664,42 ευρώ, αντίστοιχα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η μεν πρώτη υπομίσθωση έληξε στις 5-4-2010, η δε δεύτερη υπομίσθωση έληξε στις 31-12-2009, από αμφότερα δε τα μίσθια η υπομισθώτρια αποχώρησε στις αρχές Ιανουαρίου, αφού προηγήθηκε η από 15-12-2009 εξώδικη δήλωση της ίδιας προς την υπεκμισθώτρια, που επιδόθηκε στην τελευταία αυθημερόν, με την οποία την προσκαλούσε να παραλάβει τα μίσθια στις 31-12-2009 κενά από κινητά πράγματα, όπως και πράγματι ήταν.

Συνεπώς, υποχρεούται η υπεκμισθώτρια να επιστρέψει τα παραπάνω ποσά στην ενάγουσα υπομισθώτρια, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, νομιμοτόκως, την μεν εγγυοδοσία της πρώτης υπομίσθωσης από την επίδοση της αγωγής, την δε εγγυοδοσία της δεύτερης υπομίσθωσης (που έληξε 31-12-2009) από 1.1.2010, δεδομένου ότι οχλήθηκε για την επιστροφή αυτής στις 29-12-2009, με την επίδοση σχετικού εξωδίκου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφενός μεν απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-11-2011 "αντέφεση" της αναιρεσείουσας, που εκτιμήθηκε από το εν λόγω δικαστήριο ότι ισχύει ως αυτοτελής έφεση, κατά το μέρος που αυτή παραπονέθηκε για το ότι έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή-επιστροφή του ποσού των 20.664,42 ευρώ της εγγυοδοσίας της δεύτερης υπομίσθωσης, αφετέρου δε, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 20-6-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε, και κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, έκανε δεκτή, εν μέρει, την από 23-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει-επιστρέψει και το ποσό της εγγυοδοσίας της πρώτης υπομίσθωσης των 22.894,92 ευρώ. Ήδη, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την κρίση του Εφετείου και επί των δύο αγωγών και, ειδικότερα, ότι: 1) δέχθηκε ότι η από 5-10-2009 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης ισχύει ως καταγγελία, κατ’ άρθρ. 43 του π.δ. 34/1995, της πρώτης, από 26-1-2001, υπομίσθωσης, παραβλέποντας ότι σε τέτοια καταγγελία προέβη, πρώτη φορά, με τη μεταγενέστερη, από 27-7-2011, εξώδικη δήλωσή της και 2) διέταξε την επιστροφή και των δύο εγγυήσεων (των δύο υπομισθώσεων) στην αναιρεσίβλητη (22.894,92 ευρώ και 20.664,42 ευρώ, αντίστοιχα), αν και η τελευταία δεν παρέδωσε "κενούς και ελεύθερους" τους δύο μίσθιους χώρους, όπως τους είχε παραλάβει, καθόσον σε αυτούς υπήρχαν τα αναφερόμενα κινητά πράγματα, κατά παράβαση του άρθρου 599 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα, με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών, προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο, πάντως, εκτίθεται σαφώς, σε σχέση με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει την "αντέφεσή" της παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 524, 591 και 271 ΚΠολΔ, μολονότι αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή λόγω του τεκμηρίου ομολογίας που συνάγεται από την ερημοδικία της αναιρεσίβλητης (τότε "αντεφεσίβλητης"), είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, δεδομένου ότι για να ιδρυθούν οι λόγοι αυτοί (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι προαναφερόμενοι (ΑΠ 579/2005, ΑΠ 168/2001) που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ανεξάρτητα, βέβαια, από το γεγονός ότι, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου (ή του αντεφεσιβλήτου), η διαδικασία της έφεσης ή της αντέφεσης προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 591 παρ. 1 και 524 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (AΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που το προσκόμισε (ΑΠ Ολομ. 58/1978). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως ο τελευταίος είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του. Αν ο διάδικος δεν είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά αυτά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος (ομόδικος ή αντίδικος) δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 70/2008). Προκειμένου, ειδικότερα, για δικαστική ή εξώδικη ομολογία, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 1014/2010). Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 1014/2010). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1652/2009). Ελέγχεται και η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη "έμμεση" ομολογία, περιεχόμενη σε διαδικαστικό έγγραφο, εφόσον, βέβαια, είχε γίνει επίκλησή της από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 227/2008). Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την τεχνική έκθεση-περιγραφή των μίσθιων ακινήτων της εταιρείας "...", που επικαλέστηκε, με τις εφετειακές προτάσεις της, η αναιρεσίβλητη, την οποία, μάλιστα, είχε ενσωματώσει και στο δικόγραφο της αγωγής της, όπου "συνομολογεί" τη μη εκκένωση των μίσθιων χώρων και τη μη προσήκουσα παράδοσή τους σε αυτή (αναιρεσείουσα) κενών και ελεύθερων και β) την από 27-7-2011 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης (που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε), με την οποία προέβη σε καταγγελία της πρώτης, από 26-1-2001, υπομίσθωσης, "αποδεικνύοντας" η αναιρεσίβλητη, με τον τρόπο αυτόν, ότι η προηγούμενη, από 5-10-2009, εξώδικη δήλωσή της δεν αποτελούσε καταγγελία της υπομίσθωσης αυτής. Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, διότι, αν και απαιτείται κατά τα προεκτιθέμενα, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο: 1) ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προς απόδειξη (ή ανταπόδειξη) του οποίου προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά, 2) η νόμιμη, εκ μέρους και της αναιρεσείουσας, επίκληση στο Εφετείο του πρώτου πιο πάνω εγγράφου, καθώς και η αναφορά της στο περιεχόμενό του για την απόδειξη δικού της ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού της αντιδίκου της-αναιρεσίβλητης και 3) η νόμιμη, από την αναιρεσείουσα, επίκληση στο ίδιο δικαστήριο της προαναφερόμενης δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται με την πληττόμενη απόφαση, και "όλα ανεξαιρέτως" τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τις διαδίκους (βλ. 6ο φύλλο - 2η όψη της απόφασης) και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα προπαρατιθέμενα δύο έγγραφα. Γι’ αυτό και δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ. Ειδικά, για την επικαλούμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων αυτής ενώπιον του Εφετείου, καθώς και του παραπάνω εγγράφου που είναι ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής της, δεν προκύπτει η εν λόγω "ομολογία", την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού κατά κυριολεξία, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προσκομίζεται προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/ 2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 5-10-2009 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσίβλητης με το να δεχθεί ότι αυτή συνιστά δήθεν καταγγελία της πρώτης, από 26-1-2001, υπομίσθωσης. Ο λόγος αυτός, και με την εκδοχή ότι η εξώδικη δήλωση δεν είναι μόνο διαδικαστικό έγγραφο (αντίθ. ΑΠ 316/2013), είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε, προβαίνοντας στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 66/2008). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008, ΑΠ 1001/2007). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 253/2011, ΑΠ 1632/2007). Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν απάντησε, αλλιώς, απέρριψε, σιωπηρά, την ένσταση καταχρηστικής ένστασης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που είχε προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και ενώπιον του Εφετείου, κατά της ένδικης, από 23-3-2010, αγωγής της τελευταίας, η οποία επιχείρησε να θεμελιώσει την αγωγή της αυτή (για επιστροφή και των δύο εγγυοδοσιών) στο γεγονός ότι έληξαν και οι δύο συμβάσεις υπομίσθωσης. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο: α) δεν διαλαμβάνονται, κατά την παράθεση του σχετικού λόγου (σελίδες 42 - 44 του αναιρετηρίου), τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ένσταση αυτή, όπως προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο. Τα αναφερόμενα, στις σελίδες 2 - 7 του αναιρετηρίου, πραγματικά περιστατικά (με τον τίτλο "Σύντομο Ιστορικό"), που, κατά την αναιρεσείουσα, συγκροτούν την ιστορική βάση της εν λόγω ένστασής της, συνιστούν αρνητικούς και καταλυτικούς της επίδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς και δεν καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος που αφορά την απαίτηση αυτή και β) δεν αποσαφηνίζεται ότι η πιο πάνω ένσταση προτάθηκε-επαναφέρθηκε και στο Εφετείο με νόμιμο τρόπο (άρθρ. 240 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, η (επικαλούμενη) παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει και απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι νόμιμος ή προβλήθηκε απαραδέκτως δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως προηγουμένως αναπτύχθηκε, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εν πάση, πάντως, περιπτώσει, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 6-12-2011 εφετειακών προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι σε αυτές ενσωματώθηκαν, κατ’ αντιγραφή, οι σχετικές πρωτόδικες, από 26-1-2011, προτάσεις της, στις οποίες, πράγματι, περιλαμβάνεται η πιο πάνω ένσταση, πλην όμως η επαναφορά της ένστασης αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν αρκεί και δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1154/2002, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 23/2008, ΑΠ Ολομ. 14/2005, ΑΠ Ολομ. 9/2000).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από την 1-1-2016, ένδικα μέσα και αγωγές). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...15-6-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 4045/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ