Legislator Case Law & Legislation
161/2013 AI generated

161/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

161/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα: (1) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερο, Α(Ι) 231/2-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους. Αντικείμενο της υποθέσεως αποτέλεσαν Α(1) το 10345/19-3-2003 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντες τους (α)Χ. Π., (β) Π. Α., συζ. Χ. Π. και (γ) Σ. Π., παριστάμενο, λόγω της ανηλικότητάς του, με τους ασκούντες τη γονική μέριμνα συνενάγοντες γονείς του (ΑΚ 1510 παρ.1, ΚΠολΔ 64 παρ.1) και εναγομένους (α1) τον Θ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 161 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού του Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γουλιέλμο, 2. Π. Α. συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Σ. Π. του Χ., κατοίκου ... και 3. Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2."ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΑΘΗΝΩΝ Ε.Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, λειτουργούντος στη ... δια του υποκαταστήματός του, με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κόντη και 3. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, υπό εκκαθάριση τελούσης, με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Β. Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κόντη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, 2. Χ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και μαζί με την Π. Α. στο ανήλικο τέκνο τους Σ. Π., κατοίκου ..., 3. Π. Α., κατοίκου ... ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα, μαζί με τον Χ. Π., στο ανήλικο τέκνο τους Σ. Π., κατοίκου ... και 4.Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται υπό των γονέων του Χ. Π. και Π. Α., εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 4 Απριλίου 2003 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και την από 10 Ιουνίου 2003 πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12775/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2304/2006 προδικαστική, 1818/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους ως και τους από 2 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 22.9.2009 αίτησης αναίρεσης, του πρώτου λόγου, κατά το μέρος του και του δεύτερου λόγου και κατά τα τρία μέρη του, του από 2.11.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων, την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου προσθέτων λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1818/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που δεχόμενο τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων απέρριψε την ένδικη από 14.3.2003 αγωγή ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και δικάζοντας επί της ουσίας (μετά την παραδοχή της έφεσης των λοιπών αναιρεσειόντων, που δεν προσβλήθηκε ως προς το κεφάλαιο αυτό) απέρριψε την αγωγή και των λοιπών αναιρεσειόντων, όχι δε και κατά το μέρος της που απέρριψε την από 14.3.2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου - εναγομένου Θ. Α. κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, αφού ως προς την αυτοτελή αυτή διάταξη δεν ασκήθηκε επικουρικώς αναίρεσης από τον ίδιο παρεμπιπτόντως ενάγοντα.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή τη αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν η Α.289/29-3-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, Α (1) 231/2-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, και η Β.31/4-2-2011 αίτηση για αναίρεση της αυτής, 1818/31-8-2009, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια κατά την αυτή σειρά και αρίθμηση η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα: (1) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερο, Α(Ι) 231/2-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους. Αντικείμενο της υποθέσεως αποτέλεσαν Α(1) το 10345/19-3-2003 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντες τους (α)Χ. Π., (β) Π. Α., συζ. Χ. Π. και (γ) Σ. Π., παριστάμενο, λόγω της ανηλικότητάς του, με τους ασκούντες τη γονική μέριμνα συνενάγοντες γονείς του (ΑΚ 1510 παρ.1, ΚΠολΔ 64 παρ.1) και εναγομένους (α1) τον Θ.

Α. και (β1) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ". Με τις εν λόγω υποκειμενικώς σωρευόμενες (ΚΠολΔ 74 περ.1) και με στοιχ.(α)-(γ) χαρακτηριζόμενες αγωγές εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις (α) θετικής και αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποιήσεως και (β)-(γ) αποθετικής ζημίας, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στο πρώτο των εναγομένων ιατρό, προστηθέντα από τη συνεναγομένη του ανώνυμη εταιρεία, άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, πράξη του της προκλήσεως σωματικής βλάβης στον πρώτο των εναγόντων κατά την διενέργεια χειρουργικής επεμβάσεως.

Β(1) η 13507/14-4-2003 προσεπίκληση και η σωρευόμενη μετ'αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του με στοιχ.(α1) κυρίως εναγομένου κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεως Ζημιών", θεμελιούμενη στη συνδέουσα τους εν λόγω διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως και Γ (1) η 22978/26-6-2003 πρόσθετη της τελευταίας υπέρ αυτού παρέμβαση.

Επί των εν λόγω και με στοιχ. Α (1) - Γ (1) χαρακτηριζομένων δικογράφων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή των με στοιχ. Α (1) α και Β αγωγών και απόρριψη ως αόριστης της με στοιχ. Α (1) β αγωγής και ως μη νόμιμης της με στοιχ. Α(1)γ αγωγής, η 12775/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) Α1 (α) - (γ) 2756/27-6-2005, (ii) Α1 (α1) - Β (1) 2697/24-6-2005 και (iii) Β (2) - Γ(1) εφέσεις των διαδίκων, αρχικά η 2304/ 2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως με σκοπό την επανάληψη της διενεργηθείσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την κατά την έννοια των άρθρων 415 επ ΚΠολΔ εξέταση των με στοιχ.

Α (1) α και Α (1) α (1) διαδίκων και την εκ νέου εξέταση των κατά την πρωτοβάθμια δίκη μαρτύρων, και στη συνέχεια η 1818/2009 οριστική αυτού απόφαση. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατά παραδοχή της με στοιχ.Α1(β), (γ) εφέσεως των δι' αυτής εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά τα με στοιχ.

Α1 (β)-(γ) κεφάλαια αυτής και εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν τις υποθέσεις αξιολόγησε τις με στοιχ. Α1 (β) - (γ) αγωγές ως ορισμένη και νόμιμη, αντίστοιχα. Ακολούθως και μετά από εκτίμηση του υπάρχοντος στην διάθεση του αποδεικτικού υλικού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες την με στοιχ.(i)Α1(α) έφεση και τις με στοιχ.

Α (1) (β)-(γ) αγωγές. Αντίθετα, κατά παραδοχή των με στοιχ. (ii) και (iii) εφέσεων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το με στοιχ.Α1 (α) κεφάλαιο αυτής και εξέταση κατ' ουσίαν κατά τούτο κατ'ουσίαν της υποθέσεως απέρριψε τη με στοιχ.Α1 (α) αγωγή, όπως και τις με στοιχ.Α1(β)-(γ) αγωγές, όπως προαναφέρθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Τέλος, κατά παραδοχή της με στοιχ. (iii) εφέσεως, απέρριψε τη με στοιχ. Β(1) παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ασκηθείσα για την περίπτωση παραδοχής των με στοιχ. Α1 (α-γ) κύριων αγωγών, με την αιτιολογία ότι κατέστη χωρίς αντικείμενο μετά την απόρριψη των εν λόγω αγωγών. Πλεοναστικώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη περί παραδοχής της με στοιχ.

Γ (1) πρόσθετης παρεμβάσεως, η οποία δεν περιέχει ίδιο αίτημα, το οποίο πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει, έστω και σιωπηρώς, το δικαστήριο. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες (i) Α1 (α) εκκαλών - (ii) α εφεσίβλητος - Α1 (α) ενάγων - Γ1 (α) καθού η πρόσθετη παρέμβαση και οι με στοιχ. Α1 (β)-(γ) ενάγοντες - Γ1 (β)(γ) καθών η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία παραδεκτώς απευθύνεται και κατά της με στοιχ.

Γ(1) προσθέτως παρεμβάσης υπέρ του κυρίως με στοιχ. Α1(α1) εναγομένου (ΚΠολΔ 558) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως με βάση την δικονομική ιδιότητα των διαδίκων κατά την πρωτοβάθμια δίκη, για λόγους εξυπηρετικούς της δομής της παρούσης αποφάσεως, και τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Επειδή, από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου, την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Κ.

Ν. και Α. Χ., που νομότυπα επανεξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης 29/2004 έγγραφης πραγματογνωμοσύνης, που ενήργησαν οι πραγματογνώμονες Α.

Ω., νευρολόγος ψυχίατρος, Χ. Χ., νευροχειρουργός και Κ. Θ., ορθοπεδικός, οι οποίοι διορίσθηκαν δυνάμει της 10345/2003 μη οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της 100/2007 έγγραφης συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, που ενήργησαν οι πραγματογνώμονες Α. Ω., νευρολόγος ψυχίατρος, Χ. Χ., νευροχειρουργός και Σ.

Γ., ορθοπεδικός, δυνάμει της 2304/2006 μη οριστικής αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, της από 8 Οκτωβρίου 2004 έγγραφης τεχνικής εκθέσεως των τεχνικών συμβούλων Π. Γ., ορθοπεδικού και Ν. Μ., νευροχειρουργού, οι οποίοι διορίσθηκαν νόμιμα από τους εναγομένους με την κύρια αγωγή, δυνάμει των 12/17-3-2004 και 18/183-2004 έγγραφων δηλώσεων που έγιναν ενώπιον της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των ..., ...

και .../3-11-2003 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγόντων με την κύρια αγωγή, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώργη, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης (πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες) κλήτευσης των αντιδίκων τους, όπως αποδεικνύεται από τις 7062 Β', 7063 Β' και 7064 Β729-10-2003 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ..., τις διασαφήσεις που παρείχαν οι διάδικοι Χ.

Π. και Θ. Α., μετά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 245 ΚΠολΔ, η οποία διατάχθηκε δυνάμει της 2304/2006 αποφάσεως του, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και α) η 8671/29-11-2002 ένορκη βεβαίωση της τρίτης Α.

Κ., η οποία δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, εκτιμάται ως απλό έγγραφο για συναγωγή τεκμηρίων και έχει ληφθεί εκτός των πλαισίων της παρούσης δίκης, πριν από την έναρξη της, χωρίς την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη για τα αποδεικτέα θέματα, β) η από 10 Ιουλίου 2002 εξώδικη έγγραφη ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη που ενήργησε ο ιατροδικαστής Σ.

Ν. και γ) η από 13-1-2003 εξώδικη έγγραφη πραγματογνωμοσύνης, που ενήργησε ο πραγματογνώμονας Ν. Κ., νευροχειρουργός, ο οποίος διορίσθηκε δυνάμει της 200/2-10-2002 Πράξεως του 1Δ' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, μετά την ΣΤ 02 εγχ/342 προανακριτική παραγγελία του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων Χ. Π., κατά το μήνα Ιανουάριο 2002 έπασχε από προϋπάρχουσα και ήδη εγκατεστημένη κατώτερη θωρακική μυελοπάθεια, λόγω κήλης των δίσκων Θ10 - Θ11. Ειδικότερα, έπασχε από θωρακική δισκοκήλη Θ10 - Θ11 με εγκατεστημένη συμπτωματολογία πιέσεως του νωτιαίου μυελού. Λόγω της παθήσεως αυτής, εμφάνιζε αστάθεια και δυσκολία βάδισης με προβολή αμφοτέρων των κάτω άκρων, ιδιαιτέρως αριστερά, υπαισθησία κάτω άκρων, δυσκολία κατά την ούρηση και σημείο Βabinski θετικό.

Εξαιτίας του ότι δεν απέδωσε προηγούμενη θεραπεία στην οποία είχε υποβληθεί από τρίτο θεράποντα ιατρό για την εξάλειψη των συμπτωμάτων, ο ενάγων μετέβη τον Ιανουαρίου 2002 στα εξωτερικά ιατρεία του "Ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου", που αποτελεί υποκατάστημα στη ... του εναγόμενου Ιατρικού Αθηνών ΕΑΕ", προκειμένου να ελέγξει τις παθήσεις του, το ακριβές είδος και την ύπαρξη των οποίων μέχρι τότε αγνοούσε.

Κατά την αρχική ιατρική εξέταση του διαγνώστηκαν από τον εφημερεύοντα ιατρό συμπτώματα οσφυαλγίας και ριζίτικου άλγους του δεξιού κάτω άκρου, κατανομή της πρώτης ιερής ρίζης. Από την μαγνητική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας, στην οποία υποβλήθηκε ακολούθως την 30 Ιανουαρίου 2002, διαγνώσθηκε εικόνα μαλακής δισκοκήλης στο μεσοσπονδύλιο διάστημα Θ10 - Θ11, εκφύλιση των μεσοσπονδυλίων δίσκων 04 - 05 και 05 011 με σχετική ελάττωση του ύψους αυτών και ελάττωση του μαγνητικού σήματος λόγω αφυδατώσεως.

Έτσι, την Ιανουαρίου 2002 και πριν από οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, διαπιστώθηκε εντός του νοσοκομείου με μαγνητική τομογραφία η παρουσία της δισκοκήλης Θ10 -Θ11, με σήμα εγκατεστημένης μυελοπάθειας και βαριάς κλινικής εικόνας λόγω της δισκοκήλης. Σημειώνεται ότι η ασθένεια της μυελοπάθειας είναι εξαιρετικά σοβαρή.

Συνήθως επιδεινώνεται και, εάν εγκατασταθεί, όπως εν προκειμένω, οδηγεί πάντοτε σε παράλυση του ασθενούς.

Ο εναγόμενος ιατρός Θ. Α., ο οποίος παρείχε τις υπηρεσίες του, ως ορθοπεδικός ιατρός, στο εναγόμενο ιατρικό κέντρο από το μήνα Σεπτέμβριο 2000 την 30 Ιανουαρίου 2002 εξέτασε τον ενάγοντα Χ. Π.. Από την εξέταση αυτή διαπίστωσε την ύπαρξη συμπτωμάτων από πιθανή βλάβη του νωτιαίου μυελού και ειδικότερα, διαπίστωσε αταξία κατά τη βάδιση, άλγος στην κατώτερη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, διαταραχές αισθητικότητας και καυσαλγία κάτω άκρων από το επίπεδο Θ12 και περιφερικότερα, υπαισθησία τύπου "σέλας", υπαισθησία πελμάτων άμφω, μυϊκή αδυναμία κάτω άκρων, αύξηση επιγονατιδικού και αχίλλειου αντανακλαστικού άμφω, σημείο Βabinski θετικό άμφω.

Μετά τη διαπίστωση και της δισκοκήλης, την οποία ανέδειξε η μαγνητική τομογραφία θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ο εναγόμενος ιατρός ενημέρωσε πλήρως τον ασθενή ενάγοντα για τα αποτελέσματα της ιατρικής εξετάσεως του. Ειδικότερα, ενημέρωσε προφορικά τον ίδιο και τη σύζυγο του για τη σοβαρότητα της πάθησης του και την επείγουσα ανάγκη να αντιμετωπισθεί αυτή άμεσα με χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της κήλης και την αποτροπή μόνιμης παραπληγίας, διότι η κατάσταση του ασθενούς εξελισσόταν ραγδαία και ο ίδιος εμφάνιζε προεγχειριτικά βαριά κλινική εικόνα, γεγονός που επιβεβαίωνε η ύπαρξη του σήματος μυελοπάθειας στην μαγνητική τομογραφία, η οποία αναδείκνυε εμφανώς την πίεση του νωτιαίου μυελού.

Ακόμη, ο εναγόμενος ιατρός, προκειμένου ο ασθενής να ενημερωθεί πριν εκφράσει τη συναίνεση του για την πραγματοποίηση της εγχειρίσεως, σχεδίασε ενώπιον του (ενάγοντος) την τεχνική της επέμβασης και τον ενημέρωσε για τις πιθανές επιπλοκές, στις οποίες ανέφερε πως συγκαταλέγονται η παράλυση των κάτω άκρων ή και θάνατος.

Μετά την πλήρη ενημέρωση του από τον εναγόμενο, ο ενάγων Χ. Π. κλονίσθηκε από τη σοβαρότητα των περιγραφεισών επιπλοκών και δεν αποφάσισε αμέσως για την πραγματοποίηση της εγχειρίσεως ζήτησε χρόνο για να το σκεφθεί. Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα των δύο ημερών που ακολούθησε, ο ενάγων συμβουλεύθηκε με δική του πρωτοβουλία τον προσωπικό του ορθοπεδικό ιατρό Π.

Γ., σχετικά με την αναγκαιότητα και τους τυχόν κινδύνους της προταθείσης χειρουργικής επεμβάσεως. Έτσι, ο ενάγων ήταν πλήρως ενημερωμένος προεγχειριτικά αφενός μεν από τον εναγόμενο και αφετέρου από τον προσωπικό του ιατρό για το είδος και τη σοβαρότητα της πάθησης του, καθώς και την τεχνική της χειρουργικής επέμβασης και τους κινδύνους από όλες τις πιθανές επιπλοκές, τις οποίες πληροφορήθηκε.

Μετά την ολοκληρωμένη ενημέρωση από τον εναγόμενο, είχε πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας της καταστάσεως του και ο ίδιος, αφού στάθμισε την κατάσταση της παθήσεως του και τις συνέπειες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άμεση χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της κήλης ήταν η μόνη απαιτούμενη ενέργεια για ν' αποτραπεί η ραγδαία εξελισσόμενη κατάσταση της παθήσεως του και η πιθανότητα να επέλθει η μόνιμη παραπληγία.

Γι' αυτό, μετά την επικοινωνία του με τον προσωπικό του ιατρό Π. Γ., ο ενάγων, με δική του τελική απόφαση που έλαβε με ελεύθερη τη βούληση, συναίνεσε για την πραγματοποίηση της χειρουργικής επεμβάσεως που υπέδειξε ο εναγόμενος ιατρός και ενημέρωσε σχετικά τον τελευταίο. Ο ενάγων οδηγήθηκε στο χειρουργείο της ορθοπεδικής μονάδας του Ιατρικού διαβαλκανικού Κέντρου την 1 Φεβρουαρίου 2002.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στον δέκατο και ενδέκατο των θωρακικών σπονδύλων από τον εναγόμενο ιατρό Θ. Α., χωρίς την παρουσία άλλου ιατρού νευροχειρουργού. Σημειώνεται, ότι στην προκειμένη περίπτωση, που ο εναγόμενος ενήργησε την ένδικη χειρουργική επέμβαση εντός των ορίων της ειδικότητας του, δεν ήταν απαραίτητη, για την εν λόγω επέμβαση, η συνδρομή ιατρού άλλης ειδικότητας.

Τούτο, διότι, το εγχείρημα έγινε από ειδικό επιστήμονα ορθοπεδικό, χωρίς η επέμβαση να εκτείνεται στο νωτιαίο μυελό. Το προεγχειρητικώς διαφαινόμενο στην μαγνητική τομογραφία σήμα, εξαιτίας της συμπίεσης του νωτιαίου μυελού λόγω δισκοκήλης του δεκάτου και ενδεκάτου θωρακικών σπονδύλων, ουδόλως υποδεικνύει το εξ' υπαρχής ενδεδειγμένο της σύμπραξης νευροχειρουργού για διενέργεια της επεμβάσεως.

Κατά τη χειρουργική επέμβαση ο ενάγων υποβλήθηκε σε δισκεκτομή Θ10 - Θ11, περιορισμένη ημιπεταλικτομή (Α Ρ) και σύγχρονη σπονδυλοδεσία Θ10 - Θ11 με πλάκα και τέσσερις βίδες. Η-προταθείσα αυτή από τον ιατρό και τελικώς διενεργηθείσα χειρουργική επέμβαση ανήκει στις εφαρμοζόμενες μεθόδους χειρουργικής αντιμετώπισης θωρακικής δισκοπάθειας.

Η οδός εγχειρητικής προσπέλασης της θωρακικής δισκοκήλης που ακολουθήθηκε από τον εναγόμενο είναι απολύτως ενδεδειγμένη και είναι μία εκ τον αναφερόμενων στα έγκριτα επιστημονικά συγγράμματα. Κατά τη γενόμενη αφαίρεση της δισκοκήλης, ο Θ. Α. εφάρμοσε τους κοινούς ανεγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει.

Η εγχείρηση εκτελέσθηκε στο σύνολο της επιτυχώς από την σωστή οδό προσπέλασης-αποσυμπίεσης αριστεράς πλευράς και μόνο και σύμφωνα με τις νεότερες μεθόδους σταθεροποίησης, Η σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης με διαυχενικές ειδικές θεωρείται απολύτως ενδεδειγμένη εφ' όσον απαιτείται και είναι δυνατόν να γίνει άμεση μετεγχειρητική κινητοποίηση του ασθενούς.

Έτσι, ο εναγόμενος ιατρός, στην ένδικη περίπτωση της πάθησης του ενάγοντος Χ. Π. δεν έχει προβεί σε ενέργεια που δεν έπρεπε και δεν παρέλειψε να πράξει ο,τιδήποτε ενώ όφειλε να μην, το παραλείψει. Διέγνωσε έγκαιρα προεγχειρητικά κλινικά και με ακρίβεια την πάθηση του ασθενούς και την επιβεβαίωσε με μαγνητική τομογραφία.

Στη συνέχεια, με τη συναίνεση του ασθενούς, η οποία προέκυψε από την ελεύθερη βούληση του και μετά από εμπεριστατωμένη πλήρη δική του (ασθενούς) ενημέρωση, προέβη σε χειρουργική πράξη της επιλογής του από τις εφαρμοζόμενες χειρουργικές μεθόδους. Δεν αποδείχθηκε ότι κατά την πραγματοποίηση της εγχειρίσεως ο εναγόμενος ιατρός προκάλεσε οιανδήποτε ιατρογενή διεγχειρητική βλάβη και ειδικότερα, αιμάτωμα στην περιοχή της επέμβασης, τρώση ή κάκωση του νωτιαίου μυελού.

Μόνον η εμφάνιση τέτοιων ευρημάτων θα παρείχε έδαφος αρνητικής αξιολόγησης της ορθότητας της τεχνικής και των ιατροχειρουργικών πράξεων. Άλλωστε, όπως δέχονται όλοι οι ιατροί που επελήφθησαν της υποθέσεως με οποιαδήποτε ιδιότητα (πραγματογνώμονες, τεχνικοί σύμβουλοι, μάρτυρες), ο νωτιαίος μυελός, μετά την διάνοιξη των μηνίγγων, ήταν ανατομικά ακέραιος.

Δεν υπήρχε σε οποιοδήποτε σημείο εμφανής κάκωση αυτού ή αιμάτωμα, που να υποδηλώνουν προκληθείσα διεγχειρητική βλάβη από τον εναγόμενο. Ούτε οι τοποθετηθείσες βίδες τραυμάτισαν κατ' ελάχιστο το νωτιαίο μυελό. Επομένως δεν δύναται ιατρικά να τεκμηριωθεί βλάβη σε επίπεδο νωτιαίου μυελού, προκληθείσα από τον εναγόμενο ιατρό.

Τέλος, η στένωση της ουρήθρας προϋπήρχε της εγχειρήσεως λόγω της προϋπαρχούσης αλλά αποδραμούσης φλεγμονώδους καταστάσεως της ουρήθρας. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί βλάβη της κύστεως λόγω της ένδικης εγχείρησης, η οποία δεν αποδείχθηκε επιπλέον πως επέφερε αυτή καθεαυτή διαταραχή της στύσεως και πρόβλημα στις κενώσεις του ενάγοντος.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι μετά το πέρας της χειρουργικής επεμβάσεως, ο ενάγων διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να κινήσει τα κάτω άκρα. Εξετάσθηκε από τον νευροχειρούργο ιατρό Χ. Α., ο οποίος, με βάση το ιστορικό των θεραπόντων ιατρών, πρότεινε στον ενάγοντα νέα εγχείρηση για την αποκατάσταση του νωτιαίου μυελού.

Λόγω της αρνήσεως του ενάγοντος, την 2 Φεβρουαρίου 2002 συγκλήθηκε το επιστημονικό συμβούλιο του εναγόμενου Ιατρικού Κέντρου, το οποίο αποφάσισε ότι είναι αναγκαία η επανεγχείρησή του (ενάγοντος). Ο τελευταίος, μετά την απόφαση του επιστημονικού συμβουλίου, πείσθηκε και την 2 Φεβρουαρίου 2002 επαναχειρουργήθηκε από το νευροχειρούργο Χ.

Α.. Κατά την επανεγχείριση αφαιρέθηκαν τα υλικά της σπονδυλοδεσίας, διενεργήθηκε πεταλεκτομή των σπονδύλων θ 10 - 011, καθώς και διάνοιξη της σκληρής μήνιγγος. Μετά τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος βελτιώθηκε ελάχιστα. Έκτοτε παρουσιάζει βαριά διαταραχή κάτω άκρων με αδυναμία αυτονόμου βαδίσεως, επί εδάφους ατελούς βλάβης του θωρακικού νωτιαίου μυελού στο ύψος Θ10 - Θ11 σπονδύλων.

Ειδικότερα, εμφανίζει πληγικό δεξιό κάτω άκρο με εντονότατη σπαστικότητα, αριστερό κάτω άκρο με βαριά πάρεση και έντονη σπαστικότητα με αυτόματο κλώνο, παθολογικό πελματιαίο αντανακλαστικό άμφω, διαταραχές αισθητικότητα κάτωθεν του Θ8, εντονότερη υπαισθησία κατανομής κοινού περονιαίου στο δεξιό σκέλος ή τριών ριζών 04 - 05 και 11, νευροφυσιολογικά ευρήματα συμβατά με βλάβη της πυραμιδικής και σωματοαισθητικής οδού στο επίπεδο του νωτιαίου μυελού, εντοπισμένη μεταξύ 01 και 05, σημαντική βλάβη δεξιού κοινού περονιαίου, μόνιμη αδυναμία ουρήσεως και πρόβλημα με τις κενώσεις του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η περιέλευση του ενάγοντος στην αμέσως παραπάνω περιγραφείσα κατάσταση βαριάς διαταραχής κάτω άκρων με αδυναμία αυτονόμου βαδίσεως, με μόνιμη αδυναμία ουρήσεως και με πρόβλημα στις κενώσεις και τη στύση του, δεν οφείλεται σε οιανδήποτε ιατρογενή διεγχειρητική βλάβη ή σε οιονδήποτε λανθασμένο χειρισμό κατά την διάρκεια της ένδικης χειρουργικής επέμβασης από μέρους του εναγομένου.

Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι κατά την πραγματοποίηση της εγχειρίσεως ο εναγόμενος ιατρός προκάλεσε οιανδήποτε ιατρογενή διεγχειρητική βλάβη, ή συνέβαλε με οποιονδήποτε λανθασμένο χειρισμό στην όψιμη νευρολογική επιδείνωση του ενάγοντος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κατά τη γενόμενη αφαίρεση της δισκοκήλης, ο Θ.

Α. εφάρμοσε χωρίς παρέκκλιση τους κοινούς ανεγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει και η εγχείρηση εκτελέσθηκε στο σύνολο της επιτυχώς Το γεγονός ότι ο ενάγων ασθενής περιήλθε μετά το χειρουργείο στην παραπάνω κατάσταση της αισθητικοκινητικής παράλυσης των κάτω άκρων, δεν οφείλεται σε αμέλεια του εναγομένου, ούτε συνδέεται αιτιωδώς με πράξεις ή παραλείψεις τούτου κατά τη διεξαγωγή του ιατροχειρουργικού εγχειρήματος.

Η παρούσα ένδικη δυσμενής κατάσταση της υγείας του ενάγοντος οφείλεται σε επιδείνωση αυτής καθεαυτής της πάθησης της προϋπάρχουσας ραγδαίας επιδεινώσεως της κατά τη διάρκεια της εγχειρίσεως, καθώς και σε αγγειοκινητικές διαταραχές και οίδημα του νωτιαίου μυελού από επιδείνωση της μυελοπάθειας. Άλλωστε, δεν προξενήθηκε βλάβη ή κάκωση του νωτιαίου μυελού κατά τη διάρκεια της εγχειρίσεως από τον εναγόμενο ιατρό, ώστε αυτή η βλάβη ή η κάκωση, ως αίτιο, να επιφέρει ακολούθως αγγειοκινητικές διαταραχές του νωτιαίου μυελού και οίδημα αυτού, με πιθανή την περαιτέρω εγκατάσταση αισθητικοκινητικής παράλυσης.

Σημειώνεται, ότι η οφειλομένη σε μετεγχειρητικό συμβάν παραπληγία, όπως εν προκειμένω, αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως πιθανή κατά ποσοστό 8 έως 15%", με καταληκτικό αποδεικτικό αυτής πόρισμα "δεν αποδείχθηκε η υπαιτιότητα του εναγόμενου ιατρού, το παράνομο πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει στον ενάγοντα".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και κυρίως την 2727/2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (η κατά της οποίας αναίρεση απορρίφθηκε με την 1532/2009 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), κατά τις παραδοχές της οποίας, "ο εγκαλών Χ.

Π. του Σ., ετών 36, εμφάνισε κατά το 2° δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2002, ενοχλητικούς πόνους στο ύψος πάνω από τη μέση του (οσφυαλγία στην κατώτερη θωρακική μοίρα της σπονδυλικής στήλης) και επισκέφθηκε διαδοχικά τα εφημερεύοντα ιατρεία της ορθοπεδικής Κλινικής του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, του Νοσοκομείου "Γ. Παπανικολάου" καθώς και τον ιδιώτη ορθοπεδικό ιατρό Π.

Γ.. Όλοι οι γιατροί που τον εξέτασαν τόσο στα νοσοκομεία όσο και ο ιδιώτης διέγνωσαν οσφυοϊσχυαλγία και του συνέστησαν ανάπαυση του χορήγησαν δε αγωγή με μυοχαλαρωτικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Επειδή ο ίδιος ο εγκαλών ήταν υπερκινητικό άτομο και δεν υπάκουσε στις εντολές των ιατρών για ανάπαυση, τα δε συμπτώματα δεν υποχωρούσαν, το απόγευμα της 29-1-02 επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του "Ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου Θεσσαλονίκης".

Και εκεί διαγνώστηκαν από τον πρώτο ιατρό του Κέντρου που τον εξέτασε συμπτώματα οσφυαλγίας και ριζίτικου άλγους του δεξιού κάτω άκρου, κατανομή της πρώτη ιερής ρίζης (I1), στις 30-1-02 υποβλήθηκε δε σε εξετάσεις δηλ. έλεγχο με MRI-ΟΜΣΣ (μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης). Στις 31-1-02 εξετάσθηκε από τον κατηγορούμενο ιατρό, ο οποίος ύστερα από κλινική εξέταση, διέγνωσε συμπτώματα από βλάβη πιθανώς του νωτιαίου μυελού δηλαδή αταξία στη βάδιση, διαταραχές αισθητικότητας, υπαισθησία τύπου Sela στα πέλματα, που ανέβαινε μέχρι κάτω από τον ομφαλό και Babinski αμφοτερόπλευρα και αδυναμία των κάτω άκρων με βαθμολογία τέσσερα (4), όταν η απόλυτα φυσιολογική κατάσταση βαθμολογείται με αριθμό (5).

Προς εργαστηριακή επιβεβαίωση της κλινικής διαγνώσεως κατηγορούμενος υπέδειξε να γίνει έλεγχος με MRI-ΘΜΣΣ (μαγνητική τομογραφία θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης). Από την εργαστηριακή αυτή εξέταση διαγνώσθηκε εκτός άλλων και δισκοκήλη μεταξύ των 10 και 11 θωρακικών σπονδύλων (Θ 10-11) με αρχόμενη μυελοπάθεια και ο κατηγορούμενος συνέστησε στον εγκαλούντα την άμεση χειρουργική αντιμετώπιση της ασθένειας, στο ύψος της θωρακικής μοίρας (και όχι της οσφυϊκής), και επειδή ενοχλούνταν ο νωτιαίος μυελός θα έπρεπε να γίνει και δισκεκτομή με πρόταση σύγχρονης σπονδυλοδεσίας.

ο εγκαλών θορυβηθείς απευθύνθηκε τηλεφωνικά στον ιδιώτη γιατρό Π. Γ., που τον είχε παλαιότερα χειρουργήσει λόγω ρήξης των χιαστών συνδέσμων στο γόνατο και ζήτησε τη συμβουλή του κυρίως για την επιστημονική ικανότητα του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι είναι καλός γιατρός ο κατηγορούμενος και έτσι συγκατατέθηκε να γίνει η επέμβαση, η οποία πρέπει να σημειωθεί θεωρείται λόγω της αρχόμενης μυελοπάθειας, οφειλόμενης στην πίεση που ασκούσε στον νωτιαίο μυελό η δισκοκήλη, ενδεδειγμένη μέθοδος αποτελεσματικής αντιμετώπισης της νόσου, προκειμένου να μην προκαλέσει αυτή παραπληγία.

Η επέμβαση προγραμματίσθηκε για την 1-2-02 στο χειρουργείο της Ορθοπεδικής μονάδας του Ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου. Η χειρουργική επέμβαση έγινε από τον κατηγορούμενο ιατρό ορθοπεδικό χειρουργό, χωρίς την παρουσία ιατρού - νευροχειρουργού, κάτι που δεν είναι σύμφωνα με τα ιατρικώς κοινά παραδεδεγμένα απαραίτητο, αφού η επέμβαση αυτή γίνεται, με σύμφωνη γνώμη των σχετικών ιατρικών επιστημονικών εταιριών (ορθοπεδικών και νευροχειρουργών) είτε από ορθοπεδικούς μόνο είτε από νευροχειρουργούς μόνο είτε με συνεργασία των δύο, όπως όλοι οι μάρτυρες ιατροί επιβεβαίωσαν.

Κατά την επέμβαση ακολουθήθηκε από τον κατηγορούμενο η οδός της οπίσθιας διανοίξεως του δέρματος και της οπισθοπλαγίας προσπελάσεως της σπονδυλικής στήλης, η οποία είναι μία από τις επιστημονικά ενδεδειγμένες μεθόδους. Η άλλη είναι η εμπρόσθια τομή και προσπέλαση, η κάθε μία από αυτές με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Μετά την τομή ο κατηγορούμενος προέβη σε σπονδυλοδεσία Θ 10-11 με πλάκα και τέσσερις (4) διαυχενικές βίδες, διότι υπήρχε κίνδυνος λόγω αφαιρέσεως μέρους της άρθρωσης να δημιουργηθεί αστάθεια της σπονδυλικής στήλης και ακολούθως προέβη σε περιορισμένη ημιπεταλοκτομή (ΑΡ) και δισκεκτομή Θ 10-11, προκειμένου να αφαιρέσει τη δισκοκήλη που συμπίεζε το νωτιαίο μυελό και είχε προκαλέσει την αρχόμενη μυελοπάθεια.

Η σπονδυλοδεσία επιστημονικά δεν είναι μη ενδεδειγμένη στη θωρακική μοίρα, όταν μάλιστα καταστρέφονται αρθρικές αναφύσεις, όπως εν προκειμένω. Από έλλειψη όμως της προσοχής που όφειλε και μπορούσε ως μέσος ορθοπεδικός χειρούργος να καταβάλει στην προσπάθεια του αυτή να προσεγγίσει τη δισκοκήλη, δεν προέβλεψε ότι τυχόν μεγάλη πίεση στο νωτιαίο μυελό που είναι ευγενές και ευαίσθητο όργανο θα προκαλέσει εύκολα βλάβες σ' αυτόν, στην ασταθή αρτηρία και τα τριχοειδή αγγεία που αρδεύουν την περιοχή, και πίεσε με τα χειρουργικά εργαλεία υπερβολικά το νωτιαίο μυελό προκαλώντας σ' αυτόν θλάση, η οποία στη συνέχεια προκάλεσε ισχαιμία του μυελού με νέκρωση των κυττάρων του στο σημείο εκείνο, αυτή δε (ισχαιμία) προκάλεσε στον εγκαλούντα σπαστική παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές, (φέρει πλέον καθετήρα κύστεως και πάνες), υπαισθησία από Θ12 νευροτόμιο και κάτω, έκτοτε δε δεν μπορεί να σταθεί όρθιος και η μετακίνηση του γίνεται μόνο σε αναπηρικό αμαξίδιο.

Η κατάσταση αυτή του εγκαλούντος διαπιστώθηκε από τον κατηγορούμενο, όταν ο ασθενής μεταφέρθηκε, μετά τη μικρή παραμονή του από το θάλαμο ανάνηψης των χειρουργείων, στο δωμάτιό του. Εκεί αρχικά ο εγκαλών διαπίστωσε στην κλίνη του θαλάμου του ότι ολόκληρη η περιοχή από το στήθος έως τα κάτω άκρα έχει υποστεί ολική νέκρωση δηλ.

υπέστη παραπληγία. Την κατάσταση διαπίστωσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, όταν τον επισκέφθηκε αμέσως μετά στο θάλαμο του και με βελόνα τσίμπησε τα κάτω άκρα, τα οποία δεν αντιδρούσαν στο τσίμπημα. Ο κατηγορούμενος παραγγέλλει μετά ταύτα να γίνει στον παθόντα έλεγχος με μαγνητική τομογραφία θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης (MRI-ΘΜΣΣ) όπου φαίνεται η σπονδυλοδεσία, η μικρή ημιπεταλοκτομή και μικρό σήμα μυελοπάθειας (όπως και στην προεγχειρητική μαγνητική τομογραφία) αλλά και οίδημα στο ίδιο σημείο όπου υπήρχε το σήμα, οφειλόμενο στην από την ισχαιμία βλάβη του μυελού.

Μετά ταύτα τον επισκέπτεται ο ιατρός - νευροχειρουργός του Κέντρου Χ. Α. και αφού διαπιστώνει τη δυσχερή κατάσταση του παθόντος, προτείνει νέα εγχείρηση για τη διάνοιξη της σκληράς μήνιγγας και την αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού. Την επομένη 2-2-02 και ώρα 07.00 συγκαλείται το Επιστημονικό Συμβούλιο του Κέντρου, παρουσία των συγγενών του παθόντα, και εκεί αποφασίζεται ότι είναι αναγκαίο να χειρουργηθεί για 2η φορά ο παθών.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας 2-2-02 ο παθών οδηγείται για 2η φορά στο χειρουργείο, όπου και αφαιρούνται τα υλικά της σπονδυλοδεσίας, διότι προείχε πλέον η άμεση αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού, επί πλέον δε επειδή θα διανοίγετο η σκληρά μήνιγγα ώστε να αποσυμπιεστεί ο μυελός και θα προστίθετο άλλο τεχνικό υλικό που υπήρχε κίνδυνος σε συνδυασμό με τις βίδες να προκαλούσε μόλυνση, διενεργήθηκε πεταλεκτομή Θ 10 και Θ 11 και διάνοιξη της σκληρής μήνιγγος.

Και μετά αυτή την εγχείρηση όμως η κατάσταση του παθόντα ελάχιστα βελτιώθηκε (μπορεί μόνο να κινεί τα δάκτυλα του ποδιού του) και παραμένει η σπαστική παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές και υπαισθησία από Θ12 νευροτόμιο και κάτω. Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι την κατάσταση του εγκαλούντος προκάλεσε όχι δική του αμέλεια αλλά επιπλοκή της ήδη υπάρχουσας προεγχειρητικά μυελοπάθειας, οφειλόμενη σε οίδημα που προκλήθηκε από την αναγκαία ιατρικά αποσυμπίεση του μυελού με την αφαίρεση της δισκοκήλης.

Ο ισχυρισμός όμως του κατηγορουμένου δεν είναι βάσιμος. Αν η βλάβη οφειλόταν σε οίδημα από αποσυμπίεση, που είναι μεν πιθανόν να εμφανισθεί σε τέτοιες εγχειρήσεις είναι όμως μικρής εκτάσεως και θα εδημιουργούσε μεν παραπάρεση, αυτή όμως θα ήταν προσωρινή, θα υποχωρούσε δε το οίδημα με φαρμακευτική αγωγή και με την υποχώρηση αυτού θα αποκαθίστατο η κινητικότητα των κάτω άκρων.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, όπως άλλωστε φαίνεται και σε όλες τις μετεγχειρητικές μαγνητικές τομογραφίες το σήμα που δίδεται από τη μυελοπάθεια είναι το ίδιο, στοιχείο που επιβεβαιώνει πως η βλάβη δεν προκλήθηκε από οίδημα εξ αποσυμπιέσεως το οποίο οίδημα αν ήταν τέτοιας μορφής με την πάροδο του χρόνου και την φαρμακευτική αγωγή που εχορηγείτο στον παθόντα, θα είχε υποχωρήσει και θα εμφανιζόταν διαφορετικό το σήμα στις μετέπειτα τομογραφίες.

Ούτε όμως η προϋπάρχουσα της εγχειρήσεως μυελοπάθεια μπορούσε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από μόνη της χωρίς έξωθεν επέμβαση να εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλέσει την ως άνω βαριά σωματική βλάβη στον εγκαλούντα, όπως με πειστικότητα καταθέτουν οι μάρτυρες Κ. και Ν., χωρίς η κατάθεση τους να αναιρείται από κάποιο άλλο πειστικότερο αποδεικτικό μέσο.

Υπό τα περιστατικά αυτά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Σε συνέπεια με τις αιτιολογίες της αυτής κήρυξε ένοχο του με στοιχ.Α1 (α1) κύρια εναγόμενο ιατρό για την προβλεπόμενη από το άρθρο 314 παρ.1 ΠΚ αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως (18) μηνών. Από την αντιπαραβολή των παραδοχών των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι κατέληξαν σε ακριβώς αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την υπαιτιότητα του με στοιχ.Α1 (α1) κυρίως εναγομένου ορθοπεδικού ιατρού για το αυτό συμβάν της χειρουργικής επεμβάσεως στον με στοιχ.Α1(α) κυρίως ενάγοντα, με εντοπισμό της διαφοροποιήσεώς τους ως προς την περί πραγμάτων εκτίμησή τους στις κυρίαρχες παραδοχές τους ότι η δυσμενής κατάσταση της υγείας του οφείλεται σε επιδείνωση αυτής καθεαυτής της πάθησης της προϋπάρχουσας θωρακικής μυελοπάθειας λόγω εξέλιξή της και ραγδαίας επιδεινώσεως της κατά την διάρκεια της εγχειρίσεως, καθώς και σε αγγειοκινητικές διαταραχές και οίδημα του νωτιαίου μυελού από επιδείνωση της μυελοπάθειας και επομένως δεν αποδείχθηκε ότι κατά την πραγματοποίηση της εγχειρίσεως ο εναγόμενος προκάλεσε οιανδήποτε ιατρογενή διεγχειριτική βλάβη και ειδικότερα, αιμάτωμα στην περιοχή της επέμβασης, τρώση ή κάκωση του νωτιαίου μυελού, ο οποίος μετά την διάνοιξη των μηνίγγων, ήταν ανατομικά ακέραιος (προσβαλλόμενη απόφαση) και ο εναγόμενος ιατρός από αμέλειά του δεν προέβλεψε ότι τυχόν μεγάλη πίεση στο νωτιαίο μυελό που είναι ευγενές και ευαίσθητο όργανο θα προκαλέσει εύκολα βλάβες σ'αυτόν, στην ασταθή αρτηρία και τα τριχοειδή αγγεία που αρδεύαν την περιοχή, και πίεσε με τα χειρουργικά εργαλεία υπερβολικά το νωτιαίο μυελό, προκαλώντας σ'αυτόν θλάση, η οποία στη συνέχεια προκάλεσε ισχαιμία του μυελού με νέκρωση των κυττάρων του στο σημείο εκείνο, αυτή δε (ισχαιμία) προκάλεσε στον εγκαλούντα σπαστική παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές. (φέρει πλέον καθετήρα κύστεως και πάνες), υπαισθησία από Θ12 νευροτόμιο και κάτω, έκτοτε δε δεν μπορεί να σταθεί όρθιος και η μετακίνησή του γίνεται μόνο σε αναπηρικό αμαξίδιο (Ποινική απόφαση).

Διαλαμβάνεται παράλληλα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στον σχηματισμό του αποδεικτικού αυτής πορίσματος κατέληξε με βάση το υπάρχον στην διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, εκτός εκείνων που ειδικώς μνημονεύονται.

Από τη βεβαίωση όμως αυτή, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η 2727/2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία ουδεμία γίνεται μνεία ή αναφορά, σε αντιδιαστολή προς τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το μείζον αποδεικτικό της ενδιαφέρον, την οποία νομότυπα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι με στοιχ.

Α (1) ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως ικανή να θεμελιώσει από ουσιαστική άποψη τα θεμελιωτικά της με στοιχ. Α (1) αγωγής του πραγματικά περιστατικά, την οποία αρνητικά αξιολόγησε με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση της, κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το α' σκέλος του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων με το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο λοιπών λόγων. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.

Α(1) κεφάλαιο αυτής. (2) Με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντα τον Θ. Α. (ενάγων στη με στοιχ. Β (1) παρεμπίπτουσα αγωγή και αναιρεσίβλητους την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" (εναγόμενη στη με στοιχ. Β(1) αγωγή) και τους Χ. Π., Π. Α. και Σ.

Π. (με στοιχ. Α (1) κύρια ενάγοντες). Ο αναιρεσείων με την διατυπούμενη στο από 16-11-2011 δικόγραφο δήλωσή του, που επιδόθηκε στους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσίβλητων, κατά τις συνταχθείσες προς τούτο 7279-7281Β/25-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., παραιτείται του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά των εν λόγω αναιρεσίβλητων, με άμεση δικονομική συνέπεια να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά την κατ'αυτών κατεύθυνσή της (ΚΠολΔ 299, 294 εδ.1, 297, 295 παρ.1 εδ.1).

Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκείται υπό την αίρεση της παραδοχής της με στοιχ.Α αιτήσεως αναιρέσεως, η πλήρωση της οποίας δικαιολογεί και την έρευνα της βασιμότητάς της κατά την απεύθυνσή της κατά της μόνη ήδη αναιρεσίβλητης "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ", με επικαλούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον την δικονομική δυνατότητα να καταστεί αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης στο δικαστήριο της παραπομπής η με στοιχ.

Β(1) παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη και ήδη αναιρούμενη απόφαση ως αλυσιτελής, μετά την απόρριψη των με στοιχ.Α(1) κύριων αγωγών.

Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, ο διάδικος Θ. Α., η παρεμπίπτουσα αγωγή του οποίου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς άσκησε επικουρικά την προαναφερόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως έχων το προς τούτο απαιτούμενο έννομο συμφέρον. Ειδικότερα όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσης εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (ΑΠ 81/2012 κ.α.).

Στην προκειμένη περίπτωση ο διάδικος Θ. Α., η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του οποίου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον απορρίφθηκε η κατ' αυτού, κυρία αγωγή, άσκησε, επικουρικώς την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Στην αναίρεση αυτή διατυπώνονται (επικουρικώς) λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ταυτίζονται με τους προβαλλόμενους στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως των αντιδίκων του.

Ανεξάρτητα από την έκταση της έρευνας της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, ακόμη και αν γίνει αν γίνει δεκτό ότι η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά αποδοχή της κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως, συνεπάγεται και την αναίρεση του κεφαλαίου της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως αρρήκτως συνδεόμενου με το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά της κύριες αγωγές, ο παρεμπιπτόντως ενάγων, έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει (επικουρικά) με αναίρεση την απορριπτική της αγωγής του απόφαση του Εφετείου, παριστάμενος και με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ενώπιον του Αρείου Πάγου, όχι μόνο για να προβάλλει του λόγους για τους οποίους πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρική αίτηση αναιρέσεως, αλλά και πλέον τούτων, διότι κινδυνεύει, να κριθεί ότι, χωρίς την επικουρική αυτή άσκηση του εξεταζόμενου ενδίκου μέσου, έχει τελεσιδικήσει η απορριπτική της αγωγής του απόφαση του Εφετείου.

Σημειώνεται δε εν προκειμένω ότι ο εν λόγω διάδικος άσκησε επικουρικώς την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού προηγουμένως ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης εισηγήθηκε με τη συνταχθείσα έκθεση του να μη θιγεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη επικουρικώς αναιρεσείοντα, διότι, όπως αναφέρεται στην εισήγηση, "δεν ασκήθηκε επικουρικώς αναίρεση από τον ίδιο παρεμπιπτόντως ενάγοντα".

Επομένως, μετά και την παραδοχή της από 29-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς την επίμαχη απορριπτική της παρεμπίπτουσας αγωγή διάταξη της, γενομένης δεκτής και κατ' ουσία της επικουρικής από 4-2-2011 αιτήσεως αναιρέσεως, με την οποία προβάλλεται, πλην άλλων, και ο δεκτός γενόμενος από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πιο πάνω αναφερόμενος λόγος της από 29-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου Νικολάου Λεοντή, Αρεοπαγίτη, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Από την έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.

Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Ειδικότερα, σε περίπτωση προσεπικλήσεως και σωρεύσεως μετ' αυτής επικουρικής παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως από τον εναγόμενο της κυρίας αγωγής κατά του δικονομικού αυτού εγγυητή και απορρίψεως της κύριας αγωγής και κατ' επέκταση, ως αλυσιτελούς, της παρεμπίπτουσας αγωγής η αναίρεση της αποφάσεως κατά το κεφάλαιο της κύριας αγωγής συνεπάγεται και την αναίρεση αυτής κατά το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως, ως αρρήκτως συνδεόμενο με εκείνο της κύριας αγωγής.

Διάφορο είναι το θέμα επί της εφέσεως λόγω της ρυθμίσεως του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος (ΚΠολΔ 522), αναγκαίο επακόλουθο του συστήματος εφέσεως που καθιέρωσε ο ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έφεση αποσκοπεί όχι μόνο στον έλεγχο των σφαλμάτων της εκκαλούμενης αποφάσεως, αλλά και στην αναδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, με την υποβολή μάλιστα και νέων πραγματικών ισχυρισμών (ΚΠολΔ 527).

Επομένως θα πρέπει, αναπόφευκτα, να προσδιορισθεί επίσης το μέτρο και το εύρος της συζητήσεως της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως για την λειτουργία του μεταβιβαστικά αποτελέσματος της εφέσεως θα πρέπει στην αναφερόμενη περίπτωση πρωτοβάθμιας κρίσεως ο προσεπικαλών-παρεμπιπτόντως ενάγων να ασκήσει έφεση επικουρικώς, για την περίπτωση παραδοχής της εφέσεως του κυρίως ενάγοντος, αναγκαία για να αποτελέσει η παρεμπίπτουσα αγωγή του αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.

Αντίθετα για τον αυτό ακριβώς λόγο δεν απαντάται η έννοια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος στο δίκαιο της αναιρέσεως, όπου ελέγχονται τα (νομικά) απλώς σφάλματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να εξετάζεται αναγκαίως η ουσία της υποθέσεως. Επομένως η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ασκουμένη επικουρικώς, για την περίπτωση παραδοχής της αναιρέσεως των κυρίως εναγόντων, αξιολογείται ως απαράδεκτη, για έλλειψη του απαιτουμένου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 68, 73), αφού η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το με στοιχ.

Α(1) κεφάλαιο αυτής (κύριες αγωγές) συνεπάγεται και την αναίρεση του αρρήκτως μετ' αυτών συνδεομένου με στοιχ. Β(1) κεφαλαίου της (παρεμπίπτουσα αγωγή), η οποία κατέστη χωρίς αντικείμενο και απορρίφθηκε για τον λόγο αυτό μετά την απόρριψη των με στοιχ. Α (1) κύριων αγωγών, χωρίς άλλωστε στην περίπτωση αυτή να παρέχεται η νομική δυνατότητα προβολής νομικών σφαλμάτων, τα οποία και δεν διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, κατά παραδοχή της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και κατά το κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Β(1) κεφάλαιο αυτής. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Και τούτο παρά το γεγονός ότι με την επελθούσα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ απαλείφθηκε από την εν λόγω διάταξη η φράση παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση "ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές". Εκτιμάται ότι πρόκειται για παράλειψη, η οποία οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη του ν. 4055/2012, αν ληφθεί υπόψη και ο επιδιωκόμενος δι' αυτού σκοπός της δίκαιης δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής, κατά τον ομώνυμο αυτού τίτλο, ο οποίος αναιρείται από τον αποκλεισμό της δικονομικής αυτής δυνατότητας, και με την έννοια αυτή κρίνεται δικαιολογημένη η διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία κατά τούτο της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.

β ΚΠολΔ και η διατήρηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι της με στοιχ. Α αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 3500,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183) και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα έξοδα των διαδίκων στη με στοιχ.

Β αίτηση αναιρέσεως λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των δικονομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν ως προς το παραδεκτό αυτής (ΚΠολΔ 183, 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ι. Συνεκδικάζει την Α.289/29-3-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, Α(Ι) 231/2-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους και την Β.31/4-2-2011 αίτηση για αναίρεση της αυτής, 1818/31-8-2009, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΙΙ. Θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η με στοιχ.Β αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του δεύτερου, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσίβλητων.

ΙΙΙ. Αναιρεί την 1818/31-8-2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

IV. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους της με στοιχ. Α αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των δι' αυτής αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500,00) ευρώ. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα έξοδα των διαδίκων στη με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ