Legislator Case Law & Legislation
161/2012 AI generated

161/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 161 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2012

Legislator headnote

AI generated
161/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 161 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2012 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 161 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. Γ. χήρας Ι. το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Πέτρου Μηλιαράκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών που ως εκ της Υπηρεσίας κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αλέξανδρο Ροϊλό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2008 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών για ορισμό τιμής αποζημίωσης.

Εκδόθηκε η απόφαση 6570/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/11/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη της παραγρ. 4 του άρθρου 13 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση νια το απαλλοτριούμενο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι όταν καθορισθεί δικαστικά η οριστική αποζημίωση για το αναγκαστικώς απαλλοτριούμενο τμήμα ακινήτου, είναι απαράδεκτη η, με ιδιαίτερη αίτηση, επιδίωξη δικαστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως για την, από την απαλλοτρίωση, επερχόμενη μείωση της αξίας του απομένοντας στον ιδιοκτήτη τμήματος ή της αχρήστευσης του τμήματος αυτού, Σκοπός της παραπάνω διάταξης, με την οποία ορίζεται, ότι η παρεχόμενη στον Ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου ιδιαίτερη αποζημίωση καθορίζεται με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση για το κτήμα που απαλλοτριώθηκε, είναι αφενός το να έχει εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεων του από αυτή και αφετέρου το να περατώνεται με ταχύτητα η όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και να εκκαθαρίζεται η κατάσταση που δημιουργείται απ' αυτή, ώστε να συντελείται η απαλλοτρίωση με την καταβολή ,ή την παρακατάθεση της αποζημίωσης και να μη τίθεται σε αμφιβολία με την προβολή νέων αξιώσεων (ΑΠ 627/2007).

Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη, που επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος για την άρση της αβεβαιότητας σχετικά με την έκταση των υποχρεώσεων εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση και την ταχεία εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από αυτήν, δεν αντιστρατεύεται στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία, αλλά και ούτε τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού πρόκειται για γενική ρύθμιση που δεν αποστερεί τον ενδιαφερόμενο να επιδιώξει κατά τα ανωτέρω τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την από 8-1-2008 αυτοτελή αίτηση της αναιρεσείουσας, που είχε παραστεί στη δίκη για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ακινήτου της και στην εν συνεχεία δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων αυτής, με την οποία ζήτησε να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα, εκτός της απαλλοτριώσεως, εδαφικά τμήματα του ακινήτου της, δέχθηκε ότι η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη και την απέρριψε με την αιτιολογία ότι δεν επιδιώχθηκε ενιαίως ο προσδιορισμός της αιτούμενης αποζημιώσεως με τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και άρα οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση-και συνεπώς θεμελιώνουν- αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Συνεπώς δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ.ΑΠ. 3/1997, ΑΠ 1199/94).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της έλλειψης ουσιώδους τύπου από μέρους των οργάνων της Διοίκησης, που δεν είχαν αποτυπώσει τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα του ακινήτου της. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αυτοτέλεια και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι η υποχρέωση του δικαιούχου να επιδιώξει ενιαίως τον καθορισμό αποζημίωσης και για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου (αρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001), δεν εμποδίζεται από την παράλειψη των οργάνων της Διοίκησης να περιλάβουν στο διάγραμμα και τον οικείο κτηματολογικό πίνακα το εναπομείναν ακίνητο, αρκεί να υπέβαλε την κατά το άρθρο 15 παρ. 2 του ίδιου νόμου αίτηση για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (άρθρο 18 παρ. 6 του ίδιου νόμου). Η υποχρέωση αυτή υφίστατο και κατά το προηγούμενο δίκαιο, κατ' άρθρ. 13 ν.δ. 797/1971 (Ολ.ΑΠ. 67/1974). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ. 3/1997).

Συνεπώς, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το από 6-8-1997 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Α. Σ., τον από 23-11-1994 κτηματολογικό πίνακα, το από 28-7-1999 κτηματολογικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Λ. και λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

4. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ. 3/1997, ΑΠ 451/96). Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως στο ως άνω κρίσιμο ζήτημα της απορρίψεως της αιτήσεως της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη και δεν διατύπωσε ελάσσονα πρόταση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, επειδή το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 6570/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ