161/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 161 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 161/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 161 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 161/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΙΑ' Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Απριλίου 2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3658/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της ως και τους από 16 Δεκεμβρίου 2010, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1425/24-12-2009 αιτήσεως με τους με ιδιαίτερο, 233/16-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 3658/16-12-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1425/24-12-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 233/16-12-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 3658/24-6-2008 αποφάση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 58950/3478/29-4-2004 ανακοπή η δι'αυτής ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εδίωκε (α) να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στο καθού και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 181.712,47 ευρώ και (β) να κηρυχθεί άκυρη η εκδοθείσα προς τούτο 59/4169/2-4-2004 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμου χρέους της Δ.Ο.Υ. ΙΑ'Αθηνών. Επί των εν λόγω με στοιχ.(α) αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής και με στοιχ.(β) κατά την έννοια του άρθρου 73 ν.δ.356/1974 (ΚΕΔΕ) ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική επ'αυτών 101/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2142/8-3-2006 έφεση της ανακόπτουσας, η 3658/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ'αυτής κατ'ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε, παράλληλα με τις νομικές αιτιολογίες της, στο ακόλουθο αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, με αντικατάσταση εκείνων της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατ'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣ ΑΤΕ" βεβαιώθηκαν στην ΔΟΥ ΙΑ Αθηνών χρέη ατομικά προς το Δημόσιο, αλλά και ως μέλους της εταιρίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΔΕΗ ΧΑΡΑΥΓΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ, ύψους συνολικά 181.998,24 ευρώ. Για την εξασφάλιση της απαίτησης αυτής του Δημοσίου ο Προϊστάμενος της άνω ΔΟΥ, με το υπ' αρ. 12784/92/22.7.2003 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της εκκαλούσας Τράπεζας, ως τρίτης, επί των καταθέσεων και λογαριασμών που η ως άνω οφειλέτιδα του Δημοσίου διατηρούσε σε αυτή και μέχρι του ποσού των 181.998,24 ευρώ. Στις 7.10.2003 η εκκαλούσα υπέβαλε την υπ' αρ. 3433/2003 θετική δήλωση προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι υπήρχε στο κεντρικό κατάστημα της (040) στο όνομα της καθ' ης η κατάσχεση ένας λογαριασμός όψεως που κάλυπτε ολικά το ποσό των 181.998,24 ευρώ για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση και ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεσμεύθηκε με το ανωτέρω ποσό την ημέρα επιβολής της κατάσχεσης, η δε απόδοση του στον κατασχόντα θα γινόταν μόνο με άδεια του Προέδρου (απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου) σύμφωνα με το άρθρο 88 του Ν.Δ 17-7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Επιπλέον δήλωσε ότι από όσα γνωρίζει δεν έχει επιβληθεί στα χέρια της άλλη κατάσχεση κατά της ως άνω καθ' ης. Κατόπιν σχετικής αίτησης του εφεσίβλητου Δημοσίου εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η υπ' αρ.7820/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία παρασχέθηκε σε αυτό η άδεια ανάληψης του κατασχεθέντος ποσού. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 13.11.2003 (βλ. την υπ' αρ. 4429/13.11.2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Η τελευταία όμως με την από 21.11.2003 εξώδικη δήλωση της που επιδόθηκε προς το εφεσίβλητο στις 28.11.2003 (βλ. την υπ' αρ. 15894/2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) δήλωσε ότι εκ παραδρομής προέβη στην ως άνω θετική δήλωση για ύπαρξη λογαριασμού στο κεντρικό κατάστημα της (040) με επαρκές υπόλοιπο ύψους 181.998,24 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το από 14.11.2003 έγγραφο που έστειλε μετά από έλεγχο το ίδιο κατάστημα κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης το υπόλοιπο ήταν μόνο 285,77 ευρώ για το οποίο και ζήτησε να θεωρηθεί θετική η δήλωση της, αρνούμενη την καταβολή οποιουδήποτε πέραν αυτού ποσού. Κατόπιν τούτου το εφεσίβλητο κοινοποίησε σε αυτή τη προσβαλλόμενη 59/4169/2.4.2004 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών με την οποία την κάλεσε, ως πρωτοφειλέτρια να εξοφλήσει το ποσό των 181.998,24 ευρώ, εναντιούμενο έτσι στην επέχουσα θέση μερικής ανάκλησης της αρχικής θετικής για όλο το ποσό δήλωσης, από 21.11.2003 εξώδικης δήλωσης της. Η εναντίωση αυτή που δικαιολογείται από το έννομο συμφέρον του εφεσίβλητου να εισπράξει την κατασχεθείσα απαίτηση η οποία αυτοδικαίως του είχε αναγκαστικώς εκχωρηθεί με την θετική δήλωση της εκκαλούσας (άρθρο 30 ΚΕΔΕ) καθιστά ανίσχυρη την εκ μέρους αυτής ως άνω μερική ανάκληση της αρχικής δήλωσης της ούσας εξώδικης διαδικαστικής πράξης της εκτέλεσης.
Συνεπώς ορθώς το εφεσίβλητο διεκδίκησε την καταβολή του ποσού αυτού, καλώντας την με την προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση να του το καταβάλει. Το δικαίωμα του δε αυτό δεν άσκησε καταχρηστικά, αλλά ενόψει της θετικής δήλωσης της εκκαλούσας, προβαίνοντας σε κάθε νόμιμη ενέργεια βάσει των διατάξεων περί είσπραξης των δημοσίων εσόδων, και της εύλογης πεποίθησης περί ύπαρξης του δηλωθέντος ποσού από νομικό πρόσωπο της οικονομικής εμβέλειας της εκκαλούσας, διαθέτουσας την κατάλληλη τεχνική και νομική υποστήριξη. Εξάλλου, ενόψει του ότι υφίσταται νόμιμη απαίτηση του εφεσίβλητου κατά της εκκαλούσας δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι αυτό θα καταστεί πλουσιότερο με την είσπραξη της εν λόγω απαίτησης, χωρίς νόμιμη αιτία ως αβάσιμα η τελευταία υποστηρίζει. Κατ' ακολουθία η ανακοπή της εκκαλούσας τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολο της" Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Α. Κύριο δικόγραφο. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλήν άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δε καλύπτουν όλα τα στοιχείου που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αναφέρονται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 30, 32-34 του ΚΕΔΕ (ν.δ.356/1974), όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 67 παρ.1,2 του ν.3842/2010, και τις συμπληρωματικώς, κατ' επιταγή του άρθρου 89 αυτού, εφαρμοζόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Δημόσιο, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτού κατά οφειλέτη του, μπορεί να κατάσχει στα χέρια τρίτου το ποσό που αυτός οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, αν ο τρίτος ισχυρίζεται, ότι δεν οφείλει ή αρνείται να καταβάλει την κατασχεθείσα χρηματική απαίτηση στο Δημόσιο, έχει υποχρέωση να προβεί αρμοδίως σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου. Κατά της αρνητικής αυτής δηλώσεως ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή της περιελεύσεως της εκθέσεως για την ενώπιόν του Ειρηνοδίκη γενόμενη δήλωση. Κύριο αντικείμενο της τελευταίας ανακοπής είναι η ύπαρξη και η έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου. Ομοίως, με τη διάταξη του άρθρου 987 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της διατάξεως του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα στον τρίτο προσβολής με ανακοπή της κατασχέσεως που επιβλήθηκε στα χέρια του, αλλά μόνο αν δεν περιέχει το κατασχετήριο έγγραφο τα κατά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ στοιχεία. Η πλημμέλεια αυτή καλύπτεται και θεραπεύεται από την θετική δήλωση του τρίτου, η οποία, ως εξώδικη διαδικαστική πράξη, δεν υπόκειται σε ανάκληση, έκτοτε δε θεωρείται οφειλέτης του Δημοσίου. Επομένως η καταφατική δήλωση του τρίτου αποτελεί νόμιμη αιτία δημιουργίας της κατ' αυτού αξιώσεως του Δημοσίου, που αποκλείει την εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων των άρθρων 904 επ.ΑΚ.Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της με στοιχ.(β) ανακοπής, από το περιεχόμενο της οποίας οριοθετείται το αντικείμενο της ανοιγείσης δι' αυτής δίκης, προκύπτει ότι διατυπώθηκαν δι'αυτής οι ακόλουθοι λόγοι ακυρότητας της προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποιήσεως. Και ειδικότερα (α) ότι η επιβληθείσα κατάσχεση είναι άκυρη λόγω αοριστίας της. Η (τυχόν) πλημμέλεια αυτή, που μπορούσε να προβληθεί με την αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας, κατ'ένσταση στη δίκη της κατά το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ ανακοπής του αναιρεσίβλητου, σε περίπτωση αρνητικής δηλώσεως της αναιρεσείουσας ή παραλείψεως υποβολής της, η εκείνη της κατ' αυτής κατά το άρθρο 985 παρ.3 εδ.β'ΚΠολΔ αγωγής αποζημιώσεως, απαραδέκτως διατυπώνεται με την εν λόγω κατά την έννοια του άρθρου 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ ανακοπή, (ενδεχόμενη), ακυρότητα από την αιτία αυτή η οποία καλύφθηκε και θεραπεύθηκε από την επακολουθήσασα θετική δήλωση της αναιρεσείουσας, (β)ότι κατά τον χρόνο επιβολής της κατασχέσεως (29-9-2003) η οφειλή της αναιρεσείουσας προς την οφειλέτιδα του αναιρεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 285,77 ευρώ, στο οποίο και περιορίζεται η δέσμευση της αναιρεσείουσας. Όπως προαναφέρθηκε, δημιουργική της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί το ποσό της οφειλής αυτής προς το οφειλέτη του Δημοσίου, ώστε να τίθεται θέμα εκχωρήσεως κατά τούτο της κατ'αυτής απαιτήσεως της οφειλέτιδας του Δημοσίου, αλλά η θετική δήλωση της αναιρεσείουσας, η οποία, ως εξώδικη διαδικαστική πράξη, δεν υπόκειται σε ανάκληση, (γ)ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του αναιρεσίβλητου είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς στα θεμελιωτικά της ενστάσεως αυτής πραγματικά περιστατικά να αναφέρεται ότι η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου αναιρεσίβλητου διαμόρφωσε τέτοια κατάσταση, που δημιούργησε στην οφειλέτιδα αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του και (δ) ότι το αναιρεσίβλητο κατέστη κατά το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της, κατά την έννοια των άρθρων 904 επ.ΑΚ, η εφαρμογή των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, δεν δικαιολογείται προκειμένης αξιώσεως με νόμιμη δημιουργική αυτής αιτία την θετική δήλωση της αναιρεσείουσας. Οι με στοιχ. (β)-(γ) λόγοι της ανακοπής αποτελούν αντίστοιχες ιστορικές βάσεις της με στοιχ.(α) αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, οι οποίες λειτουργούν δικονομικώς ως ενστάσεις. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων αξιολογήθηκαν ως μη νόμιμοι και απορρίφθηκαν με τη προσβαλλόμενη απόφαση οι λόγοι αυτοί ανακοπής, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τους λόγους αναιρέσεως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με προσήκουσα στην αναφερόμενη στο με στοιχ.(α) λόγο ανακοπής εκείνη από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, να ελέγχεται ως αβάσιμη. Ομοίως δεν προσήκει η παράλληλα προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ που προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, εφόσον η αποδιδόμενη δι'αυτής πλημμέλεια δεν συνδέεται με την περί πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά με τις αντίστοιχου περιεχομένου νομικές αιτιολογίες της. Τέλος οι αναιρετικές αιτιάσεις, που συνδέονται με την προσβολή της θετικής δηλώσεως της αναιρεσείουσας ως ακυρώσιμης, λόγω πλάνης, αλυσιτελώς διατυπώνονται, εφόσον δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της ανοιγείσης με την αγωγή και την ανακοπή δίκης και με την έννοια αυτή δεν ερευνήθηκε από την προσβαλλόμενη αντίστοιχος λόγος ανακοπής.
Β.Πρόσθετο δικόγραφο. Όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν ακυρότητα της κατασχέσεως λόγω αοριστίας της μπορεί να προβληθεί με την αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας, ως τρίτης, κατ' ένσταση στη δίκη της κατά το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ ανακοπής του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως κατασχόντος, σε περίπτωση αρνητικής δηλώσεως της αναιρεσείουσας ή παραλείψεως υποβολής της ή εκείνης της κατ' αυτής κατά το άρθρο 985 παρ.3 εδ.β' ΚΠολΔ αγωγής αποζημιώσεως, δικονομικές δυνατότητες οι οποίες παρέχουν πλήρη δικαστική προστασία κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Επομένως οι προβαλλόμενες με τους διατυπούμενους λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.14, 1,8 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε ως απαραδέκτως διατυπούμενο τον περί ακυρότητας της κατασχέσεως, λόγω αοριστίας, λόγο με την κατά το άρθρο 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ ανακοπή δεχόμενη παράλληλα ότι (ενδεχόμενη) από την αιτία αυτή ακυρότητα καλύφθηκε από την επακολουθήσασα θετική δήλωση της αναιρεσείουσας, (β)ότι με τη νομική της αυτή παραδοχή αναιρείται το δικαίωμά της δικαστικής προστασίας και το συνακόλουθο δικαίωμα δίκαιας δίκης, με ευθεία εντεύθεν παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και (γ) ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο αυτό ανακοπής με την απόρριψή του ως απαράδεκτου, ελέγχονται ως αβάσιμες. Όμοια αρνητικά αξιολογείται η απομένουσα προς έρευνα αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι με την υποβληθείσα στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 3433/2003 δήλωσή της αρνήθηκε την κατάσχεση ως αόριστη, προεχόντως για τον λόγο ότι δεν διατυπώθηκε αντίστοιχος λόγος ανακοπής, από το περιεχόμενο των οποίων οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης που δι'αυτής ανάγεται. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει, κατ'επιταγή των άρθρων 22 παρ.1,3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 του ν.1738/1987 και 2 της 134423/1992 κ.υ.α., στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1425/24-12-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 233/16-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 3658/24-6-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ