161/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 161 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2010
Legislator headnote
AI generated161/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 161 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2010
Full text
Απόφαση 161 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 161/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2.Χ2, κατοίκων .., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Καράκωστα και Χρυσόστομο Βελλάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΟΝ ΕΛΛΑΣ Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τικόπουλο, με δήλωση του αρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 197/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 49/12-6-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 197/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης .
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 49/12-6-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 197/23-3-2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 291/28-6-2000 δικόγραφο αγωγής εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας θεμελιούμενη α) κατά την αντεύθυνσή της κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων σε συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση εγγυήσεως και β) κατά την κατεύθυνσή της κατά του δευτέρου τούτων (i) κύρια στο άρθρο 479 ΑΚ και (ii) επικουρικά στις διατάξεις των άρθρων 939 επ. Α.Κ. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε αρχικά η 199/2001 μη οριστική και στη συνέχεια η 206/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με απορριπτική επί αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την 291/11.10.2005 έφεση κατ' αποδοχή της οποίας, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως και παραδοχή των αγωγών, της με στοιχ. (β) κατά την κύρια διατυπούμενη βάση αυτής, εκδόθηκε η 197/23.3.2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι - εναγόμενοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως με βάση τις αμέσως παρακάτω σημειούμενες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως. Ειδικότερα, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογίες της "Με σύμβαση, που καταρτίστηκε το έτος 1990 μεταξύ της ενάγουσας, που είναι αποκλειστική εισαγωγέας των αυτοκινήτων εργοστασίου κατασκευής ... και της Ζ, ανατέθηκε στην τελευταία η για λογαριασμό της πρώτης πώληση των εν λόγω αυτοκινήτων στο Νομό ..., έναντι προμήθειας. Το έτος 1995 άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στις συναλλαγές των προαναφερθέντων, συνεπεία κυρίως, της μη τήρησης εκ μέρους της Ζ, των συμβατικών της υποχρεώσεων, γεγονός που οδήγησε στην καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως εκ μέρους της ενάγουσας. Αμέσως μετά επακολούθησε εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού που τηρούνταν με τη μορφή αλληλόχρεου, από την οποία προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Ζ, ύψους 36.944.052 δρχ, που αυτή αναγνώρισε και υποσχέθηκε να εξοφλήσει σταδιακά, αποδεχθείσα για τον σκοπό αυτό 12 συναλλαγματικές, εκδόσεως της ενάγουσας, με ημερομηνίες λήξεως μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 15-7-1995 έως και 30-4-1996, την πληρωμή των οποίων τριτεγγυήθηκε ο σύζυγός της Ζ, αδελφός του πρώτου εναγόμενου και θείος του δεύτερου. Στη συνέχεια, εξ αιτίας του γεγονότος ότι η προαναφερθείσα έκλεισε το κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων ... που αυτή διατηρούσε στη ... και ότι εμφανίσθηκαν ενώπιον της ενάγουσας, αγοραστές αυτοκινήτων, διαμαρτυρόμενοι για την απώλεια προκαταβολών αγοράς αυτοκινήτων, που είχαν δώσει στη Ζ, χωρίς να τους παραδοθούν εκ μέρους της τα αυτοκίνητα που είχαν αγοράσει, αλλά και του γεγονότος ότι αυτή δεν πλήρωσε τις τρεις πρώτες από τις παραπάνω συναλλαγματικές, που είχαν ημερομηνίες λήξεως 15-7-1995, 30-7-1995 και 15-8-1995, ποσού 3.240.071 δρχ., 3.039.000 δρχ. και 3.313.981 δρχ. αντίστοιχα, η ενάγουσα ζήτησε από αυτήν να της παράσχει πρόσθετες εγγυήσεις. Έτσι στις 28-8-95 και αφού προηγήθηκαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των προαναφερθέντων αλλά και του συζύγου της Ζ και των αδελφών του, υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας, της εν λόγω οφειλέτιδας, του συζύγου της Λ και του αδελφού του Χ1 πρώτου εναγόμενου ιδιωτικό συμφωνητικό, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι η Ζ αναγνώρισε την ύπαρξη οφειλής της στην ενάγουσα ύψους 40 εκ. δρχ [40.000.000 δρχ] και ταυτόχρονα αποδέχθηκε μια ισόποση συναλλαγματική, με ημερομηνία λήξεως ασυμπλήρωτη, την πληρωμή της οποίας τριτεγγυήθηκαν ο σύζυγός της και ο πρώτος εναγόμενος. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να συμπληρώσει την ημερομηνία της εν λόγω συναλλαγματικής, κατά τη δική της κρίση, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα προηγούνταν έγγραφη γνωστοποίηση του κλεισίματος των λογαριασμών και τους ύψους της οφειλής στην ανωτέρω οφειλέτρια και στους τριτεγγυητές και ότι το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε μεταξύ της εν λόγω γνωστοποίησης και της ημερομηνίας λήξεως, δεν θα ήταν μικρότερο των 15 ημερών. Τέλος ο πρώτος εναγόμενος και ο αδελφός του Λ, με το ίδιο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προαναφερθείσας οφειλέτιδας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μετά τη συμπλήρωση της ημερομηνίας λήξεως της ανωτέρω συναλλαγματικής από την ενάγουσα, [αφού τηρήθηκαν εκ μέρους της οι παραπάνω συμβατικοί όροι], εκδόθηκε η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, στη συνέχεια δε με την με αριθμό 78/2001 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, απορρίφθηκε η ασκηθείσα εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου ανακοπή. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, μετά την έκδοση της με αριθμό 136/2003 απόφασης του Εφετείου Θράκης και της με αριθμό 808 /2004 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν αντίστοιχα την έφεση και την αναίρεση που άσκησε ο πρώτος εναγόμενος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δύο ημέρες πριν από την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας παροχής εγγυήσεως στην ενάγουσα εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, αυτός είχε μεταβιβάσει στο γιο του [δεύτερο εναγόμενο], με το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβ/φου Χρυσουπόλεως Φωτεινής Καραγεωργίου, την κυριότητα ενός οικοπέδου, με αριθμό τεμαχίου 198, εμβαδού 1.515 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό ... της ομώνυμης τότε Κοινότητας του Νομού ..., όπως αυτό περιγράφεται κατά θέση και όρια, εντός του οποίου υπήρχε οικοδομή, ο πρώτος όροφος της οποίας, εμβαδού 148 τμ, είχε ήδη, αποπερατωθεί και χρησιμοποιούνταν ως κατοικία, ενώ το ισόγειο αυτής ήταν ημιτελές [σκελετός και τοιχοποιΐα].Το ανωτέρω συμβόλαιο μεταγράφηκε στο τόμο 461 και με α/α αριθμό 67 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσουπόλεως, στις 31-8-1995, ήτοι πέντε ημέρες μετά τη κατάρτισή του και τρεις ημέρες μετά την ανάληψη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου της ανωτέρω υποχρεώσεώς του. Η αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε εκτιμηθεί, από την αρμόδια ΔΟΥ στο ποσό των 14.391.000 δρχ., όπως δε αποδείχθηκε η πραγματική του αξία, υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν το γεγονός αυτό ούτε επικαλούνται αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το αντίθετο, ήτοι ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, υπολείπονταν του παραπάνω ποσού. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρόνο σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου, γνώριζε την οφειλή της Ζ προς την ενάγουσα, έχοντας δε αποφασίσει να παράσχει εγγύηση υπέρ αυτής, αφού ήδη είχε προηγουμένως διαβεβαιώσει προς τούτο προφορικά την ενάγουσα, έσπευσε λίγο πριν από την ανάληψη της ανωτέρω συμβατικής του υποχρεώσεως, να μεταβιβάσει το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο, όπως αποδείχθηκε, στο υιό του Βασίλειο, δεύτερο εναγόμενο. Απέφυγε δε να προβεί στη μεταγραφή του εν λόγω συμβολαίου στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, για να στερήσει έτσι από την ενάγουσα τη δυνατότητα να αντιληφθεί εγκαίρως την παραπάνω μεταβίβαση, ήτοι πριν από τη κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας εγγυήσεως, αφού σε περίπτωση έρευνας εκ μέρους της, δε θα υπήρχε η σχετική καταχώρηση του συμβολαίου στα παραπάνω βιβλία και το ακίνητο θα εμφανίζονταν ότι ανήκει στη κυριότητα του πρώτου εναγόμενου, γεγονός που τον καθιστούσε φερέγγυο έναντι της ενάγουσας. Γνώριζε, επίσης, ο πρώτος εναγόμενος ότι μετά τη μεταβίβαση του μοναδικού του περιουσιακού στοιχείου σε πρόσωπο συγγενικό και της απολύτου εμπιστοσύνης του, που ολοκληρώθηκε με τη μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου και συνεπώς θεωρείται ότι έγινε μετά την ανάληψη της συμβατικής του υποχρεώσεως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν θα ανευρεθεί ακίνητη περιουσία στο όνομα του, για να ικανοποιήσει η ενάγουσα την ανωτέρω αξίωσή της σε βάρος του. Ο συμβληθείς δε με αυτόν δεύτερος εναγόμενος, που είναι γιος του, όπως προαναφέρθηκε, ασφαλώς και γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση του πατερά του, ήτοι τελούσε σε γνώση του παραπάνω γεγονότος ότι, δηλαδή, το μεταβιβασθέν ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου, εναγόμενου και δέχθηκε να συμπράξει στην σχετική δικαιοπραξία, προκειμένου να τον διευκολύνει αφενός μεν για να αποφύγει την εκπλήρωση της οφειλής του προς την ενάγουσα, με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αφ ετέρου για να "διατηρήσει" ακέραιη τη περιουσία του, αφού σε κάθε στιγμή στο μέλλον θα μπορούσε να αναμεταβιβάσει σ' αυτόν το ανωτέρω περιουσιακό στοιχείο. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι εκ μέρους των εναγομένων, δεν προβάλλεται κανένας ιδιαίτερος ισχυρισμός που να δικαιολογεί επαρκώς, την, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ανάγκη μεταβίβασης του ανωτέρω ακινήτου. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πλήρως προκύπτουν στην παρούσα περίπτωση τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να θεμελιωθεί τόσον η ευθύνη του πρώτου έναντι της ενάγουσας από τη σύμβαση εγγυήσεως, όσο και η σε ολόκληρο ευθύνη του δεύτερου από την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ σωρευτική αναδοχή χρέους, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, ήτοι η απαίτηση αυτής σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, η γέννηση αυτής πριν από τη μεταβίβαση του ανωτέρω μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του πρώτου εναγόμενου και η γνώση του γεγονότος αυτού από τον δεύτερο".
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει, όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πρίσματος, διαφορετικού από εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 338 ή 432 επ. ΚΠολΔ έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση, για τον έλεγχο δε της βασιμότητάς τους πρέπει να προσκομίζονται (ΚΠολΔ 568 παρ. 1). Με τον τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα ανέγνωσε το Εφετείο το από 28.8.1995 ιδιωτικό έγγραφο, δεχθείσα ευθύνη του πρώτου των αναιρεσειόντων από τη σύμβαση εγγυήσεως για προϋφιστάμενα αυτού χρέη της πρωτοφειλέτιδας, κατά το αληθές περιεχόμενο του οποίου αντιθέτως τριτεγγυήθηκε υπέρ της τελευταίας, αποδέκτου της συν/κής, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση της 28/1996 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, για τυχόν μελλοντικές οφειλές της, που θα προέκυπταν από την εμπορική συνεργασία της πρωτοφειλέτιδας με την αναιρεσίβλητη, αιτία για την οποία και εκείνη αποδέχθηκε την εν λόγω συν/κη. Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για παραμόρφωση του εν λόγω εγγράφου, με την έννοια του λάθους στην ανάγνωσή του, αλλά την εκτίμηση του περιεχομένου του, στη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζουν ως ορθό οι αναιρεσείοντες με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο εν τοις πράγμασι πλήττονται οι ανέλεγκτες αναιρετικώς ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να ελέγχεται ως απαράδεκτος. Με τον λόγο αυτό συνδέεται η υπό την αυτή αρίθμηση προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως αναφορικά με τον προσδιορισμό των οφειλών της πρωτοφειλέτιδας προς την αναιρεσίβλητη που υφίσταντο στις 28.8.1995 και ιδία εκείνων που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Και τούτο για τον λόγο ότι, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η βασιμότητα της με στοιχ. (α) αγωγής στηρίζεται στην περί πραγμάτων κρίση της ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων με την διατυπούμενη στο από 28.8.1995 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση εγγυήθηκε υπέρ της πρωτοφειλέτιδας την εκπλήρωση της χρηματικής αυτής οφειλής, ποσού 40.000.000 δρχ., την οποία εκείνη αναγνώρισε ότι οφείλει στην αναιρεσίβλητη με τη συνομολογηθείσα με το αυτό, από 28.8.1995, ιδιωτικό έγγραφο κύρια σύμβαση, κύρια αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, επαλλήλως δε διαλαμβάνει ότι η κατά της 28/1996 διαταγής πληρωμής ανακοπή του πρώτου των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε με την 78/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η κατά της οποίας έφεση απορρίφθηκε με την 136/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης και η κατά της τελευταίας αναίρεση με την 808/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά την έννοια του άρθρου 559 περ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Α' Ολ.ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, με το άρθρο 479 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου "αν με σύμβαση μεταβιβάσθηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στον δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση και ότι η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, και δημιουργείται με τον τρόπο αυτό, εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος. Συνέπεια τούτου είναι ότι με τις παραπάνω διατάξεις επεκτείνεται απλώς ο ενοχικός δεσμός και στο πρόσωπο του αποκτώντος την περιουσία, ο οποίος καθίσταται πρόσθετος οφειλέτης του ιδίου χρέους που περιέρχεται σ'αυτόν στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, χωρίς να μεταβάλλεται η φύση και το περιεχόμενο τούτου εκ του ότι, μετά την μεταβίβαση, η ενοχή κάθε συνοφειλέτη είναι αυτοτελής ως προς την ύπαρξη και εξέλιξή της. Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ αποτελεί, πλην άλλων, η σύμβαση μεταβιβάσεως της περιουσίας, από την κατάρτιση της οποίας αρχίζει η ευθύνη του αποκτώντος για τα χρέη του μεταβιβάζοντος που υπήρχαν κατ' εκείνον τον χρόνο. Στην περίπτωση όμως μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, αν η αξίωση του δανειστή κατά του μεταβιβάσαντος γεννήθηκε μετά την κατάρτιση της εκποιητικής δικαιοπραξίας, αλλά πριν από την μεταγραφή της, κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της μεταγραφής, από την οποία και επέρχονται ουσιαστικώς τα μεταβιβαστικά αυτής αποτελέσματα (ΑΚ 1198). Σε αντίθετη περίπτωση βρίσκεται αδικαιολόγητα απροστάτευτος σε δολιότητες ο δανειστής που συναλλάχθηκε με τον οφειλέτη μετά την μεταβιβαστική δικαιοπραξία και πριν τη μεταγραφή της, δίδοντας πίστη στο γεγονός ότι στα βιβλία μεταγραφών ο οφειλέτης του φέρεται ως κύριος ακινήτου, από το οποίο υπελόγιζε να ικανοποιήσει την αξίωσή του, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν ανταποκρινόταν εκούσια στην εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Η ορθότητα της απόψεως αυτής επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το άρθρο 479 ΑΚ, στηρίζεται παράλληλα στις γενικότερες αρχές της συναλλακτικής ευθύτητος και της καλής πίστεως. Πράγματι οι δανειστές παρέχουν πίστη στον οφειλέτη ενόψει του ενεργητικού της περιουσίας του, στο οποίο υπολογίζουν για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, για την διακρίβωση του οποίου, προκειμένου περί ακινήτων, προσφεύγουν καλόπιστα στα βιβλία μεταγραφών. Περαιτέρω και σε συνέπεια με την παραδοχή ότι το άρθρο 479 ΑΚ εφαρμόζεται και επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, που αποτελούν το μοναδικό ενεργητικό της περιουσίας ή σημαντικό ποσοστό αυτής, ως χρέος ανήκον στην περιουσία αποτελεί οποιαδήποτε αξίωση του δανειστή κατά του μεταβιβάσαντος, χωρίς να απαιτείται να προέρχεται από το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο, όπως ισχύει επί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, από την άσκηση της οποίας πρέπει να προέρχεται. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ότι η αναιρεσίβλητη διατηρούσε αξίωση κατά του πρώτου των αναιρεσειόντων, απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα με το από 28.8.1995 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση εγγυήσεως, μεταγενέστερη της διατυπούμενης στο ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χρυσουπόλεως Φωτεινής Καραγεωργίου συμβάσεως γονικής παροχής του πρώτου των αναιρεσειόντων προς τον δεύτερο τούτων, υιό του, του περιγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο οικοπέδου, πλην υφισταμένη κατά τον χρόνο τη μεταγραφής της (31.8.1995), κατ'ορθή εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ υπήγαγε τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις του, κατά παραδοχή της με στοιχ. (β) αγωγής κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της. Επομένως, οι απομένοντες προς έρευνα πρώτος και δεύτερος κατά σειρά λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 479 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι ελήφθη υπόψη ως μεταβίβαση η μεταγραφή της εκποιητικής δικαιοπραξίας, αντί της καταρτίσεως της ενοχικής σύμβασης χωρίς παράλληλα να πρόκειται για αξίωση της αναιρεσίβλητης που προέρχεται από το μεταβιβασθέν ακίνητο, ελέγχονται, ερειδόμενοι επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 49/12-6-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2. για αναίρεση της 197/23-3-2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ