Legislator Case Law & Legislation
161/2008 AI generated

161/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

161/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με τη εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1061/1991).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 161 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 161/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της εταιρίας με την επωνυμία "......", που εδρεύει στην ......, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γερασίμου.

Της αναιρεσίβλητης: Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........ ΟΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζίμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3552/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3588/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος, με την πρώτη από αυτές, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο, που πραγματικά έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (Ολ.ΑΠ 1/1991).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια, αναγομένη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη δεύτερη από τις άνω διατάξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με τη εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1061/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδει στο δικάσαν Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της διεθνούς φορτωτικής CMR, στο οποίο κατά κύριο λόγο στήριξε την αποδεικτική του κρίση για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας μεταφορικής εταιρείας υπαίτια παράβαση του κατά το άρθρο 21 της κυρωθείσας με το ν. 559/1977 Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης (CMR) όρου της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης αποστολέως καταρτισθείσας συμβάσεως οδικής μεταφοράς, με το να δεχθεί ότι το περιέχον τον κρίσιμο συμβατικό όρο τιμολόγιο μνημονεύεται συγκεκριμένα στην ανωτέρω φορτωτική, ενώ σ' αυτή δεν γίνεται τέτοια μνεία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω διεθνούς φορτωτικής, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωσή της με το να θεωρήσει ότι ο αριθμός 1 που μνημονεύεται σ' αυτή αφορά το εκδοθέν από την αναιρεσίβλητη τιμολόγιο και όχι τον αριθμό των φορτωτικών που εκδόθηκαν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά σε σφάλμα περί την εκτίμηση του περιεχομένου του, στην οποία όμως προέβη το Εφετείο κατά την ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του.

Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, το αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπαίτιας εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράβασης της πρόσθετης συμφωνίας παράδοσης των μεταφερομένων από αυτή εμπορευμάτων υπό τον όρο σύγχρονης παραλαβής από την αγοράστρια εταιρεία των επιταγών που αντιπροσώπευαν το τίμημα των πωληθέντων από την αναιρεσίβλητη εμπορευμάτων, σχημάτισε, όχι μόνον από την εν λόγω διεθνή φορτωτική αλλά από τη δέουσα συνεκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, της ενόρκου βεβαιώσεως και των λοιπών εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου καταλογίζεται στο Εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπάρξεως ελλιπούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον σ' αυτή α)δεν περιέχεται "στοιχειώδης εκτίμηση" της τηρήσεως από την αναιρεσείουσα όμοιου, με τον ανωτέρω, συμβατικού όρου σε άλλη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων, που εκτέλεσε αυτή (αναιρεσείουσα) με παραλήπτρια την ίδια αλλοδαπή εταιρεία και β)δεν αναφέρεται σε ποιον και με ποια ιδιότητα δόθηκαν από την αναιρεσίβλητη "σαφείς" εντολές προς την αναιρεσείουσα, αναφορικά με την τήρηση του επίμαχου συμβατικού όρου. Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη, υπό στοιχείο α', αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός επουσιώδες. Ως προς τη δεύτερη, υπό στοιχείο β'αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, αναφέρεται ότι οι ανωτέρω σαφείς εντολές της αναιρεσίβλητης δόθηκαν κατά τη φόρτωση των εμπορευμάτων, στα όργανα και τους προστηθέντες της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε απαραίτητη κατά νόμο η αναφορά και των ονομάτων τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "........" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3588/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ