Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
161/2007 AI generated

161/2007 · 161/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 161/2007
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 161 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 161/2007 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 161/2007

Απόφαση 161 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 161/2007

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ζ1, 2. Ζ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαράκη και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Ιουλίου 2002 και 25 Ιουλίου 2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3194/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 785/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Ιουλίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.

Επειδή από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο από την πρώτη άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου του αποδεικτικού μέσου, κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ στις οποίες δεν απαιτείται η προβολή του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω, κατά το αυτό ως άνω άρθρο 559 αριθ.11 περ.β' και γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αντίστοιχα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο δεύτερος αυτός λόγος (περ.γ') απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ΄ουσίαν, εφόσον από την απόφαση προκύπτει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ΄ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις υπ'αριθμ. 12773 και 12774/2004 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις, που δόθηκαν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό και πριν από τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τις οποίες όμως δεν είχε κλητευθεί για να παραστεί κατά τη χορήγηση αυτών ο δεύτερος αναιρεσείων, αλλά κλητεύθηκε γι'αυτόν, για τον οποίο μάλιστα η σχετική κλήση ανέγραφε εσφαλμένο επίθετο και διεύθυνση κατοικίας, η δικηγόρος Αγγελική Αναγνωστοπούλου, η οποία όμως δεν υπήρξε πληρεξούσια δικηγόρος του ανωτέρω αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά μόνο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός πρωτίστως είναι αόριστος και πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προβλήθηκε στο Εφετείο το απαράδεκτο, για τους πιο πάνω λόγους των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε κάποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ εξαιρέσεις. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β' ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, ου δεν προσκομίστηκαν, διότι, ενώ στην αρχή βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής της πεποιθήσεως τις υπ' αριθμ. 12773 και 12774/2004 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις των ...και ...., στην συνέχεια αναφέρεται στο περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 12733 και 12734/2004 ένορκων βεβαιώσεων των ίδιων άνω μαρτύρων, οι οποίες όμως δεν υφίστανται και δεν είχαν προσκομιστεί. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι δεν πρόκειται περί διαφορετικών, αλλά των ίδιων ένορκων βεβαιώσεων, οι οποίες ειδικώς αναφέρονται με τον ορθό αριθμό στην αρχή της αποφάσεως, η δε μνεία αυτών στη συνέχεια, κατά την ξεχωριστή αξιολόγησή τους, με διαφορετικό, λανθασμένο, αριθμό οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου. Τέλος, από τη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και "... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας..." και ιδιαίτερα από την τελευταία αυτή περικοπή καθώς και από όλο το περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως σχετικά με το ζήτημα του υπαιτίου του αυτοκινητικού ατυχήματος, καθίσταται βέβαιο, ότι το δικαστήριο για τη μόρφωση της ουσιαστικής του κρίσεως επί του ζητήματος αυτού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τα έγγραφα της προανακριτικής δικογραφίας, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ήτοι: α) τις από 10 και 6.4.2002, αντίστοιχα, εκθέσεις ένορκης εξετάσεως αυτών ως μαρτύρων, β) το από 23.7.2002 απολογητικό υπόμνημα του δεύτερου αναιρεσείοντος και γ) τις από 6.4.2002 και 16.3.2002, αντίστοιχα, εκθέσεις ένορκης εξετάσεως ως μαρτύρων των Ψ1και Ψ2, του οποίου μάλιστα την κατάθεση αυτή ειδικώς αξιολογεί. Επομένως, ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν υπάρχει, όμως, παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί, ότι τα γενόμενα δεκτά ως προκύπτοντα από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τον υπαίτιο του αυτοκινητικού ατυχήματος, μεταξύ των οποίων και η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, "επιβεβαιούνται από το 10-3-2002 σχεδιάγραμμα και από την ίδια ημερομηνία έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν από τον Αστυφύλακα του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής .....", παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, αφού σε αυτά δεν υπάρχει καμιά αναφορά, σημείωση ή σχόλιο του συντάκτη τους, για το ποιό από τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της επικλήσεώς της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως κι' έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους. Επομένως, δεν είναι πράγματα, με την έννοια αυτή, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι μάρτυρες, η εξέταση των διαδίκων, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα κλπ, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Εξάλλου, δεν ιδρύεται η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή ως πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τους προσδιοριζομένους, παραδεκτώς προβληθέντες, αυτοτελείς ισχυρισμούς αναφορικά με την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος. Αλλά, από τους ισχυρισμούς αυτούς, οι υπό στοιχεία α, β΄, γ΄, ε4, ε5 και ε6 αποτελούν επιχειρήματα των αναιρσειόντων, οι δε υπό στοιχεία ε΄1, ε΄2, ε΄3, ε΄7, ε΄8, ε΄9 και στ΄ αποτελούν περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων διαδίκων στο ακροατήριο, προανακριτικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων) κι' επομένως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο δ΄ ισχυρισμό και τον απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο δεύτερος αναιρεσείων. Επομένως πρέπει ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος, αντίστοιχα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-7-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 785/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ για τους δύο πρώτους από αυτούς και ίσο ποσό για την τρίτη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ