161/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 161 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated161/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 161 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 161 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 161/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. ΑΕ", (ΓΕΩΡΓΙΚΗ), που εδρεύει στο ... του Νομού Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσεκούρα.
Της αναιρεσίβλητης: Συν/κης οργανώσεως με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - (ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ)", που εδρεύει στη Γέφυρα Νομού Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιανουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15.765/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 481/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Ιουλίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο ‘ Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../09-03-05 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου εικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας συνεδριάσεως και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με επιμέλεια του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς εφόσον η ανωτέρω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολ.Δ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε και υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολ.Δ χωρίς όμως να αναφέρονται οι παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και με την εκδοχή όμως ότι αυτές είναι οι διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 201 του Α.Κ και πάλι δεν καθορίζεται ούτε η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται το σφάλμα του περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ούτε τα συγκεκριμένα περιστατικά (παραδοχές) που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ελέγχεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του. Για τον ίδιο λόγο ελέγχεται απορριπτέος και ο δεύτερος όμοιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολ.Δ με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν συνάγεται, ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 έως 341 ΚΠολ.Δ.
και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίσθηκαν μετ’ επικλήσεως ή παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί της πληρώσεως της αιρέσεως της συμβάσεως μισθώσεως έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα γενικά τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία αναφέρονται παρακάτω, χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων".
Από τη διαβεβαίωση αυτή, αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη το υπ’ αριθμόν .../9-11-1998 έγγραφο (απόφαση) Επιτροπής Ε.Κ. ως και το υπ’ αριθμόν .../10-08-02 έγγραφο του Υφυπουργού Γεωργίας παρότι δεν γίνεται ειδική μνεία των εγγράφων αυτών, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, και ο όμοιος δεύτερος λόγος επίσης κατά το τρίτο μέρος του με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε μετ’ επικλήσεως προς απόδειξη της πληρώσεως της αιρέσεως της συμβάσεως μισθώσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολ.Δ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ‘ Αρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολ.Δ προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμόν 1570/07-03-00 αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με το να δεχθεί, ότι η παρασχεθείσα από την Ε.Κ.
αύξηση του χορηγουμένου ποσού προς τον Ελληνικό Οργανισμό Παρεμβάσεων για την κάλυψη των δαπανών της αποθεματοποιήσεως του αναποφλοίωτου ρυζιού δεν καταλάμβανε την εσοδεία 1996, από την οποία προήρχετο το αποθεματοποιημένο στους εκμισθωμένους χώρους προϊόν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην από το Εφετείο αξιολόγηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις και στην συναγωγή διαφορετικού πορίσματος από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος (όμοιος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.07.2004 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Π. Α.Ε." για αναίρεση της 481/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ