Supreme Court partially allows appeal against bank interest claim, remanding case for retrial on usury legality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of a claim for illegal interest. The appellants argued that the bank charged usurious interest without legal basis, while the respondent bank contended the charges were lawful. The court found the lower court erred in applying usury laws to the specific loan type and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30(2)(c) and 30(8)(c) of Law 2789/2000; When a lower court incorrectly applies usury provisions to invalidate interest claims, the Supreme Court must annul the decision and remit the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1619 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", πρώην Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Μ. του Κ., 3) Ε. συζύγου Ι. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Ψαλτήρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/3/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 7/1/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 62/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την …/18-4-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από παράνομους τόκους λόγω μη νόμιμου ανατοκισμού τους, απορρέουσα από τις συνομολογηθείσες μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", από μετατροπή της οποίας προήλθε η πρώτη τούτων ανώνυμη εταιρεία, και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό), τις οποίες κατάρτισε ο δεύτερος, ως νόμιμος εκπρόσωπός της και εγγυήθηκε την τήρησή τους η τρίτη τούτων, με θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκαν αρχικά οι 153/2004 και 168/2005 μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με τις οποίες διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως 1) για την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και την προσκόμιση της 8003/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και 2) τη συμπλήρωση της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αντίστοιχα, και στη συνέχεια η 1746/2006 οριστική αυτού απόφαση, με την οποία, μετά από ανάκληση της αντιθέτως αποφανθείσας 153/2004 αποφάσεως, αξιολόγησε την αγωγή, ως μη νόμιμη, κύρια αιτιολογία με την οποία και απορρίφθηκε και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την έφεση των εναγόντων, με την 62/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Στο άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2789/2000, όπως η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με τους συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσόν πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ.
α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ.
β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ. γ')". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεως τους, οι όμοιες ακριβώς διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8, έχουν την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμον ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Τούτο προκύπτει αφενός από τη λογική ερμηνεία και τη συστηματική θέση των διατάξεων του τρίτου εδαφίου των παραγράφων 2 και 8, τα οποία εντάχθηκαν στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα τον πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στη επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεων τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ' υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 οφειλομένων και μάλιστα με ουσιαστικό νόμο, που αναμφιβόλως θεσπίστηκε για να τους ευνοήσει (ΑΠ 1736/2014, 1396/2012).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με τις με αριθμούς …/12-12-1978 και …/2-6-1984 συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης Τράπεζας και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" και τις μεταγενέστερες συμβάσεις, με τις οποίες αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση μέχρι του ποσού των 110.000.000 δραχμών.
Για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων ανοίχτηκαν από την εναγόμενη τέσσερις λογαριασμοί, μεταξύ των οποίων και οι με αριθμούς ... και .... Σύμφωνα με τον όρο 2 των συμβάσεων αυτών, η πίστωση παρέχεται με τόκο και προμήθεια, που λογίζονται και είναι πληρωτέοι στις 15η Μαρτίου, 15η Ιουνίου, 15η Σεπτεμβρίου και 15η Δεκεμβρίου κάθε έτους, δηλαδή ανά τρίμηνο, οπότε κλείνουν περιοδικά οι λογαριασμοί, κατά το άρθρο 112 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ.
Ενώ, εάν δεν καταβληθούν (οι τόκοι και η προμήθεια) φέρονται σε χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης, χωρίς να ειδοποιηθεί η πιστούχος και οφείλονται επάνω σ' αυτούς τόκοι και προμήθεια, σύμφωνα δε με τον όρο 3, η πίστωση χορηγείται μέσα στα πλαίσια των οικείων γενικών ή ειδικών αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής, και κατά τους όρους που ορίζει κάθε φορά η Τράπεζα.
Οι πιο πάνω συμβάσεις λειτούργησαν μέχρι τις 10-7-1992, οπότε έκλεισαν οριστικά οι λογαριασμοί που τις εξυπηρετούσαν και η εναγόμενη όχλησε την πιστούχο εταιρία να της καταβάλει το κατάλοιπο, που ανήλθε σε 21.142.563 δραχμές. Η πιστούχος πράγματι κατέβαλε το ποσό αυτό στην εναγομένη, αφού προηγούμενα της επέδωσε την από 24-8-1992 εξώδικη γνωστοποίηση, με την οποία δήλωνε, ότι προβαίνει στην καταβολή, όχι, επειδή αποδέχεται, ή ομολογεί το κατάλοιπο, αλλά για να ελευθερώσει την περιουσία της από τις εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις υπέρ της εναγομένης.
Εξ άλλου σε σχέση με τους πιο πάνω δύο λογαριασμούς (... και ...), η εναγόμενη, κατά τη διάρκεια των συμβάσεων, τους χρέωσε με τόκους, και συγκεκριμένα με 6.222.951 δραχμές τον πρώτο και με 12.235.934 δραχμές το δεύτερο και συνολικά με 18.458.885 δραχμές. Οι τόκοι αυτοί προέρχονταν από τον ανατοκισμό των τόκων, κατά το περιοδικό κλείσιμο των λογαριασμών, που, κατά τα παραπάνω, είχε συμφωνηθεί να γίνεται ανά τρίμηνο.
Τούτο κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου από την με αριθμό 8003/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της με αριθμό 578/1995 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα της από 10-1-1994 προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας για απόδοση των παραπάνω κονδυλίων των λογαριασμών, που παράνομα και αδικαιολόγητα, κατά την ενάγουσα, είχαν λογιστεί ως τόκοι υπερημερίας και ως τόκοι που προέρχονταν από ανατοκισμό.
Έτσι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε, μετά από ένσταση της εναγόμενης, ως απαράδεκτη την κρινόμενη αγωγή για το ποσό των 56.064 ευρώ (το σωστό είναι 54.171 ευρώ), που αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό των 18.458.885 δραχμών, λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Η ενάγουσα, με το δεύτερο λόγο της έφεσης της παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενη, ότι η παραπάνω αγωγή της, με την οποία είχε ζητήσει την επιστροφή των ποσών, που αδικαιολόγητα, είχαν λογιστεί ως τόκοι υπερημερίας και τόκοι ανατοκισμού στους ένδικους λογαριασμούς, δεν είχε την ίδια νομική βάση με την κρινόμενη, με την οποία ζητά την επιστροφή των τόκων με βάση το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και ότι επομένως δεν θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αγωγή για το ποσό των 18.458.885 δραχμών.
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι το δικαίωμα που ασκήθηκε με την προγενέστερη αγωγή και κρίθηκε με την πιο πάνω Εφετειακή απόφαση, απορρέει από την ίδια ιστορική και νομική αιτία με το δικαίωμα που ασκήθηκε με την κρινόμενη αγωγή και που είναι (το δικαίωμα), η επιστροφή του ποσού των 18.458.885 δραχμών, λόγω της αδικαιολόγητης και χωρίς νόμιμη αιτία χρέωσης των λογαριασμών της ίδιας σύμβασης, μέχρι του ποσού αυτού, που προερχόταν από τον παράνομο ανατοκισμό των τόκων από μέρους της εναγόμενης.
Οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, που επικαλείται η ενάγουσα, δεν μπορούν να στηρίξουν τη νομική βάση της κρινόμενης αγωγής, διότι με το άρθρο αυτό ρυθμίστηκε από το νομοθέτη το θέμα του ανατοκισμού των τόκων που οφείλονται σε Τράπεζες και δεν παρέχεται δικαίωμα για αναζήτηση των ποσών που καταβλήθηκαν από την αιτία αυτή.
Και τούτο, ανεξάρτητα από το ότι οι διατάξεις του ίδιου άρθρου δεν μπορούν να εφαρμοστούν και για το λόγο πώς κατά τη δημοσίευση του Νόμου 1789/2000, δεν υπήρχε υφιστάμενη οφειλή προς την εναγόμενη τραπεζική εταιρία, αφού, κατά την αγωγή, οι ένδικοι λογαριασμοί της πίστωσης είχαν ήδη εξοφληθεί από το έτος 1992.
Αντίθετα, για λόγους δημόσιου συμφέροντος και προκειμένου να αποκλειστεί η επιδίωξη ανατροπής παγιωμένων καταστάσεων που θα έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με την επιδιωκόμενη σταθερότητα στις συναλλαγές και την οικονομία γενικότερα, με τις παραγράφους 2 εδ. γ' και 8 εδ. γ' του ίδιου άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 ορίζεται ρητά, ότι "καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτου ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".
Έτσι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κάνοντας δεκτή την ένσταση της εναγόμενης απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 332 ΚΠoλΔ), για το μέχρι του ποσού 18.458.885 δραχμών μέρος της και ως μη νόμιμη για το μέρος της πέραν του ποσού αυτού, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με το δεύτερο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα...".
Όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, κατ' όμοια κρίση με εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχτηκε, ότι η αγωγή, για το μέχρι του ποσού των 18.458.885 δραχμών μέρος της, ήταν απαράδεκτη, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω δεδικασμένου και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων.
Η αιτιολογία αυτή της αναιρεσιβαλλομένης, που δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως, στηρίζει με επάρκεια το απορριπτικό διατακτικό της, κατά το παραπάνω μέρος, ώστε όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, αναγόμενοι στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το ίδιο μέρος (ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα), είναι αλυσιτελείς, ασκούμενοι χωρίς έννομο συμφέρον.
Αντιθέτως, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμες τις αγωγικές αξιώσεις, που φέρονται προερχόμενες από αδικαιολόγητη και χωρίς νόμιμη αιτία χρέωση των επίμαχων λογαριασμών, με παράνομο ανατοκισμό των τόκων και τόκους υπερημερίας από μέρους της εναγόμενης, ως προς τους δεύτερο και τρίτη αναιρεσείοντες και για το πέραν των 18.458.885 δραχμών μέρος τους, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση των μη εχουσών εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση διατάξεων των παραγράφων 2 εδ.
γ' και 8 εδ. γ' του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως μερικώς βάσιμα μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη οι αναιρεσείοντες, για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς τους. Σημειώνεται, πάντως, πως εφόσον η αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της (που αφορά αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω παράνομου υπολογισμού και καταβολής τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού τόκων, χωρίς χρονικό περιορισμό, παρότι δεν επιτρεπόταν τούτο για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείου, ούτε προβλεπόταν από τη συναφθείσα σύμβαση) κρίθηκε μη νόμιμη, για τον παραπάνω λόγο, δεν είχαν προσόντα διατακτικού οι διηγηματικές ουσιαστικές αναφορές της αναιρεσιβαλλομένης.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω μέρος της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω μερικής νίκης των αναιρεσειόντων στην αναιρετική δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 62/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Εύβοιας, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ & νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ