Legislator Case Law & Legislation
1619/2014 AI generated

1619/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1619/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1619/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Keywords

AI generated
police misconduct dismissal of traffic proceedings dismissal of assault charge associated action for damages traffic violation offences against public authority
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο ποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αρβανιτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2010 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 12-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 6032β'/27-9-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Κερκύρας ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (13-1-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, ετέλεσε εις βάρος του, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ειδικότερα σ' αυτήν, την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, προσβάλλοντας παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητά του και εζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το χρηματικό ποσό των 58.694 ευρώ. (νομιμοτόκως).

Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και δη για το ποσό των 3.000 ευρώ, η δε έφεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής από τον εναγόμενο απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση Επειδή, κατά το άρθρο 57 Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε την έννοιαν του άρθρου 59 Α.Κ.

και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 920 του ιδίου Κώδικος, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Τέλος κατά το άρθρο 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ` αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν εγνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Όμως ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστου και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ` αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παρανόμως την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του τόσο ως ποινικού όσο και ως αστικού αδικήματος, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 Π.Κ. εφαρμόζονται αναλογικώς για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009, 333/2010, 179/2011). Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ.) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζημίου συμπεριφοράς, ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 109/2012, 121/2012, 271/2012, 285/2012, 179/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.

αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα (Α.Π. 109/2012).

Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Στις 1.11.2002 ο εναγόμενος μετέβη στο κατάστημα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κέρκυρας, με σκοπό να λάβει αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων σχετικά με καταγγελία της συζύγου του Α.

Ζ. για απόπειρα διάρρηξης στην κατοικία τους. Όταν ο ίδιος διάβασε το σχετικό ... έγγραφο, ενώπιον των αστυνομικών Γ. Μ. και Σ. Λ. ισχυρίστηκε ότι σ' αυτό ... δεν αποδίδονταν τα γεγονότα όπως είχαν περιγραφεί και καταγγελθεί από τη σύζυγό του. Απευθυνόμενος ακολούθως στη Γ. Μ., με φανερό εκνευρισμό ισχυρίστηκε τα εξής: " τι γράφετε εδώ, εγώ γνωρίζω ποιος έκανε τη διάρρηξη, είναι ο γιος του Ν., το κλεφτρόνι, τον οποίο κάνατε αστυνομικό και του δώσατε όπλο".

Κληθείς ο εναγόμενος, ενώπιον του Γραμματέως της ως άνω Υπηρεσίας Γ. Κ., ώστε να ενημερωθεί για το εν λόγω περιστατικό και προκειμένου εκείνος (εναγόμενος) να παραστεί ενώπιον του Διοικητή της Υπηρεσίας, δήλωσε και πάλι ότι είναι πεπεισμένος ότι τη διάρρηξη την έκανε ο γιος του Ν. τον οποίον ... έκαναν αστυφύλακα και του έδωσαν περίστροφο.

Ως γιο του Ν., όπως άλλωστε και από τον ίδιο συνομολογείται, εννοούσε ευθέως τον ενάγοντα, σπουδαστή τότε της Σχολής Αστυνομίας ... Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι μεταξύ της οικογένειας του εναγομένου και αυτής του ενάγοντος (πατρικής), οι οποίες σημειωτέον κατοικούν στην ίδια οικοδομή, πράγματι είχαν δημιουργηθεί προστριβές και διενέξεις για τις οποίες στο παρελθόν είχαν οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Αναφορικά επίσης με το επίδικο περιστατικό, από τη σύζυγο του εναγομένου υποβλήθηκε εις βάρος του ενάγοντος και άλλων προσώπων της οικογενείας του, μήνυση για την οποία, όσο αφορά τον ενάγοντα ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της εξύβρισης και της από κοινού διατάραξης οικιακής ειρήνης, για τις οποίες αυτή έπαυσε υπό όρο και κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 31 του νόμου 3346/05 ...

Σχετικά επίσης με το επίδικο περιστατικό και κατόπιν μηνύσεως του ενάγοντος εναντίον του εναγομένου - εκκαλούντος ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία ... μετετράπη σε εξύβριση και έπαυσε υπό όρο η εναντίον του δίωξη κατ' εφαρμογήν της ίδιας ως άνω νομικής διάταξης. Με βάση τα παραπάνω αποδείχτηκε μεν ότι ο εναγόμενος είχε τις διαβεβαιώσεις της συζύγου του σχετικά με τη συμμετοχή του ενάγοντος στις ανωτέρω καταγγελθείσες πράξεις, πλην όμως, το στοιχείο τούτο και το δικαίωμα που επρόκειτο ο εναγόμενος προσερχόμενος στην αστυνομία να ασκήσει, συγκρινόμενο με την κατά τα εκτεθέντα νομικά δεδομένα αξία της προσωπικότητος του ατόμου, ουδόλως δικαιολογεί την επιδειχθείσα στον ανωτέρω χρόνο, τόπο και ενώπιον τρίτων συμπεριφορά, του, δοθέντος ότι θα μπορούσε αντί της ενσυνείδητης δυσφήμησης αυτού με τον εκτεθέντα, εντόνως προσβλητικό και απαξιωτικό για το πρόσωπο και την ιδιότητα του ενάγοντος τρόπο, να προασπίσει τα θιγόμενα κατ' εκείνον δικαιώματά του και κυρίως να προβάλλει το ενδιαφέρον του με νόμιμες διαδικασίες, δηλονότι με την κατάθεση σχετικής αναφοράς στην ανωτέρω υπηρεσία, άλλως στον αρμόδιο Εισαγγελέα και όχι όπως αντίθετα έπραξε.

Κατόπιν αυτών το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία πράγματι υπέστη, κρίνεται βάσιμο. Λαμβανομένων ακολούθως υπόψη, του είδους της προσβολής, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά του, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (ο εκκαλών είναι ήδη συνταξιούχος αστυνομικός), πρέπει αυτή να προσδιοριστεί στο ποσό των 3000 ευρώ.

Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία για όλα τα παραπάνω έκρινε όμοια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Συνακόλουθα, οι σχετικοί αντίθετοι λόγοι της εφέσεως του εναγομένου είναι αβάσιμοι, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της ...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ.

και 361 Π.Κ., βάσει των οποίων έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από την εις βάρος του αδικοπραξία το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι ο αναιρεσείων ετέλεσε εις βάρος του αναιρεσιβλήτου την πράξη της εξυβρίσεως, με την οποία και προσέβαλε την προσωπικότητά του, αφού δεν προσδιορίζει τις λέξεις ή τις φράσεις δια των οποίων ετελέσθη η πράξη της εξυβρίσεως, αλλά αρκείται στην μνεία ότι στην συναφή ποινική δίκη εκρίθη από το ποινικό δικαστήριο ότι ετελέσθη το αδίκημα της εξυβρίσεως, επί πλέον δε και ως προς τα καθοριστικά του ύψους της επικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως στοιχεία και δη ως προς την οικονομική δυνατότητα του ιδίου, τυγχάνει αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ότι η αδικοπραξία που του αποδίδεται έλαβε χώρα σε στενό κύκλο και δη εντός του καταστήματος της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Κερκύρας, όπου εξέφρασε τις υπόνοιές του περί του δράστου της αποπείρας διαρρήξεως της οικίας του ενώπιον των εντεταλμένων προς τούτο αστυνομικών οργάνων, ένα εκ των οποίων, παραβιάζοντας το υπηρεσιακό του καθήκον, ενημέρωσε σχετικώς τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα να ασκηθεί απ' αυτόν η ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το παρατιθέμενο, ως άνω, κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που ο τελευταίος επικαλείται για την συγκρότησή του.

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς ότι ο αναιρεσείων μετά την ανάγνωση του αντιγράφου της καταγγελίας της συζύγου του περί της αποπείρας διαρρήξεως της οικίας των εκ του βιβλίου συμβάντων της Υποδιευθύνσεως Ασφαλείας Κέρκυρας, ισχυρίσθηκε ενώπιον των αστυνομικών Γ. Μ. και Σ. Λ., εμφανώς εκνευρισμένος ότι τα αναγραφόμενα στο εν λόγω έγγραφο δεν αποδίδουν το περιεχόμενο της γενομένης από την σύζυγό του καταγγελίας και ότι ο ίδιος γνωρίζει ότι δράστης είναι ο αναιρεσίβλητος τον οποίον περιέγραψε με τις φράσεις: "ο γιος του Ν., το κλεφτρόνι, τον οποίο κάνατε αστυνομικό και του δώσατε όπλο".

Την βεβαιότητά του δε αυτή με τους ιδίους χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου επανέλαβε αμέσως μετά και ενώπιον του Γραμματέως της προειρημένης υπηρεσίας Γ. Κ..

Εξάλλου, ο αναιρεσείων, με τον τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ 11 α' και γ' Κ.Πολ.Δ. για την θεμελίωση των οποίων επικαλείται κατά συνοπτική εδώ μεταφορά των τα εξής: "... η μαρτυρική κατάθεση της αστυνόμου Γ.

Μ. (η οποία δόθηκε στο πρώτο βαθμό) δεν έπρεπε να ληφθεί καν υπ' όψιν από το Δικαστήριο, καθόσον η πράξη της, να γνωρίσει στον αναιρεσίβλητο, τα όσα εγώ ...εντός του γραφείου της Αστυνομικής Διεύθυνσης, ανέφερα για τον αναιρεσίβλητο, αποτελούσε πειθαρχικό αδίκημα, λόγω παράβασης υπηρεσιακής εχεμύθειας ...

και ως εκ τούτου όχι αξιόπιστο μέσο απόδειξης, ως πειθαρχικά ελεγκτέα και κολάσιμη πράξη ... η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπ' όψιν της πράγματα που προτάθηκαν από εμένα και συγκεκριμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι α) ΟΥΔΕΙΣ ΤΡΙΤΟΣ υπήρχε εντός του γραφείου στο οποίο αναφέρθηκα στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, πλην της αστυνόμου Γ.

Μ., β) ότι τα όσα ανέφερε η εν λόγω αστυνομικός Γ. Μ., σχετικά με τη συγκεκριμένη φράση με την οποία απευθύνθηκα στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, εν πολλοίς αποτέλεσαν αποκύημα της φαντασίας της, αφού την μάρτυρα διαψεύδει ο ίδιος ο προϊστάμενός της, σε σχετική κατάθεση που εκείνος έδωσε και ο οποίος, βρισκόταν στο διπλανό γραφείο και άκουσε τη σχετική συζήτηση.

Μάλιστα τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα προσκόμισα στο δίκασαν Εφετείο, τα οποία ουδόλως μνημόνευσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έστω και υπό το γεγονός της προσκομίσεως τους από εμέ, είναι δε φανερό ότι ουδόλως τα εξέτασε, έστω και υπό μορφή ανάγνωσης ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του και δη κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος, διότι η προαναφερομένη μάρτυρας δεν ήταν κατά νόμον εξαιρετέα , αφού τα κατατεθέντα παρ' αυτής γεγονότα δεν εμπίπτουν στο καθήκον εχεμυθείας της ως δημοσίου υπαλλήλου (άρθρο 400 αριθ.2 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε περίπτωση δε η κατάθεση αυτής και ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο νομίμως ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο κατ' άρθρο 270 παρ.2 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ., ενώ ο βαθμός της αξιοπιστίας της εμπίπτει στην ελευθέρα εκτίμηση και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου κατά το δεύτερο σκέλος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος αφ' ενός μεν λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζει παντάπασι τα αποδεικτικά στοιχεία και δη τα έγγραφα, τα οποία προσεκομίσθησαν νομίμως από τον αναιρεσείοντα και δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αφ' ετέρου διότι υπό την αόριστη επίκληση της μη λήψεως υπόψη των ως είρηται αποδεικτικών στοιχείων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2010 αίτηση του Σ. Ζ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ