Legislator Case Law & Legislation
1619/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation ruling due to insufficient reasoning on land suitability.

Case Number 1619/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding expropriation compensation. The plaintiffs argued the lower court lacked legal basis for its findings on land suitability and value reduction. The Court ruled that the lower court failed to specify the creation date of the expropriated properties, a critical factor for determining land suitability under relevant regulations, thereby rendering the compensation calculation legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Presidential Decree 24/1985 and Article 13 paragraph 4 of Law 2882/2001; An appeal against a compensation determination is admissible only if the lower court provides sufficient reasoning to verify the legal basis for findings on land suitability and value reduction, otherwise the decision must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
expropriation compensation land suitability criteria insufficient reasoning remand for retrial value reduction assessment Presidential Decree 24/1985 Law 2882/2001

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Presidential Decree 24/1985
Article 13 paragraph 4 of Law 2882/2001
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1α) Ε. Π. του Ι., 1β) Ν. Π. του Ι., 1γ) Φ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Ι. Π., 1δ) Α. Α. του Δ., 1ε) Π. συζύγου Ν. Τ., το γένος Δ. Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 2α) Γ. συζύγου Θ. Τ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου .., 2β) Ελένης θυγατέρας Θ. Κ., κατοίκου , οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5/5/2001 και 15/5/2001 αντίθετες αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 1903/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/6/2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 6/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 3-6-2003 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1903/2002 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα εις το σκεπτικό μέρος της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις υπ'αριθμ.558 και 554/28-9-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμου καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εκπρόθεσμα στην έκτη και έβδομη από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον παρά την απουσία αυτών.

ΙΙ.Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ'ακόλουθα:

Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1903/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που συνεκδίκασε αντίθετες αιτήσεις των και τώρα διαδίκων καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα με στοιχεία ΚΠ 1,2,3,4,5 απαλλοτριούμενα ακίνητα επί πλέον δε καθορίστηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ν.2882/2001 ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα των ακινήτων ΚΠ 2,3 και 4 που απέμειναν εκτός της απαλλοτριώσεως, και φέρονται ν'ανήκουν στους παρισταμένους στην παρούσα δίκη πέντε πρώτους αναιρεσιβλήτους.

Αντίθετα με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα των αναιρεσιβλήτων Γ. συζ. Θ. Τ. και Ε. θυγ. Κ. για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου τους με στοιχείο ΚΠ5 που παρέμεινε εκτός της απαλλοτρίωσης. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.1903/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης κατά το μέρος της μόνο που καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των ακινήτων με στοιχεία ΚΠ 2,3 και 4.

Ενόψει αυτών σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου η ένδικη αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα στρέφεται κατά των απολειπομένων στην παρούσα συζήτηση έκτης και εβδόμης των αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και Ε. Κ. για τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τους λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν περιέχει επιβλαβή για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ,οΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων, εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από ,αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001: "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί -ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλ-λοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλ-λοτριούμενο".

Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των απομενόντων τμημάτων και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1290/2009).

Εξ άλλου με το άρθρο 1 παρ.2 περ. γ του Π.Δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270/Τ.Δ/31-5-85) ορίζεται: " Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απο-μειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β." Περαιτέρω κατά τις περιπτώσεις αυτές (α, β) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που πριν από την 12-11-1962 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 10 μ.

και ελάχιστο βάθος 15 μ.. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1200 μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., και ελάχιστο βάθος 35 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ.

και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: Ι. Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου.

2. Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος της δημιουργίας του αρχικού γηπέδου ώστε:

α) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 24-10-1962, θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ,μ. εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης.

β) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1200 τ.μ. με τους λοιπούς άνω όρους δόμησης.

γ) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης.

Κριτήριο συνεπώς για την αρτιότητα η μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των με αριθμούς Κ.Π. 2,3 και 4 ακινήτων, ότι: "εξ αυτών τα με αριθμ. Κ.Π. 2 και 4 εφάπτονται της Εθνικής οδού Κατερίνης-Θεσσαλονίκης, ότι το με αριθμ.

Κ.Π. 3 βρίσκεται σε παράπλευρο δρόμο, ότι η περιοχή που βρίσκονται τα απαλλοτριωθέντα είναι εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης, ότι τα με αριθμ. Κ.Π. 2 και 3 ακίνητα, τα οποία είναι συνεχόμενα και ανήκουν στους ίδιους ιδιοκτήτες πριν από την απαλλοτρίωση ως ενιαίο τμήμα είχαν εμβαδόν 4.605,90 (3.136 + 1469,90) τ. μέτρα, το οποίο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ότι από την έκταση αυτή απαλλοτριώνεται εμβαδόν 1826,50 (1248,60 + 577,90) τ.μ, και μένει εμβαδόν 2.779,40 (1887,40 + 892) τ.μ., το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ.24/1985, είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο, πρόσφορο όμως για γεωργική εκμετάλλευση λόγω του μεγέθους του και ότι υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 30%, ότι το με αριθμ.Κ.Π.4 ακίνητο, πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.967,10 τ.μ.

και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ότι απαλλοτριώνεται εμβαδόν 1.895,40 τ.μ. και μένει εμβαδόν 3.071,70 τ.μ., το οποίο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 του π.δ.24/1985, είναι όμως πρόσφορο για γεωργική εκμετάλλευση λόγω του μεγέθους του και ότι υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 30%".

Έτσι όπως έκρινε όμως η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζει τον χρόνο δημιουργίας των πιο πάνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, στοιχείο κρίσιμο καθόσον εξ αυτού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ/τος 24/1985, κρίνεται το αναγκαίο ελάχιστο εμβαδόν για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων αυτών. Η έλλειψη αυτή στερεί την δυνατότητα ελέγχου, για ποιόν λόγο δεν συντρέχουν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλόμενης, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και η εξ αυτού του λόγου μείωση ή μη της αξίας των εκτός απαλλοτρίωσης απομενοντων τμημάτων των αναιρεσιβλήτων.

Εξ αιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων της αιτιολογίας, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των παραπάνω περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 1 του Π.Δ/τος 24/1985 και 13 παρ.4 του Ν.2882/2001 και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της που αφορά μόνο τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του ν.2882/2001 ως προς τους πρώτο έως και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων για έλλειψη νόμιμης βάσης για τον από το άρθρο 559 περ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 το άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.(αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2003 αίτηση αναίρεσης ως προς τις αναιρεσίβλητες με στοιχεία 2α και 2β Γ. Τ. και Ε. Κ..

Αναιρεί την 1903/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το εις το σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους πέντε πρώτους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ