Legislator Case Law & Legislation
1619/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute for inadmissible grounds and lack of specificity.

Case Number 1619/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the lower court ignored specific facts and failed to order a new handwriting analysis, but the court ruled these points were inadmissible. The court held that the appeal lacked sufficient detail to identify violated legal rules and that certain arguments concerned matters not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(γ), 559(19), 559(17), 559(9), 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeal grounds that are vague, do not specify the violated substantive rule, or concern issues not subject to appellate examination.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds lack of specificity substantive law violation appellate review scope handwriting analysis inheritance dispute procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(17) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 388 of the Code of Civil Procedure
Article 384 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο.

Των Α. αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ατομικώς αλλά και ως μόνων κληρονόμων της ΨΨ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Ουρανού.

Β. αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ψ3, κατοίκου ..., 2. της εν ... εδρευούσης Ιεράς Μονής Αγ. Κυπριανού, νομίμως εκπροσωπουμένης, 3. Ψ4 και Ψ3, κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού την γονικήν μέριμναν της ανηλίκου θυγατρός τους Ψ5, 4. Ψ6, κατοίκου ..., ως προσωρινής ειδικής επιτρόπου της ανηλίκου Ψ5, 5. Ψ7, πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής και 6. Ψ8, πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε 1. με τις από (δύο) 10-4-1996 αγωγές των α. ΨΨ, β. Ψ1 και γ. Ψ2, 2. με την από 15-5-1996 αγωγή της Χ και 3. με την από 17-3-1997 αγωγή του Ψ3 που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/1997, 13/2002 μη οριστικές, 206/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.) Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τους οκτώ αναιρεσιβλήτους κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ της σειράς του πινακίου και την εν συνεχεία συζήτηση αυτής παρέστησαν μόνο οι δύο πρώτοι από αυτούς.

Οι υπόλοιποι μη εμφανισθέντες τρίτος, τέταρτη, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ... και ..., εκθέσεις επιδόσεως των δικ. επιμελητών ... και ... των Πρωτοδικείων Αθηνών και Κορίνθου είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5.3.2008, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στη συνέχεια δε, όπως προκύπτει από τις ..., ..., ... και ..., εκθέσεις επιδόσεως των αυτών ως άνω δικ. επιμελητών, ακριβές αντίγραφο της από 8.5.2008 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως και προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 19.11.2008 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, στους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη, των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω οι έβδομος και όγδοη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν ως αγνώστου διαμονής δι` επιδόσεως αντιγράφου της ένδικης αναίρεσης και κλήσεως προς εμφάνιση για την ως άνω δικάσιμο (19.11.2008) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (προσάγονται αντίστοιχα οι ..., ..., ... και ..., εκθέσεις επιδόσεως του δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...

και τα φύλλα των εκδιδομένων στην ... ημερησίων εφημερίδων "..." και "..." στα οποία, κατ` εντολή του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου δημοσιεύθηκαν περιλήψεις των δικογράφων της αναίρεσης και κλήσεως). Οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομος και όγδοη των αναιρεσιβλήτων όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

ΙΙ.) Από τον συνδυασμό των άρθρων 513 παρ. 1 β, 308 και 309 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως για οποιοδήποτε λόγο δεν υπόκειται, ως μη οριστική, σε έφεση. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και απέρριψε σιωπηρά λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, που αφορούσε την 13/2002 μη οριστική πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής του τρίτου αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, λόγω μη κλητεύσεως του εναγομένου ΑΑ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Κατά συνέπεια ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 πλημμέλεια, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, καθ' όσον το ως άνω αίτημα της αναιρεσείουσας περί κηρύξεως απαραδέκτου της μετ' απόδειξη συζητήσεως της υποθέσεως, μολονότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία, θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, χωρίς καμία διάκριση ή επιφύλαξη.

III.) Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Ειδικότερα οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.Α.Π. 8/2005, 111/81, 848/81).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 25-8-1995 τραυματίστηκε θανάσιμα σε τροχαίο ατύχημα ο ΩΩ, κάτοικος προ του Θανάτου του του ..., ηλικίας 43 ετών. Ο εν λόγω αποβιώσας ... κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου του εγγύτερους συγγενείς την μητέρα του ΨΨ και τα αδέλφια του Ψ1 και Ψ2 ... .

Ο εν λόγω αποβιώσας, παρά το γεγονός ότι είχε περιορισμένες γραμματικές γνώσεις ... ασχολείτο από ετών κυρίως με τις υπεργολαβίες δημοσίων έργων σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, δραστηριότητα που του είχε αποφέρει σημαντική ακίνητη και κινητή περιουσία και διατηρούσε σχέσεις ακόμη και παράλληλες με αρκετές γυναίκες στον εκάστοτε τόπο της δραστηριότητος του.

Ωστόσο απέφευγε την τέλεση γάμου ... . Στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... του Δήμου ... και επί οικοπέδου εκτάσεως 1042,65 τμ είχε ανεγείρει 3-4 περίπου έτη προ του θανάτου του πολυτελή (με πισίνα) κατοικία, συνολικού εμβαδού 340 τμ, όπου καί διέμενε κατά τον χρόνο που οι υποχρεώσεις του επέτρεπαν να παραμένει στην περιοχή ... .

Κατά την παραμονή του στην περιοχή ... και κατά το έτος 1992 ή 1993 ανέπτυξε ερωτικό δεσμό με την εκκαλούσα, ύπανδρο τότε μετά του Τρύφωνος Σπυροπούλου και μητέρα ενός τέκνου ηλικίας 15 περίπου ετών, κομμώτρια στο επάγγελμα. Η τελευταία υποστηρίζει ότι με τον θανόντα συζούσε επί 5ετία στην εν λόγω οικία, την οποία ανείγειραν από κοινού, ότι αποτελούσε την επίσημη μνηστή του, ότι την εμφάνιζε στους οικείους του ως μέλλουσα σύζυγο του, μιας και τον μήνα Σεπτέμβριο 1995 επρόκειτο να τελέσουν γάμο και ότι αποτελούσε τον μοναδικό άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, γι' αυτό και με το υπ' αριθ. ...

πληρεξούσιο της σ/φου Εορδαίας Ελευθερίας Κατωποικίδη την είχε εγκαταστήσει ως πληρεξούσια του. Με εξαίρεση το γεγονός ότι πράγματι διατηρούσε κατά τα τελευταία 3 περίπου έτη ερωτικό δεσμό με τον αποβιώσαντα, δεν αποδείχτηκαν οι λοιποί ισχυρισμοί της. Το επικαλούμενο πληρεξούσιο της έδινε την εντολή να τον αντιπροσωπεύει στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, δηλαδή να υπογράφει σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφωνικής σύνδεσης, να παραλαμβάνει την αλληλογραφία του και να τον αντιπροσωπεύει στην συνέλευση των ιδιοκτητών πολυκατοικίας.

Αντίθετα ο αποβιώσας δεν την είχε ορίσει συνδικαιούχο σε κάποιον από τους πολλούς λογαριασμούς που τηρούσε σε τράπεζες, ενώ, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω, ως συμμισθωτή στην θυρίδα που είχε μισθώσει στο υποκ/μα της τράπεζας Πίστεως στο ... είχε ορίσει την μητέρα του ΨΨ. Με πρωτοβουλία του δικηγόρου ΑΑ δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 20-10-1995 η από 10-5-1995 φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ΩΩ, η οποία έχει επί λέξει και με την διατυπωθείσα ορθογραφία ως ακολούθως: "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ Σήμερα στην ..., ήμερα Τετάρτη 10 Μαΐου 1995, εγώ ο ΩΩ και της Ψ, έχων σώας τα φρένας, πλήρη συνείδηση των πραττομένων και ελεύθερη βούληση συντσ.ξεως διαθήκης, εγκαθιστώ κληρονόμους μου την μητέρα μου ΨΨ καιτον αδελφικό μου φίλο και συνεργάτη μου Ψ3.

Εκτελεστή της διαθήκης μου ορίζω τον δικηγόρο μου στην ... κ. ΑΑ, οδός ... και σε περίπτωση κωλύματος του τον γυιό του Ψ8. Σε περιπτώσει αποποίησης της μητέρας μου από το κληρονομικό της δικαίωμα εκφράζω την ευχή προς τον εκτελεστή της διαθήκης μου να διανείμει κατ' ισομοιρία την κληρονομικής μερίδα στα αδέλφια μου Ψ1 και Ψ2.

Στην μητέρα μου αφήνω α) 5.000.000 δρχ, β) το διαμέρισμα μου στην οδό ... στη ..., γ) το οικόπεδο μου στη θέση ..., δ) το οικόπεδο μου με το σπίτι στον ..., στ) τα ποσοστά 25 % συνιδιοκτησίας μου στην οικία, στα οικόπεδο, και στους αγρούς στα ... . Την λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία μου αφήνω στον Ψ3. Αυτή είναι η ιδιόγραφη διαθήκη μου που συντάσσω με πλήρη νηφαλιότητα. ...

Τετάρτη 10 Μαΐου 1995". Η διαθήκη αυτή κηρύχτηκε κυρία με την υπ' αριθ. 1434/1995 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Πέντε ημέρες αργότερα ήτοι στις 25-10-1995 στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), δημοσιεύτηκε, αυτή τη φορά με πρωτοβουλία της εκ των διαδίκων Χ, ήδη εκκαλούσης, η από 25-7-1995 φερομένη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ΩΩ, η οποία έχει επί λέξει και με την διατυπωθείσα ορθογραφία ως ακολούθως : "Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ...

ΣΗΜΕΡΑ 25-7-1995 ΕΓΩ ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΩ ΩΩ ΠΟΥ ΓΕΝΙΘΗΚΑ ΣΤΑ ... ΚΑΙ ΚΑΤΙΚΩ ΣΤΟ ... ΕΧΩ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΙΡΑΖΩ ΤΗ ΠΕΡΟΥΣΙΑ ΜΟΥ ΕΤΣΙ. ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΝΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΑΡΗ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΤΗ ... ΤΟ ΙΚΟΠΕΔΟ ΣΤΗ ... ΚΑΙ ΟΛΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ ΚΑΐ ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΤΗΣ ΛΙΨΗ ΤΙΠΟΤΑ. ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΝΑ ΠΑΡΗ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΜΙΣΟ ΚΑΙ ΤΑ ΧΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΣΤΗ ...

ΜΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΡΙΣ ΓΚΑΡΣΟΝΙΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΗ ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΑΝΗΨΑ. ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΜΟΥ ΠΟΥ ΜΕ ΈΧΕΙ ΠΙΚΡΑΝΗ ΕΓΩ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΩ ΟΤΙ ΗΜΑΣΤΕ ΑΔΕΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΦΗΝΩ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΗ ΤΑ ΑΝΗΨΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΜΠΕΛΗΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΧΩ ΣΤΗ ... . ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ... ΠΟΥ ΜΕ ΈΚΑΝΕ ΕΥΤΙΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΣΤΟ ...

ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ ΤΑ ΕΝΤΟΚΑ ΓΡΑΜΑΤΙΑ ΟΤΙ ΕΧΩ ΣΤΗ ΘΥΡΙΔΑ ΣΤΗ ΠΙΣΤΕΩΣ ΣΤΟ ... ΚΑΙ ΟΛΛΗ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΒΑΠΤΙΣΙΜΙΑ Ψ5 ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ... . ΌΤΙ ΑΛΟ ΕΧΧΟ ΟΠΟΥ ΚΙΑΝ ΙΝΑΙ ΤΟ ΑΦΗΝΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ... . ΔΙΝΩ ΣΕ ΟΛΛΟΥΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΝΗΨΑΚΙΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΜΟΥ ΝΑΝΕ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ ΩΩ". Και αυτή η διαθήκη κηρύχτηκε κυρία με την υπ' αριθ. 256/1995 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.

Κατά τους ισχυρισμούς της, την είχε βρει τυχαία δύο περίπου μήνες μετά τον θάνατό του. Με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνωρίστηκαν ότι αμφότερες οι ως άνω φερόμενες ως ιδιόγραφες διαθήκες του ΩΩ είναι άκυρες, γιατί δεν γράφτηκαν ούτε υπογράφτηκαν με τα χέρια του. Ήδη η εκκαλουμένη πλήττεται μόνο κατά το σκέλος που αναγνώρισε την ακυρότητα της δεύτερης από τις ως άνω διαθήκες με ημερομηνία 25-7-1995, εκ της οποίας η εκκαλούσα αρύεται κληρονομικά δικαιώματα επί δήλων πραγμάτων της κληρονομιάς του φερομένου ως διαθέτη.

Για το ουσιώδες και εριστό αυτό ζήτημα η διατυπωθείσα στην σχετική έκθεση γνωμοδότηση της διορισθείσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας ..., ειδικής γραφολόγου είναι σαφής και κατηγορηματική: "η γραφή της από 25-7-1995 ιδιόγραφης διαθήκης, δεν γράφτηκε από τον ΩΩ, αλλά από άλλο άγνωστο πρόσωπο με τη μέθοδο της ζωγραφικής απομίμησης τον τύπου των γραμμάτων και αριθμών της γνήσιας γραφής του παραπάνω, υπογραφή δεν τέθηκε από τον ΩΩ αλλά από άλλο άγνωστο πρόσωπο με τη μέθοδο της ζωγραφικής απομίμησης του τύπου των γνησίων υπογραφούν του παραπάνω".

Το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, άγεται στην κρίση ότι τούτο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι δηλαδή η επίμαχη από 25-7-1995 "διαθήκη" δεν γράφτηκε και δεν υπογράφτηκε από τον φερόμενο ως διαθέτη ΩΩ ενισχύεται και από τα ακόλουθα στοιχεία:

ο ΩΩ, λόγω και του αισιόδοξου του χαρακτήρας του, ουδέποτε είχε διατυπώσει την επιθυμία του ή την ανησυχία του να ρυθμίσει τα της κληρονομικής διαδοχής του. Περαιτέρω λόγω των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων είχε δυσκολίες στην διατύπωση ολοκληρωμένων προτάσεων. Όντας δε προσεκτικός και συστηματικός στις υποθέσεις του, εάν επιθυμούσε κάτι τέτοιο, ασφαλώς και θα απευθυνόταν σε ειδικούς επιστήμονες (δικηγόρους, συμβολαιογράφους κλπ), για να διατυπώσει με τάξη, μυστικότητα και ασφάλεια την τελευταία του επιθυμία.

Αλλά και αυτό τούτο το περιεχόμενο της φερομένης ως διαθήκης του μαρτυρεί ότι συντάχτηκε από άτομο που αγνοούσε κάποια βασικά δεδομένα, αναφορικά με τα οικονομικά του ΩΩ, κάτι που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν ο συντάκτης ήταν ο ίδιος. Ειδικότερα με την επίμαχη διαθήκη φέρεται να καταλείπεται στην εκκαλούσα η με αριθμό ...

θυρίδα που είχε μισθώσει στο υποκ/μα της τράπεζας Πίστεως στο ... και η οποία κατά τις εκτιμήσεις των εφεσίβλητων αδελφών του περιείχε το βασικότερο κατ' αξία στοιχείο της κληρονομιάς του. Όμως συμμισθώτρια της εν λόγω θυρίδος ήταν και η μητέρα του Ψ, κάτι που φαίνεται ότι εγνώριζε μόνον αυτός, η μητέρα του και τα αδέλφια του.

Περαιτέρω με την επίμαχη διαθήκη φέρεται να καταλείπει στην αδελφή του Ψ2 "το πατρικό σπίτι το μισό και τα χτήματα από τον πατέρα τους ...". Όμως ο ΩΩ είχε δικαιώματα σε τρία μόνο ακίνητα από την πατρική περιουσία, ήτοι το 1/2 εξ' αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως 8 στρεμμάτων κείμενου στα ... και το 1/2 της ψιλής κυριότητος ενός άλλου αγρού εκτάσεως 12 στρεμμάτων κειμένου στην ίδια περιοχή και μιας ισόγειας οικίας κείμενης στην ίδια κοινότητα.

Και βεβαίως, εάν συντάκτης της επίμαχης διαθήκης ήταν ο ΩΩ, που ασφαλώς εγνώριζε τα δικαιώματα που διατηρούσε, ασφαλώς και δεν θα κατέλειπε ανύπαρκτα περιουσιακά στοιχεία. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εκκαλούσα με την υπ' αριθ. 183/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου κηρύχτηκε αθώα για τις αποδοθείσες σ' αυτήν πράξεις της πλαστογραφίας (της επίμαχης διαθήκης) μετά χρήσεως και της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, καθόσον οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν δεσμεύουν τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, παρεκτός του ότι με την παραπάνω απόφαση του εν λόγω ποινικού δικαστηρίου ναι μεν δεν έγινε δεκτό ότι η νυν εκκαλούσα και εκεί κατ/νη πλαστογράφησε την επίμαχη διαθήκη, όχι δε και ότι αυτή είναι έγκυρη, ζήτημα άλλωστε που εξέφευγε της δικαιοδοσίας του ... .

Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ότι η επίμαχη από 25-7-1995 διαθήκη δεν γράφτηκε, ούτε υπογράφτηκε από τον ΩΩ και επομένως είναι άκυρη ως ιδιόγραφη διαθήκη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι ...". Για να καταλήξει το Εφετείο στο περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με την πλαστότητα και συνακόλουθα την ακυρότητα της από 25.7.1995 ιδιογράφου διαθήκης του ΩΩ, αποδείχθηκαν, πλην άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και οι κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν την μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την αναφερομένη στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από 5.2.1998 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της τεχνικού συμβούλου αυτής ... .

Γι' αυτό και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε μόνον στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ... και όχι στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από αυτή, με το να δώσει το Εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραπάνω πραγματογνωμοσύνη από εκείνη των ίδιας αποδεικτικής δύναμης υπολοίπων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ.

V). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της περ. 8 του άρθρου 559, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό, ενώ δεν αποτελούν πράγματα οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση 1.) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της και δη ότι εκμισθώτρια της υπ' αριθμ. ... θυρίδας στο υποκατάστημα ... της Τράπεζας Πίστεως ήταν και η αποβιώσασα μητέρα του διαθέτη, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, 2) ότι το Εφετείο, αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που η ίδια προέτεινε, ήτοι α) ότι η ίδια παραιτήθηκε από το περιεχόμενο της θυρίδας, β) ότι με την από 25-7-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του ο θανών καταλείπει και στην αναιρεσείουσα 1/10 περίπου της περιουσίας του, γ) ότι είχε αναθέσει λίγο πριν από το θάνατο του το ένα κλειδί της θυρίδας στην πληρεξούσια του δικηγόρο του Παρασκευή Ζάρκου, δ) ότι δεν απαντά στο ποιος συνέταξε τη διαθήκη και για ποιο σκοπό, ε) ότι η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη θεώρησε ως γνήσια και αναμφισβήτητα τα έγγραφα που προσεκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη της δημόσια έγγραφα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω δεν συνιστούν "πράγματα", με την έννοια που προαναφέρεται, αλλά αναφορικά με τις πέντε πρώτες αιτιάσεις, επιχειρήματα που επικαλείται η αναιρεσείουσα για την επιστήριξη των απόψεών της, ενώ η τελευταία αιτίαση αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη εγγράφου, ο δε λόγος αυτός ως αντίστοιχη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 11 γ είναι αβάσιμος.

VI). Με τους πέμπτο και ένατο λόγους αναιρέσεως με το πρόσχημα της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 17 ΚΠολΔ πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν ερευνάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, επομένως, ο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

VII). Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια, όπως να διατάξει, κατ' άρθρο 388 ΚΠολΔ, νέα πραγματογνωμοσύνη. Επομένως ο έκτος από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο δεν απάντησε στα αιτήματα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη, ως και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 384 ΚΠολΔ, να δοθούν διευκρινίσεις, σε σχέση με τη διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

VIII). Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως επίσης, και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και τι αυτά αφορούν. Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι ο όγδοος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ως προς τι ανέγνωσε το Εφετείο λάθος το περιεχόμενο της από 25-7-1995 ιδιόγραφης διαθήκης και των προσκομισθέντων στην πραγματογνώμονα εγγράφων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.7.2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 41/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ