1619/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19372/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1316/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά τους βάσιμους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αυτής και να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 1316/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1619/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αντιστοίχως], ότι μετά την εισαγωγή του αυτοκινήτου, λόγω οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντος να καταβάλει τα έξοδα εκτελωνισμού και κυκλοφορίας, ματαίωσαν τη σύμβαση και συμφώνησαν να του επιστρέψει ο εναγόμενος το ανωτέρω ποσό μετά την πώληση του εν λόγω αυτοκινήτου σε τρίτο αγοραστή και ότι μολονότι ο εναγόμενος πούλησε το αυτοκίνητο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το προκαταβληθέν τίμημα, όπως είχε συμφωνηθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1619 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1619/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγούλα Παπαθανασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μπελίτση, με δήλωση του άρθρου 242.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19372/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1316/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά τους βάσιμους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αυτής και να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 1316/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί επιδικάσεως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού 2.500.000 δρχ., λόγω ματαιώσεως συμβάσεως πωλήσεως αυτοκινήτου, δέχθηκε ότι ο ενάγων τον Οκτώβριο του 1989 συμφώνησε με τον εναγόμενο να του πωλήσει ένα αυτοκίνητο μάρκας AUDI, το οποίο ο τελευταίος θα εισήγαγε από την Γερμανία, αντί του ποσού των 2.500.000 δρχ., που του προκατέβαλε στις 23.10.1989 και στις 14.11.1989 [500.000 και 2.000.000 δρχ.
αντιστοίχως], ότι μετά την εισαγωγή του αυτοκινήτου, λόγω οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντος να καταβάλει τα έξοδα εκτελωνισμού και κυκλοφορίας, ματαίωσαν τη σύμβαση και συμφώνησαν να του επιστρέψει ο εναγόμενος το ανωτέρω ποσό μετά την πώληση του εν λόγω αυτοκινήτου σε τρίτο αγοραστή και ότι μολονότι ο εναγόμενος πούλησε το αυτοκίνητο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το προκαταβληθέν τίμημα, όπως είχε συμφωνηθεί.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "... Η προβληθείσα ένσταση εξόφλησης από τον εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμη. Καταβολή εκ μέρους του εναγομένου οποιουδήποτε ποσού προς απόσβεση της επίδικης αξίωσης ή απόσβεση αυτής δια συμψηφισμού δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα. Οι επικαλούμενες από αυτόν καταβολές δεν αφορούσαν την επίδικη αξίωση αλλά εξόφληση απαιτήσεως της θυγατέρας του εναγομένου Ψ2 από προηγηθείσα μεταβίβαση από αυτή στον εναγόμενο αντί του ποσού των 6.500.000 δρχ.
ενός άλλου αυτοκινήτου AUDI το οποίο είχε εκτελωνιστεί στο όνομά της στα πλαίσια χρήσεως πιστοποιητικού μετοικεσίας αυτής και της οικογένειάς της από την Αυστραλία στην Ελλάδα. Η επίδικη αξίωση προέκυψε από τη νέα και αυτοτελή σύμβαση που καταρτίστηκε κατά τα ανωτέρω μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου όταν μετά τη διαπίστωση ότι ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να εισαγάγει και άλλο παρόμοιο αυτοκίνητο με τη χρησιμοποίηση πιστοποιητικού μετοικεσίας, όπως εσφαλμένα αρχικά είχε εκτιμηθεί, ζήτησε από τον εναγόμενο να επιστρέψει το πρώτο αυτοκίνητο που είχε αγοράσει από τη θυγατέρα του και αυτός αρνήθηκε." Κατόπιν τούτων το Εφετείο έκρινε ότι ορθά είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το άνω ποσό των 2.500.000 δρχ.
Το Εφετείο για να σχηματίσει το άνω σαφές πόρισμά του έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τις ανώμοτες καταθέσεις των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, ενώ στο κείμενο της αποφάσεως μνημονεύει ειδικώς έγγραφο το οποίο περιέχει ενυπόγραφες δηλώσεις του εναγομένου με ημερομηνίες 23.10.89 και 14.11.1989 περί καταβολής σ' αυτόν από τον ενάγοντα 500.000 δρχ.
η πρώτη, εξοφλήσεως του αυτοκίνητου η δεύτερη, και στη συνεχεία τρίτη περί της νέας για επιστροφή του τιμήματος συμφωνίας. Εκ τούτων όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλ' αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι πρόκειται πράγματι περί μιας οφειλής 2.500.000 δρχ.
και όχι περί δύο οφειλών (μία προς τον αναιρεσίβλητο και άλλη προς την θυγατέρα του Ψ2), όπως δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι δεν έλαβε υπόψη: α) την υπεύθυνη δήλωση της Ψ2, με περιεχόμενο "...την 22-11-89 αναλαμβάνω την ευθύνη όπως μεταβιβάσω το υπ' αριθ. ........ αυτοκίνητό μου AUDI ....., ..cc εις τον Χ1 κάτοικο...έλαβον σήμερον το ποσόν των 500.000 δρχ.
ως προκαταβολή, επίσης έχω υπογράψει και ως πωλητής στην άδεια του αυτοκινήτου (χωρίς παρακράτηση). Σήμερα 22-11-89 το αυτοκίνητο έχει εξοφληθεί εις το ποσό των 2.000.000 δρχ....", και β] την με αριθ. 40632/93 αγωγή της Ψ2 κατά του αναιρεσείοντος και του ........., που απορρίφθηκε με την τελεσίδικη 13847/98 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία και αυτή ζητούσε την καταβολή 2.500.000 δρχ.
επικαλούμενη "...τελικώς συνεφωνήθη μετά του πατρός μου να πωληθεί το καινούργιο αυτοκίνητο AUDI τύπου.... το οποίον ως ελέχθη έφερε από τη Γερμανία ο Χ1 δια λογαριασμόν μου και να πληρώσει εις εμέ το ποσό των 2.500.000 δρχ. το οποίο εγώ είχα καταβάλει δια την αγορά του πρώτου παλαιού αυτοκινήτου το οποίο ευρίσκετο από του μηνός Νοεμβρίου 1988 εις χείρας του Χ1....".
Για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα το Εφετείο δεν κάνει καθόλου μνεία ή σχολιασμό παρά την αποδεικτική τους σπουδαιότητα, δεδομένου ότι από το εκτιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενό τους μπορούν να χρησιμεύσουν στη συναγωγή τεκμηρίου για την ουσιαστική βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς είναι βάσιμος, ως προς τα άνω έγγραφα, ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ΄ ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1316/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα [970] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ