Legislator Case Law & Legislation
1619/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract termination and forgery grounds, upholding lower court's findings.

Case Number 1619/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that a private agreement was forged and that the lower court's reasoning was insufficient, while the opposing party contended the contract was valid and the court's findings were supported by evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly established the forgery based on sworn testimony and that the appellant's complaints lacked the required specificity and legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act that becomes effective upon written notification and payment of statutory compensation, and once effective, it cannot be recalled or agreed to be non-binding; furthermore, procedural errors in judgments are inadmissible if the lower court's decision is based on legally admissible evidence and if the appeal lacks specific factual allegations.

Keywords

AI generated
employment contract termination unilateral voidable act contractual forgery insufficient reasoning inadmissible appeal statutory compensation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 669 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 3 of Law 2112/1920
Paragraph 1, Article 5 of Presidential Decree 16/7/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΑΞΙΟΥ ΑΒΕΕ», που εδρεύει στη Χαλάστρα-Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2701/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/12/2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 9/1/2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της - εργαζόμενoς κατά το άρθρο 167 Α.Κ..

Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενo δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενoυ, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει .προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενoυ ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της.

Εξάλλου η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενo και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της σύμβασης εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο.

Περαιτέρω η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή απoζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ.) οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε 180 Α.Κ.).

Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 Α.Κ.) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το (άρθρο 656 Α.Κ., τους μισθούς του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1020 ή από το Β.Δ.

από 16-7-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.), για την περίπτωση δηλαδή απορρίψεως του πρώτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική (άρθρο 279 Α.Κ.) προθεσμία που λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 280 Α.Κ.), υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη. Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης που επέρχεται με την καταγγελία και είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της - εργαζόμενoς.

Η μη κοινοποίηση της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία, καθίσταται έγκυρη, δικαιούμενου του εργαζόμενoυ να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, κα ι οι σχετικές αξιώσεις που προϋποθέτουν την ακυρότητα αποσβέννυνται, η δε σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων εκθέτει ότι προσλήφθηκε τη 1/7/1982 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ιδιότητα του λογιστή και απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι τις 15/11/2000, όταν αυτή με ταυτόχρονη έγγραφη καταγγελία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του με την καταβολή όμως κατώτερης της νομίμου αποζημίωσης (7.028.000 αντί της οφειλομένης 11.678.333) με αποτέλεσμα, εκ του λόγου τούτου, να είναι άκυρη η γενόμενη καταγγελία.

Ότι αφορά την ύπαρξη της έγγραφης καταγγελίας και τη γνωστοποίησή της στον ίδιο στις 15/11/2000, αυτός συνέχισε να προσφέρει, μέχρι τις 31/12/2000, «εν τοις πράγμασι» την ίδια εργασία και η εναγομένη να την αποδέχεται, με αποτέλεσμα να επέλθει «οιονεί αναστολή» της από 15/11/2000 καταγγελίας και η πραγματική καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης να λάβει χώρα στις 31/12/2000, οπότε η εναγομένη έπαυσε να δέχεται την προσφορά της εργασίας του.

Ότι περαιτέρω, η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη και ως καταχρηστική, γενόμενη κατά παράβαση των όρων του 281 Α.Κ., αφού οι επικαλούμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι είναι προσχηματικοί και η εναγομένη αμέσως μετά προχώρησε στην πρόσληψη νέου προσώπου για την πλήρωση της θέσης του ενάγοντα.

Με βάση το παραπάνω περιεχόμενο ο ενάγων ζήτησε, μεταξύ άλλων, κατά την πρώτη κύρια βάση της αγωγής του, ν΄ αναγνωρισθεί άκυρη για τους παραπάνω λόγους η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, τις αποδοχές υπερημερίας του για το χρονικό διάστημα από 1/1/2001 μέχρι 30/11/2001.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω βάση της αγωγής ως ουσιαστικά απαράδεκτη και τούτο γιατί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντα στις 15/11/2000, με μη γνωστοποίηση σ΄ αυτόν της έγγραφης καταγγελίας, η άμεση διαπλαστική ενέργεια της οποίας επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, (χωρίς αυτό ν΄ αναιρείται από τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα για συνέχιση «εν τοις πράγμασι» της εργασίας του μέχρι την 31/12/2000 και για «οιονεί αναστολή» της καταγγελίας, αφού αυτά δεν εμποδίζουν την άμεση ενέργεια της καταγγελίας δυνάμενα μόνο να οδηγήσουν σε σύναψη νέας εργασιακής σύμβασης), και συνεπώς η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση κονδυλίων που συνδέονται άρρηκτα με την ακυρότητα (μισθοί υπερημερίας) έπρεπε να κοινοποιηθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην εναγομένη μέσα σε τρεις (3) μήνες από το χρόνο της καταγγελίας, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα από 16/11/2000 μέχρι 16/2/2001, πράγμα που δεν συνέβη αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 30/3/2001, δηλαδή μετά την πάροδο της άνω αποσβεστικής τρίμηνης προθεσμίας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ως προς τη βάση αυτή της αγωγής δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και κατά συνέπειαν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, με τον πέμπτο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και δη α) δύο αποδείξεις, μία επίσημη και μία ανεπίσημη β) έγγραφο για BONUS 4.400.000 δρχ. γ) την από 22/11/1994 συμφωνία των διαδίκων περί καταβολής προμηθειών στον αναιρεσείοντα και η γραφολογική εξέταση του ....για το γνήσιο των υπογραφών των συμβαλλομένων δ) την από 28/6/2001 εξώδικη δήλωση, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, από τα οποία προέκυπτε ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως ειδικής συμφωνίας που προέβλεπε την καταβολή προμηθειών σ' αυτόν και στην οποία θεμελιώνεται το περί επιδικάσεως του αναφερομένου ποσού αίτημα της αγωγής του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του «και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα» και από το εν γένει περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από την πρώτη περίπτωση του αριθ. 10 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμον αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων, χωρίς να έχει προσαχθεί καμμιά απόδειξη.

Εντεύθεν έπεται ότι δεν συντρέχει ο άνω λόγος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τ' αναφερόμενα σ' αυτή νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξετάζοντας την ένσταση πλαστότητας του από 22/11/1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο ερειδόταν η αγωγική αξίωση για καταβολή προμηθειών, που παραδεκτώς πρότεινε η αναιρεσίβλητη - εναγομένη, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα και προτείνοντας μάρτυρα για την πλαστότητα τον εξετασθέντα ...., έκρινε από τ΄ αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του προταθέντα ...

ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ...) ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι πλαστό, με την έννοια της κατάχρησης της εν λευκώ υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, επί του εντύπου στο οποίο ήταν αποτυπωμένη. Επομένως δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια η προσβαλλόμενη απόφαση και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης (κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του) προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες από τους αριθμ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα: Α) Γιατί διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την κρίση του περί πλαστότητας του από 24/11/1994 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων.

Η αιτίαση όμως αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε, οι σχετικές παραδοχές όσον αφορά το πλήρες περιεχόμενο του παραπάνω συμφωνητικού, αφού από τις παρατιθέμενες εντελώς αποσπασματικά παραδοχές του, παραλείπεται εκείνη που αφορά το κείμενο του τελευταίου, ενώ παράλληλα δεν αναφέρεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στις υφιστάμενες αιτιολογίες για να είναι αυτές επαρκείς (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Οι περαιτέρω στο δεύτερο μέρος του εξεταζόμενου λόγου, περιεχόμενες αιτιάσεις, αφορούν την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο και είναι γι αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Β) Γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω συμφωνητικού, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε αυτό.

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, το πλήρες ή τουλάχιστον το κρίσιμο και ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση περιεχόμενο του συμφωνητικού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/12/2002 αίτηση Του .... για αναίρεση της 2701/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ