Legislator Case Law & Legislation
1618/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient reasoning on permanent insolvency.

Case Number 1618/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the Debtors' Fund against the First Instance Court's order for debt restructuring. The court found the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the applicant's permanent insolvency and income liquidity. Consequently, the appeal was admitted, the lower decision was annulled, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: An appeal against a debt restructuring order is admissible and the decision must be annulled if the court fails to provide sufficient reasoning on the applicant's permanent insolvency and liquidity.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent insolvency income liquidity insufficient reasoning remand for retrial Code of Civil Procedure Law 3869/2010

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1618 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1618/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Τζιοβάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-1-2022, (αριθμ. εκθ. καταθ. 2/13-1-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 248/29-10-2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), αντιμωλία των διαδίκων).

Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (29-10-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 248/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης , που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης από 27-11-2013 015 (αρ. καταθ. 397/2-12-2013) αίτησή του κατά του αναιρεσείοντος ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης στην αίτηση κύριας κατοικίας του και του αυτοκινήτου του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.

Το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης με τη με αριθμ.445/2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με την από 18-10-2019 (αριθμ.κατ.96/2019) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης , το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 248/2021 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (2-12-2013), ενώπιον του Ειρηνοδικείου πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης ,δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.

Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021).

Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή ,αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης με την προσβαλλόμενη με αριθμό 248/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: ".... Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) που γεννήθηκε την ...-1967 είναι παντρεμένος με την Μ.

Π. που γεννήθηκε την ...- 1977. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ε. που γεννήθηκε την ...-2009. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλούμενης που δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης, ο αιτών είναι δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος στο δήμο Αλεξανδρούπολης, στο τμήμα αποκομιδής απορριμμάτων και ανακύκλωσης ως εργάτης καθαριότητας και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.040,00 ευρώ.

Η σύζυγός του εργάζεται ως πωλήτρια- ταμίας στην εταιρία PRAKTIKER ΕΛΛΑΣ ΑΕ. με καθεστώς 6ωρης απασχόλησης, με τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές της να ανέρχονται στο ποσό των 610,80 ευρώ. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ανέρχεται στο ποσό των 1480,00 ευρώ, τουλάχιστον, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλούμενη.

Το ποσό αυτό καθορίζεται με βάση τις συνήθεις συνθήκες ζωής του συγκεκριμένου οφειλέτη με γνώμονα την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του τέκνου του και τις συνεπαγόμενες δαπάνες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή του οι οποίες είναι λόγω της ηλικίας του ....

αυξημένες και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα βαίνουν αυξανόμενες κατ' έτος. Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών του στο ανωτέρω ποσό λαμβάνονται υπόψη ιδία οι ανάγκες του ανωτέρω για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βάσει των συνθηκών και όρων διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς τούτα εισοδήματα του αιτούντος το οικονομικό έτος 2011 ανήλθαν στο ποσό των 15.412,30 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 8.777.97 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 14.988,14 ευρώ ενώ της συζύγου του στο ποσό των 9.233,25 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 13.462,66 ευρώ ενώ της συζύγου στο ποσό των 5.310 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 14.137,41 ευρώ ενώ της συζύγου στο ποσό των 6.835,26 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 13.349,13 ευρώ ενώ της συζύγου στο ποσό των 10.054,36 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 14.023.87 ευρώ ενώ της συζύγου στο ποσό των 10.398,07 ευρώ και το φορολογικό έτος 2017 τα εισοδήματα του αιτούντος ανήλθαν στο ποσό των 14.627,86 ευρώ ενώ της συζύγου στο ποσό των 9.384,73 ευρώ.

Ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητά του κατά ποσοστό 100% ένα διαμέρισμα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου, που βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη, επί της οδού ..., καθαρού εμβαδού 79 τμ, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβ/φου Αλεξανδρούπολης Θ. Μ., νομίμως μετεγγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης.

Επιπλέον, είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ... εργοστασιακής κατασκευής SCODA FABIA, 1.400 κ.ε. με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2002. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής του και συγκεκριμένα το έτος 2009 ο αιτών είχε συνάψει με το ΤΠΔ (ήδη αναιρεσείον) σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, επί της ανωτέρω κατοικίας.

Από τη σύμβαση αυτή όφειλε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το ποσό των 124.719,74 ευρώ. Το ποσό της μηνιαίας δόσης που έπρεπε να καταβάλλει κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανερχόταν στο ποσό των 386,10 ευρώ. Ο αιτών, κατά τη συνομολόγηση του δανείου, εκχώρησε (σύμφωνα με το Ν.2214/1994) ποσοστό μέχρι τα 6/10 από το μισθό του ή τη σύνταξή του, το οποίο ακολούθως, κατόπιν αίτησής του μειώθηκε στα 3/10.

Λόγω της εκχώρησης αυτής και της γενομένης παρακράτησης από το μισθό του, η οφειλή του αιτούντα δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης. Ειδικότερα, από τα προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, που έλαβε ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ικανοποιούνταν με την παρακράτηση του ποσού των 386,10 ευρώ μηνιαίως από τα εισοδήματά του.

Επομένως, δεδομένης της εκχώρησης ποσοστού του μισθού του αιτούντος προς το καθ' ου η αίτηση, είναι γεγονός ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του αιτούντος δεν μπόρεσε πρακτικώς να εξωτερικευθεί, δεδομένου ότι το καθ'ού η αίτηση, σε πάγια μηνιαία βάση ελάμβανε αυτομάτως τα προαναφερθέντα ποσά από τον αιτούντα.

Πλην όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, εκ του λόγου αυτού και μόνο, περίπτωση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής του αιτούντος. Ήτοι, το γεγονός ότι ο πιστωτής του αιτούντος έχει δυνάμει ειδικής συμφωνίας το δικαίωμα να παρακρατεί ποσό του μισθού του οφειλέτη, δεν σημαίνει ότι για τον λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, καθώς εξεταζομένων των λοιπών στοιχείων και κυρίως των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, μπορεί τούτος να υπαχθεί στο ν. 3869/2010, εφόσον το ποσό, που του καταλείπεται λόγω των δανειακών υποχρεώσεών του σε σχέση με τα εισοδήματά του δεν του φθάνουν ώστε να καλύπτει τις βασικές δαπάνες διαβίωσής του.

Με δεδομένο ότι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 1.650,80 ευρώ, το γεγονός της μόνιμης αδυναμίας του αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών οικογενειακών αναγκών του (ύψους 1.480,00 ευρώ περίπου), η υπολειπόμενη ρευστότητά του, που λαμβάνει δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στην οφειλή του προς το εκκαλούν.

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εξυπηρέτηση του δανείου του πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του αιτούντος και της οικογένειάς του, συντρέχει αδυναμία πληρωμών, μη απαιτούμενης προς τούτο και απόδειξης περί ύπαρξης και επιπλέον ανεξόφλητων λογαριασμών, λήψης δανείων προς τρίτα πρόσωπα, μείωση δαπανών θέρμανσης κλπ, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν.

Άλλωστε το γεγονός ότι το εκκαλούν είναι ο μοναδικός πιστωτής του αιτούντος και δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και άλλων ληξιπρόθεσμων χρεών δυνάμενων ή μη να υπαχθούν στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 ουδεμία επιρροή ασκεί ως προς την ανωτέρω αποδειχθείσα αδυναμία πληρωμής του εφεσίβλητου. Ομοίως, δεδομένου των όσων αποδείχθηκαν δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι μετά από αίτησή του εφεσίβλητου και σε εφαρμογή της με αριθ. ...-2012 υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ 677/7-3-2012) μειώθηκε η παρακράτηση της δόσης του δανείου σε ποσοστό 3/10 του μισθού του, ήτοι το ύψος αυτής ανήλθε στο ποσό των 386,10, αφού και η καταβολή της δόσης αυτού του ύψους γινόταν σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του αιτούντος και της οικογένειάς του.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το ποσό των 1.025,63 ευρώ που απέμενε στην οικογένειά του μετά την αφαίρεση του ποσού που παρακρατούνταν για τη δόση του δανείου από το εκκαλούν ήταν επαρκές για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ για όμοιο νοικοκυριό απαιτείται το ποσό των 1.000 ευρώ, με δεδομένο των όσων αποδείχθηκαν είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, οι έρευνες των οικογενειακών προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.), που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το Δικαστήριο, ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών και καταβολών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές.

Σημειώνεται ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, το τέκνο του αιτούντα ήταν μόλις 4 ετών και συνεπώς για τον προσδιορισμό των δαπανών διαβίωσης από τον αιτούντα στο ποσό των 1.180,00 ευρώ, προφανώς λήφθηκαν υπόψη οι δαπάνες για παιδιά αντίστοιχης ηλικίας, ενώ κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης το τέκνο του είχε πλέον αυξημένες δαπάνες αφού πλέον φοιτούσε σε Δημοτικό Σχολείο και επιπλέον σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αυξήθηκε το κόστος των ανελαστικών δαπανών αλλά και το γενικότερο κόστος ζωής, το οποίο είχε και ως αποτέλεσμα οι δαπάνες διαβίωσης αιτούντα να ανέρχονται πλέον στο ποσό των 1.480,00 ευρώ περίπου.

Εξάλλου το γεγονός ότι επήλθε αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης μέχρι το χρόνο συζήτησης αυτής κατά το ποσό των 240,00 ευρώ, αλυσιτελώς προβάλλεται, δεδομένου ότι για την κατάφαση της αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος λαμβάνονται υπόψη τα αυξημένα εισοδήματα του χρόνου συζήτησης.

Επίσης, η αδυναμία αυτή του αιτούντος είναι γενική, αλλά και μόνιμη, δεδομένου ότι η ρευστότητα του αιτούντος δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν παρατίθενται τα εισοδήματα όλων των παρελθόντων ετών ώστε να διαπιστωθεί αν ο αιτών είχε τη δυνατότητα αποταμίευσης ικανών χρηματικών ποσών να του εξασφαλίσουν στο μέλλον, αλυσιτελώς προβάλλεται αφού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και τα επόμενα έτη δεν αποδείχθηκε ότι είχαν καταθέσεις, αλλά ούτε και το εκκαλούν συνεισφέρει κάποιο αποδεικτικό μέσο επ' αυτού.

Συνεπώς, ο αιτών βρισκόταν πράγματι σε αδυναμία πληρωμής του χρέους του, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την προαναφερόμενη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης με αριθμό 445/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση, το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την κρίση της περί περιέλευσης του αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητου σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, δεν προσδιορίζει τα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσίβλητου - αιτούντα και της συζύγου του κατά το χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αίτησης στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να κριθεί αιτιολογημένα αν πράγματι ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις αναληφθείσες οφειλές του.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών του αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητου, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 και 8 παρ. 1 και 2, όπως ισχύουν, τις οποίες, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του, από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζεται το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του αιτούντα και της συζύγου του τόσο κατά την κατάθεση της αίτησης όσο και κατά τη συζήτησή της προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των πιστωτών του , να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε να κριθεί αν έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, συνεπώς, αν δικαιούται ή όχι να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, από το άρθρο 560 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης (μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών της αναιρεσείουσας), αφού η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αναίρεσης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Κατ'άρθρο 28 παρ.4 του Ν.2579/1998 (ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1212/2023, ΑΠ 1047/2021). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη δικαστικών εξόδων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1315/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 248/2021 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ