Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, rejecting arguments on minimum wage calculations and overtime claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeals' decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated minimum wages and failed to account for specific night and Sunday work premiums. The court rejected these claims as unfounded because the lower court had correctly applied collective agreement rates and the appellant's additional claims were already covered by the existing wage difference.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 561 παρ. 2, 577 παρ. 1, 577 παρ. 3, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2: Η αναίρεση απορρίπτεται όταν οι λόγοι της είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή αλυσιτελείς, εφόσον οι ζητούμενες επιπλέον αποδοχές καλύπτονται από την διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών και των νομίμων ελαχίστων ορίων.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1618 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1618/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πανάγο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Ν. συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2533/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 911/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6296/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/4/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-4-2019 και με αριθ. κατάθεσης 3798/324/16-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6296/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Με την από 25-7-2013 με αριθ. εκθ. καταθ. 108637/3950/2013 αγωγή του ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ισχυρίσθηκε ότι από τον Ιούλιο του 1998 προσέφερε στην επιχείρηση εστιατορίου και οργάνωσης εκδηλώσεων που διατηρεί η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη), τις υπηρεσίες του ως εργάτης γενικών καθηκόντων κατά τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, έναντι καθαρών αποδοχών ύψους 1.000 ευρώ μηνιαίως.
Ότι την 1-1-2004 συνήφθη μεταξύ τους γραπτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την οποία συνομολογήθηκε ότι ο ενάγων θα προσφέρει τις υπηρεσίες του, πέραν των ανωτέρω και ως βοηθός σερβιτόρου, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή σε οκτάωρη βάση, έναντι μηνιαίων αποδοχών που θα διατηρούνταν στο ύψος των 1.000 ευρώ.
Ότι στις 30-12-2012 η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απολύσεως. Και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη από την 1-7-1998 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους μικτής απασχόλησης, άλλως με μία ενιαία σχέση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους μικτής απασχόλησης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 30-12-2012 καταγγελίας αυτής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και συνθήκες απασχόλησης έναντι καταβολής των νομίμων αποδοχών του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το συνολικό ποσό των 23.230,70 € για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 31-12-2012 έως και 31-10-2013, καθώς και επιδόματα εορτών και αδείας του ιδίου διαστήματος και επικουρικά το ποσό των 10.840,67 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και β) το ποσό των 27.047,40 € για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008 έως 2012 και να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 77.887,20 € για διαφορές αποδοχών των παραπάνω ετών, με βάση την επικαλούμενη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του.
Το Πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών με την υπ' αριθ. 2533/2014 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 431/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που έκανε δεκτές αυτές και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 26-5-2016 αίτηση αναίρεσης, το δε Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 911/2017 απόφασή του κατά παραδοχή του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι η παραπάνω εφετειακή απόφαση δεν έκανε συγκεκριμένη αναφορά και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη της τις υπ' αρ. 9325 και 9326/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αν και προσκομίσθηκαν παραδεκτά από τον ενάγοντα-εκκαλούντα, αναίρεσε την προσβληθείσα παραπάνω εφετειακή απόφαση, ενώ δεν εξέτασε τους λοιπούς λόγους αναίρεσης διότι παρείλκε η έρευνα αυτών και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές κατ' άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ.
Με κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) νόμιμα εισήχθη η υπόθεση στο Δικαστήριο της παραπομπής και το τελευταίο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών) με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 1.960 € ως αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 3.120 € για επιδόματα άδειας των ετών 2008-2012, εντόκως όπως προσδιορίζει.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η παράβαση των οποίων αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, δηλ.
η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση. Ενώ, επί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση και να προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δηλ.
να εκτίθεται η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Μάλιστα, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 737, 1097/2008).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, οι πραγματικές (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους και δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "έλλειψη", "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα" (ΟλομΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι: α) απέρριψε με ελλειπείς αιτιολογίες και αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας το αίτημά του για διαφορές αποδοχών από το έτος 2008 έως το 2012, β) η άποψη αυτής ότι στην αποδοτέα ωφέλεια του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν υπολογίζονται τα προσωποπαγή επιδόματα (οικογενειακών βαρών, τριετιών κλπ) και οι μισθοί υπερημερίας είναι εσφαλμένη και γ) η συμφωνία του για ημερομίσθιο 80 € που λάμβανε από την αναιρεσίβλητη ήταν άκυρη, λόγω της ακυρότητας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας και συνεπώς του οφείλει επιπλέον και το εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ημερομίσθιό του.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος κατά το υπό στοιχ. α' σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθότι δεν περιέχονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια αλλά αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο κατά το μέρος τούτο της αγωγής, δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις ουσιαστικού νόμου που δεν εφάρμοσε ή εσφαλμένα εφάρμοσε η προσβαλλόμενη, ενώ, ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά.
Ενώ, ως προς την επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πέραν του ότι δεν περιέχονται στο αναιρετήριο πλήρεις οι πραγματικές (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης, όπως εκτέθηκε παραπάνω, δεν προσδιορίζεται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, και, ως προς τις αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, καθώς δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "έλλειψη", "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα".
Κατά το σκέλος του υπό στοιχ. β', ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, διότι στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, ως εν προκειμένω, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (οικογενειακών βαρών, τριετιών κλπ), στην περίπτωση δε αυτή της άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, οπότε απολύοντάς τον δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας (ΟλομΑΠ 4/2021).
Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (ΑΚ 904) και ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Και κατά το σκέλος του υπό στοιχ. γ', ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, αφού η (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) καταβολή στον αναιρεσείοντα από την αναιρεσίβλητη ημερομισθίου ανώτερο του νομίμου, το οποίο υπερκαλύπτει άλλες αξιώσεις του αναιρεσείοντος για νυκτερινή απασχόληση, απασχόληση τις Κυριακές κλπ συνεπάγεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν αποκόμισε καμιά ωφέλεια από την εργασία που ακύρως παρείχε ο αναιρεσείων και ουδέν ποσό του οφείλει για διαφορές αποδοχών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Κρίνοντας ομοίως το Εφετείο ορθά έκρινε.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 442 ΑΚ, 262 § 1 και 566 § 1 ΚΠολΔ, αν το απαράδεκτο του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ συνίσταται στη μη απόρριψη της στηριζόμενης στις παραπάνω διατάξεις του ΑΚ ενστάσεως συμψηφισμού ως αόριστης, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της ένστασης και ως προς ποιο σημείο αυτής (ένστασης) δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του αναιρεσείοντος ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της ένστασης αυτής, ώστε αυτός να μην μπορεί να αμυνθεί (ΑΠ 1685/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τη μη απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) της αναιρεσίβλητης ως αόριστης. Ωστόσο, δεν υπάρχει αναφορά στο αναιρετήριο και των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, κατά τον αναιρεσείοντα, στον προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό, συνεπεία των οποίων η ένσταση είναι αόριστη, διότι αυτός δεν μπορούσε να αμυνθεί. Σημειωτέον ότι στον ισχυρισμό του ο αναιρεσείων για αοριστία της ένστασης συμψηφισμού τόσο πρωτοδίκως όσο και στο Εφετείο, δεν προσδιόρισε πού έγκειται η αοριστία. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταλόγισε μεγαλύτερα ποσά από αυτά που πρότεινε η αναιρεσίβλητη με την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για παροχή νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές στις καταβληθείσες, πέραν των ελαχίστων νομίμων ορίων, αποδοχές και συγκεκριμένα, ενώ η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι του κατέβαλε συνολικά την επίδικη περίοδο 42.900 ευρώ μικτά και 34.320 ευρώ καθαρά, ενώ κατά την ίδια περίοδο οι ελάχιστες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές αυτού ανέρχονταν σε 22.598,11 ευρώ (μικτά), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι του καταβλήθηκαν συνολικά την επίδικη περίοδο 78.300 ευρώ μικτά και 62.640 ευρώ καθαρά, ενώ κατά την ίδια περίοδο οι ελάχιστες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές αυτού ανέρχονταν σε 39.566,48 ευρώ (μικτά).
Ο λόγος αυτός το μεν είναι εν μέρει αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, το δε αλυσιτελής. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος με βάση τις ρυθμίσεις της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας κατά την επίδικη περίοδο από 1.1.2008 έως 30.12.2012 ανήλθαν σε 39.566,48 ευρώ μικτά και ότι την ίδια περίοδο του καταβλήθηκαν 78.300 ευρώ μικτά και 62.640 ευρώ καθαρά, αλλά δέχθηκε (βλ. 9ο και 10ο φύλλο αυτής) ότι οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος με βάση τις ρυθμίσεις της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας κατά την επίδικη περίοδο από 1.1.2008 έως 30.12.2012 ανήλθαν σε 29.447,52 ευρώ μικτά (3.830,40 ευρώ από 1.1.2008 έως 31.8.2008 + 3.835,20 ευρώ από 1.9.2008 έως 30.4.2009 + 13.451,52 ευρώ από 1.5.2009 έως 30.6.2011 + 3.991,68 ευρώ από 1.7.2011 έως 13.2.2012 + 4.338,72 ευρώ από 14.2.2012 έως 30.12.2012) και ότι την ίδια περίοδο έλαβε μικτά 55.700 ευρώ (557 ημέρες εργασίας Χ 100 ευρώ ημερομίσθιο) και 44.560 ευρώ καθαρά (557 ημέρες εργασίας Χ 80 ευρώ ημερομίσθιο).
Επομένως κατά το μέρος αυτό ο αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι περαιτέρω αξιώσεις του αναιρεσείοντος για την από αυτόν παροχή νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές κατά τις τρεις ημέρες την εβδομάδα που εργαζόταν στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 10.009,76 ευρώ [1316,74 ευρώ (359,10 νυκτερινά + 957,60 Κυριακές) από 1.1.2008 έως 31.8.2008 + 1318,52 ευρώ (361,08 ευρώ νυκτερινά + 957,44 Κυριακές) από 1.9.2008 έως 30.4.2009 + 4.523,96 ευρώ (1261,08 νυκτερινά + 3262,88 Κυριακές) από 1.5.2009 έως 30.6.2011 + 1.372,14 ευρώ (374,22 νυκτερινά + 997,92 Κυριακές) από 1.7.2011 έως 13.2.2012 + 1478,64 ευρώ (405,72 + 1081,92) από 14.2.2012 έως 30.12.2012)], ποσό το οποίο υπερκαλύπτεται τόσο από την διαφορά των 26.252,48 ευρώ (55.700 - 29.447,52) μεταξύ των κατά τα άνω καταβληθεισών αποδοχών και των νομίμων ελαχίστων ορίων που δέχθηκε η προσβαλλομένη, όσο και από την διαφορά των 20.301,89 ευρώ (42.900 - 22.598,11) που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος επικαλείται η αναιρεσίβλητη, ενόψει της έλλειψης άλλων αξιώσεων μεταξύ των διαδίκων.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2019 και με αριθ. κατάθεσης 3798/324/16-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6296/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ