1618/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.
Legislator headnote
AI generated1618/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1618 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1618/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Οικονόμου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Θ. Μ. του Ε., 2) …….. και 42) Δ. Π. του Π., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α/α αναιρεσίβλητου 2, 3, 6, 7, 8, 9, 11, 14, 20, 22, 28 και 32 δεν παραστάθηκαν, αλλά άπαντες οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1163/ 2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2448/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 24-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων από τους αναιρεσίβλητους ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του απολειπόμενου και από άποψη πληρεξουσιότητας.
Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του απολειπόμενου διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 27-5-2014, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2448/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι (βλ. την 7421/21-6-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Δ.), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και οι αναφερόμενοι στο προοίμιο της παρούσας με α/α 2, 3, 6, 7, 8, 9, 11, 14, 20, 22, 28 και 32.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι εν λόγω δεν εμφανίσθηκαν ούτε και πήραν νομίμως μέρος στη συζήτηση. Εν όψει, λοιπόν, του ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Βαλαβάνης, που φέρεται ότι έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως ως πληρεξούσιος απάντων των αναιρεσειόντων, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους των ως άνω απολειπόμενων εξ αυτών και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή τους ούτε από τους παριστάμενους ούτε από το αναιρεσίβλητο, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενομένη συζήτηση ως προς αυτούς, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς άπαντες τους λοιπούς, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία.
2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσον ενώπιον του νόμου και καθιερώνει την ισότητα όχι μόνο των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από αυτά η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος. Διότι, στην περίπτωση αυτή τα δικαστήρια υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992).
Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 13/1991, ΑΠ 60/1992). Ειδικότερα, όσον αφορά στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τα συναφή προς αυτό επιδόματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την παροχή της ίδιας της εργασίας, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η ως άνω αρχή, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.
Αρκεί το ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους ίδιους δυσμενείς όρους (ΑΠ 250/2016, ΑΠ 1086/2012). Περαιτέρω, με το άρθρο 80 παρ. 10 του ν. 3057/2002 ορίστηκε ότι στο μόνιμο και µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ) των κλάδων και ειδικοτήτων συντηρητών αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόμενων από αυτό υπηρεσιών, αλλά και των χημικών, βοηθών χημικών και μουσειακών γλυπτών, οι οποίοι απασχολούνται στον τομέα της συντήρησης αρχαιοτήτων, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, οριζόμενο σε 90 ευρώ από 1-7-2002 και αναπροσαρμοζόμενο µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού.
3. Στην προκείμενη υπόθεση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παρείχαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, εξαρτημένη εργασία με διαδοχικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, από το έτος 2002 έως το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Ότι απασχολούνταν ως συντηρητές αρχαιοτήτων, παρέχοντας την ίδια ακριβώς εργασία από άποψη ποσότητας και ποιότητας και κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους υπαλλήλους που εργάζονταν με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι το εναγόμενο από 1-7-2002 και εφεξής χορηγούσε στους συντηρητές αρχαιοτήτων, οι οποίοι συνδέονταν με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το ως άνω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, το οποίο ηρνείτο να χορηγήσει και στους ενάγοντες, με την αιτιολογία ότι αυτοί συνδέονταν με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
Ότι η εξαίρεσή τους από την καταβολή του επιδόματος δεν δικαιολογούνταν από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδομα κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων και ότι η κρίση αυτή δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί, όπως το εναγόμενο ισχυρίζεται, ούτε από το γεγονός ότι αυτοί μόνο για ορισμένο κάθε φορά χρόνο εκτίθεντο στις ανθυγιεινές συνθήκες (ενώ οι συνάδελφοί τους, αορίστως) ούτε από το ότι (δήθεν) το επίδομα προβλέφθηκε ως κίνητρο προσέλευσης (αφού και οι ενάγοντες "προσήλθαν" και δεν είχαν λόγο να μη προσληφθούν με σύμβαση αορίστου χρόνου).
Με τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και, αφού για άλλη πλημμέλεια εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την κρίση αυτή, ουδόλως παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι ο νομοθέτης υπήρξε αυτός, ο οποίος με το άρθρο 80 παρ.10 του ν. 3057/2002 και κατά το μέρος με το οποίο εξαίρεσε από την καταβολή του συγκεκριμένου επιδόματος τους εργαζόμενους με σχέση ορισμένου χρόνου χωρίς κάποιον εμφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, παραβίασε την αρχή της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος,.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην καταβολή των περιορισμένων δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσείοντες 2) Ι. Μ., 3) Θ. Μ., 6) Δ. Μ., 7) Χ. Μ., 8) Β. Μ., 9) Μ. - Δ. Μ., 11) Φ. Μ., 14) Γ. Μ., 20) Ε. Ν., 22) Γ. Ξ., 28) Ι. Π. και 32) Δ. Π..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 27-5-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 2448/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ