Legislator Case Law & Legislation
1618/2014 AI generated

1618/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1618/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1618/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τόσον ο αιγιαλός, όσον και η παραλία είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται. " Απλή χρήση" του αιγιαλού και της παραλίας θεωρείται κάθε χρήση, εφόσον από αυτήν δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινοχρήστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στην φυσική μορφολογία τους και στα βιοτικά στοιχεία τους.

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances expired residence permit previous legal status substandard housing removal expenses restitution of expropriated property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1618 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1618/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ- ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Ιαλυσό Ρόδου, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αικατερίνη Ανθίμου και Σταύρο Σταυρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου που κατοικοεδρεύει στη Ρόδο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2008 ανακοπή καθώς και τους από 10-9-2008 και 8-4-2009 πρόσθετους λόγους ανακοπής, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1529/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2013 αίτησή της και με τους από 13-12-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 27-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του έκτου λόγο αναίρεσης και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης ως και των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν ή απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου από τα άρθρα 1,2,5 Α.Ν. 2344/1940 "Περί αιγιαλού και παραλίας" και τα ομοίου περιεχομένου άρθρα 1 παρ. 1 και 2, 2 παρ. 1, 7 και 13 του ήδη ισχύοντος Ν.2971/2001 "Αιγιαλός, παραλία" προκύπτει, ότι "αιγιαλός" είναι η ζώνη της ξηράς, η οποία βρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσας. "Παραλία" δε είναι η ζώνη ξηράς, η οποία προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε, από την προβλεπομένη από τους νόμους αυτούς Επιτροπή, σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρων από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με την θάλασσα κα αντιστρόφως.

Τόσον ο αιγιαλός, όσον και η παραλία είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται. " Απλή χρήση" του αιγιαλού και της παραλίας θεωρείται κάθε χρήση, εφόσον από αυτήν δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινοχρήστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στην φυσική μορφολογία τους και στα βιοτικά στοιχεία τους.

Σε κοινόχρηστα πράγματα, σύμφωνα με τα άρθρα 970, 971 Α.Κ., μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση. Τα εκτός συναλλαγής πράγματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κοινόχρηστα, αποβάλλουν την ιδιότητά τους αυτήν από τότε που έπαυσε ο προορισμός τους για την κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή θρησκευτικό σκοπό.

Περαιτέρω, κατά τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου, ο αιγιαλός περιλαμβάνεται στα δημόσια κτήματα κοινής χρήσεως και επομένως δεν ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και, σύμφωνα με το άρθρο 3 στοιχείο Α' του Κανονισμού, "αιγιαλός" είναι η χερσαία ζώνη, η οποία από την μία πλευρά ευρίσκεται σε επαφή με την θάλασσα και φθάνει μέχρι του ορίου του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος, με την προσθήκη ότι έξω από τα αστικά κέντρα περιλαμβάνει και μια ζώνη πλάτους 12 μέτρων.

Μετά από την εισαγωγή στην Δωδεκάνησο των Α.Ν. 2340/1940 και Ν.2971/2001 ισχύον εκεί τόσον τα άρθρα με τον αριθμό 1 των νόμων αυτών ως γενικό δίκαιο, όσον και το άρθρο 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού ως τοπικό δίκαιο, κατισχύει δε από αυτά το τελευταίο.

Συνεπώς, κατά την εφαρμογή στην Δωδεκάνησο των Α.Ν. 2344/1940 και Ν.2971/2001 περί καθορισμού των ορίων του αιγιαλού, πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, εκτός των αστικών κέντρων και ζώνη πλάτους 12 μέτρων πέραν της οριογραμμής του μεγίστου συνήθους χειμερίου κύματος (βλ. Ολ. Α.Π. 24/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Κατόπιν αυτοψίας που διενήργησαν οι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου στην παραλιακή περιοχή Κ. Δήμου Α. και συγκεκριμένα Ανατολικά και Νότια των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου ..., ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας προέκυψαν τα εξής όπως αναγράφονται στις από 23-5-2007 και από 10-4-2008 εκθέσεις ελέγχου των υπαλλήλων της ως άνω υπηρεσίας.

Η ανακόπτουσα προέβη σε αυθαίρετη κατάληψη τμήματος τόσο της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού - παραλίας του Δημοσίου όσο και του αιγιαλού, όπως αυτός καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. ΔΚ 1259/1984 απόφαση Νομάρχη, που επικύρωσε την έκθεση της τότε αρμόδιας επιτροπής του άρθρου 74 ΠΔ 636/1977 (ΦΕΚ Δ'379/26-61,984), ανεγείροντος τμήμα του αvωτέρω ξενοδοχείου, που λειτουργεί από το έτος 2003, εκτός των ορίων της KM 1888 681 γαιών Α., ιδιοκτησίας της, τμήμα το οποίο αποτελείται από διόροφα κτίσματα με υπόγειο και περιβάλλοντα χώρο με γκαζόν παρτέρια και πλακόστρωτο.

Ο κοινόχρηστος χώρος που αυθαίρετα καταλαμβάνεται ανέρχεται συνολικά σε 5835,3 τμ (τα κτίσματα και λοιπές κατασκευές καταλαμβάνουν 1.417, 30 τ.μ, ενώ το γκαζόν καταλαμβάνει 4.418 τμ) και εμφανίζεται αφενός ενδεικτικά ως χώρος κατάληψης σε φωτοαπόσπασμα εκ του γενικού κτηματολογικού χάρτη Α. (Φύλλο III) κλίμακας 1:5000 και αφετέρου στο από Μάρτιο του 2007 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:1000που συνέταξαν οι μηχανικοί της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, περιγράφεται δε αναλυτικά ως εξής:

Τμήμα Α με στοιχεία κορυφών (1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,1) εμβαδού, 2.856 τμ καταληφθέν από γκαζόν και δενδρύλλια. Τμήμα Β με στοιχεία κορυφών (2,3,4,5,6,7,17,16,15,14,13,2) εμβαδού 758 τμ καταληφθέν από τμήμα διωρόφου κτίσματος με υπόγειο . Τμήμα Γ με στοιχεία κορυφών (13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 13) εμβαδού 617 τμ καταληφθέν από πλακόστρωτο και παρτέρια.

Τμήμα Δ με στοιχεία κορυφών (18, 19, 20, 21, 22, 24, 25, 26, 18) εμβαδού 42,30 τμ καταληφθέν από τμήμα διωρόφου κτίσματος με υπόγειο. Τμήμα Ε με στοιχεία κορυφών (11, Α4, 10, Α5, Α6, Α7, 27, 28, 29, 30, 32, 32, 33, 11) εμβαδού 1.562 τ.μ καταληφθέν από γκαζόν και ομπρέλες. Κατόπιν των ανωτέρω, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην από 23-5-2007 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου εξεδόθη σε βάρος της ανακόπτουσας το υπ' αριθμ 16/2008 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως με το οποίο καθορίζεται το ποσό των 184.533,18 ευρώ ως καταβλητέα αποζημίωση στο δημόσιο για την αυθαίρετη χρήση του αιγιαλού και παραλίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και 31-5-2007.

Η αποζημίωση αυτή αναλύεται λεπτομερώς στην από 10-4-2008 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου ως εξής: 1)....Στην περιοχή Κ. της κτηματολογικής περιφέρειας Α., δημιουργήθηκε από την ενοποίηση ακινήτων ιδιοκτησίας ιδιωτών και δημοσίου η KM 1888 γαιών Α. που συνιστά "το αγρόκτημα Κ.", το οποίο απαλλοτριώθηκε από την Διεύθυνση Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας μεταξύ των ετών 1952 και 1958, συμφώνως με τις διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, για την αποκατάσταση ακτημόνων γεωργών.

Κατά τη σύνταξη των πινάκων διανομής και των σχετικών διαγραμμάτων από τους τότε τεχνικούς του Υπουργείου Γεωργίας, περιελήφθη εσφαλμένα λόγω της άγνοιας των ειδικών διατάξεων του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (ΚΔ 132/1929) και έκταση εμπίπτουσα στην ενιαία κοινόχρηστη ζώνη αιγιαλού και παραλίας.

Εν συνεχεία τα τεμάχια της οριστικής διανομής παραχωρήθηκαν κατά τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας σε κατοίκους των δύο ομόρων κοινοτήτων Α. και Α. Ρόδου. Πλην όμως κατά τη διαδικασία ελέγχου των παραχωρητηρίων από τον Κτηματολογικό Δικαστή, ο τελευταίος εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου εξαιρούσε από την μεταγραφή τα τμήματα της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας που περιλαμβάνονταν τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Το αυτό έπραξε και για τα τεμάχια της οριστικής διανομής με KM 1888 684, 1888 1009, 1888 1010 και 1888 1011, τα οποία συνενωθέντα με άλλα μερίδια διανομής ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας αποτέλεσαν την KM 1888 681 γαιών Α.. Ειδικότερα: 1. Μερίδα 1888 684: με το με αριθμό 458726/10-6-1970 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού) παραχωρήθηκε το ανωτέρω τεμάχιο διανομής στον Α.

Τ. εκτάσεως 20.797,00 τμ, από τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία του Κτηματολογίου με τις υπ' αριθμ 2023, 2024, 2025, 2026, 2027, 2028/18-5-1971 πράξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, τα 19.636,00 τμ. Η υπόλοιπη έκταση δεν μεταγράφηκε διότι εμπίπτει εντός της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας, η οποία εμφανίζεται στους κτηματολογικούς χάρτες της περιοχής από του έτους 1929._ 2.

Μερίδα 1888 1009: με το υπ' αριθμ. 458720/10-6-1970 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού) παραχωρήθηκε το ανωτέρω τεμάχιο διανομής στον Μ. Κ., εκτάσεως 3.813, 00 τμ, από τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία του Κτηματολογίου με τις υπ' αριθμ. 4867, 4869/9-10-1973 πράξεις του Κτηματολογικού Δικαστή, τα 3.438,00 τμ. Η υπόλοιπη έκταση δεν μεταγράφηκε, διότι εμπίπτει εντός της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας εμφανίζεται στους κτηματολογικούς χάρτες της περιοχής από το έτος 1929._3.

Μερίδα 1888 1010: με το υπ'αριθμ. 367805/3-5-1966 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας(Διεύθυνση Εποικισμού) παραχωρήθηκε το ανωτέρω τεμάχιο διανομής στον Τ. Γ. εκτάσεως 13.187,00 τμ, από τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία του Κτηματολογίου με την υπ' αριθμό 5221/19-12-1970, πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή τα 11.462,00 τμ. Η υπόλοιπη έκταση δεν μεταγράφηκε διότι εμπίπτει εντός της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας η οποία εμφανίζεται στους κτηματολογικούς χάρτες της περιοχής από του έτους 1929._ 4.

Μερίδα 1888 1011: με το υπ' αριθμ 368367/19-5-1966 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού) παραχωρήθηκε το ανωτέρω τεμάχιο διανομής στον Γ. Χ. εκτάσεως 2.550,00 τμ από τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία του Κτηματολογίου με τις υπ' αριθμ. 5203, 5203, 5204/18-12-1970 πράξεις του κτηματολογικού Δικαστή, τα 180.00 τμ.

Η υπόλοιπη έκταση δεν μεταγράφηκε διότι εμπίπτει εντός της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας η οποία εμφανίζεται στους κτηματολογικούς χάρτες της περιοχής από του έτους 1929. Επομένως τα ανωτέρω τεμάχια διανομής καταχωρήθηκαν στα κτηματολογικά βιβλία με κτηματομερίδες 1888 684, 1888 1009, 1888 1010, 1888 1011 και με αντίστοιχα εμβαδά 19636 τμ, 3438 τμ, 11462 τμ, και 180 τμ, αφού εξαιρέθηκε από τη καταχώρηση αυτή η έκτασή τους που εμπίπτει στον κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας.

Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 5031/2002 πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή τα ανωτέρω τεμάχια διανομής ενοποιήθηκαν μαζί με τις κτηματομερίδες 1888 683, 1888 1036 ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και αποτέλεσαν την μερίδα 1888 681 γαιώv Α. με εμβαδόν το άθροισμα των επί μέρους κτηματομερίδων εξαιρουμένων των κοινοχρήστων τμημάτων αιγιαλού και παραλίας.

Το κτηματολογικό διάγραμμα όμως της νέας κτηματολογικής μερίδας 1888 681 συμπεριελάμβανε εσφαλμένα και τα κοινόχρηστα τμήματα των τεμαχίων διανομής που δεν είχαν μεταγραφεί ενώ το αναγραφόμενο εμβαδόν της νέας κτηματομερίδας στα βιβλία ήταν ο άθροισμα των επιμέρους κτηματομερίδων εξαιρουμένων των κοινοχρήστων τμημάτων αιγιαλού και παραλίας.

Κατόπιν με την υπ' αριθμ. 1661/03/26-2003 πράξη του Κτηματολογικού Δικαστή, προσαρτήθηκε και ενοποιήθηκε στην κτηματομερίδα που προήλθε από την ενοποίηση των προαναφερομένων κτηματομερίδων και η 1888 1035 ιδιοκτησίας της ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, τροποποιώντας αυτή τη φορά και το συνολικό εμβαδόν της νέας κτηματομερίδας, συμπεριλαμβάνοντας αθροιστικά και τα κοινόχρηστα τμήματα αιγιαλού και παραλίας που δεν είχαν μεταγραφεί αρχικά κατά την μεταγραφή των επί μέρους τεμαχίων διανομής.

Τέλος με την από 20-8-2004 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή διορθώθηκε το εμβαδόν της επίδικης κτηματολογικής μερίδας σε 55.580 τμ, αφού εξαιρέθηκε το εμβαδόν των τμημάτων του κοινόχρηστου αιγιαλού και παραλίας. Επίσης διορθώθηκε το προαναφερθέν εσφαλμένο σχεδιάγραμμα που συμπεριλάμβανε και τμήμα της κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας του Δημοσίου.

Όπως δε προαναφέρθηκε στην εν λόγω περιοχή Κ. ήδη από το έτος 1984 καθορίσθηκε το πρώτον διοικητικά η οριογραμμή του αιγιαλού από την τότε αρμόδιο επιτροπή του άρθρου 74 του ΠΔ/τος 636/77, η έκθεση της οποίας επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. ΔΚ/259/1984 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου (ΦΕΚ Δ'379/26-6-1984) Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η καθορισθείσα και χαραχθείσα οριογραμμή του αιγιαλού, αποτελεί το όριο του μεγίστου πλην συνήθους χειμερίου κύματος προσαυξημένη κατά 12 μέτρα, όπως ορίζει ο Κτηματολογικός Κανονισμός.

Κατά την ίδια απόφαση, οριογραμμή παραλίας δεν χαράχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω κτηματολογικού κανονισμού, διότι το όριο του αιγιαλού περνά μέσα από τα προς τη θάλασσα όρια των ιδιοκτησιών. Η μη χάραξη εν προκειμένω παραλίας οφείλεται στο γεγονός ότι το τοπογραφικό διάγραμμα επί του οποίου η ως άνω επιτροπή οριοθέτησε τον αιγιαλό εμφανίζονται ως κτηματομερίδες τα τεμάχια της οριστικής διανομής του Υπουργείου Γεωργίας, τμήματα των οποίων, αν και είχαν εξαιρεθεί της μεταγραφής λόγω του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους από το έτος 1970, δεν εμφανίζονται ως εκτάσεις της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας με αποτέλεσμα τα τμήματα αυτά να φέρονται στο τοπογραφικό διάγραμμα χάραξης της οριογραμμής του αιγιαλού ως τεμάχια διανομής.

Τούτο, έχει ως συνέπεια να μην περιλαμβάνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της, κατά τα άνω, χαραχθείσας οριογραμμής του αιγιαλού, η κοινόχρηστη ζώνη παραλίας που έχει προκύψει μετά τη συνένωση των προαναφερόμενων κτηματομερίδων και τη διόρθωση από τον Κτηματολογικό Δικαστή του κτηματολογικού σχεδιαγράμματος που συνοδεύει τη νέα κτηματομερίδα της φερόμενης ως ιδιοκτήτριας εταιρείας "ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ".

Περαιτέρω η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι με την υπ' αριθμ. 145/1962 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία κύρωσε την οριστική διανομή του αγροκτήματος "Κ." και η οποία στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο του ΝΔ/τος 4424/1964 επήλθε και ο αποχαρακτηρισμός των τμημάτων της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας που περιελήφθησαν στα επίμαχα τεμάχια της οριστικής διανομής του Υπουργείου Γεωργίας.

Ο ισχυρισμός της αυτός δεν πιθανολογείται ως βάσιμος, διότι από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν.Δ/τος 4424/1964 προκύπτει με σαφήνεια ότι η αληθής βούληση του κυρωτικού νομοθέτη ήταν να θεραπεύσει εξυπαρχής την παρανομία που είχε εμφιλοχωρήσει κατά τη διαδικασία κύρωσης της οριστικής διανομής του ανωτέρω αγροκτήματος από αναρμόδιο όργανο, ( Υπουργικό Συμβούλιο) και όχι ο αποχαρακτηρισμός των εκτάσεων της ενιαίας κοινόχρηστης ζώνης αιγιαλού και παραλίας που εσφαλμένα είχαν περιληφθεί στα επίμαχα τεμάχια της οριστικής διανομής για τις οποίες θα έπρεπε να χωρίσει κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους με ρητή διάταξη νόμου, όπως ακριβώς και η καθιέρωσή τους ως κοινοχρήστων πραγμάτων με τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου, (άρθρο 3 παρ α' ΚΔ 132/1929), ο οποίος ως τοπικό δίκαιο, κατισχύει των συναφών διατάξεων περί αιγιαλού και παραλίας.

Ούτε εξ' άλλου η μη χάραξη της οριογραμμής της παραλίας κατά τον διοικητικό καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού στη θέση "Κ." συνεπάγεται την de facto κατάργησή της ως κοινοχρήστου πράγματος, εφόσον και για την παραλία έπρεπε να χωρίσει ο αποχαρακτηρισμός της με ρητή διάταξη νόμου και δεν αρκεί η επί ικανό χρονικό διάστημα μη χρησιμοποίησή της σύμφωνα με τον προορισμό της και πρέπει να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ανακόπτουσα.

Με βάση λοιπόν το διορθωμένο από 20-8-2004 κτηματολογικό διάγραμμα της κτηματολογικής μερίδας 1888 681 γαιών Α. που προέκυψε από την ενοποίηση των μεριδίων διανομής 1888684,18881009, 18881010, 18881011, 1888683, 18881036 και 18881035 και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι κοινόχρηστες εκτάσεις αιγιαλού και παραλίας που από παραδρομή των τεχνικών του Υπουργείου Γεωργίας είχαν περιληφθεί στους πίνακες και στα διαγράμματα διανομής εκδόθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης και το από μηνός Μαρτίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, όπου περιγράφοντα) τα άνω τμήματα Α, Β, Γ, Δ, και Ε που αυθαίρετα κατέλαβε η ανακόπτουσα και τα οποία βρίσκονται εκτός του κοινοχρήστου χώρου του αιγιαλού και παραλίας.

Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η αποτύπωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση δεν πιθανολογήθηκε, πολύ δε περισσότερο αφού το ότι η καταληφθείσα εδαφική έκταση αποτελεί κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας του Δημοσίου πιθανολογείται τόσο από τις εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία όσο και από τα σχετικά κτηματολογικά διαγράμματα των ανωτέρω κτηματομερίδων.

Η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι έχει γίνει καταγραφή στα κτηματολογικά βιβλία της επίδικης καταληφθείσας έκτασης στο δικό της όνομα ή των δικαιπαρόχων της κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και επομένως τα τμήματα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν δημόσια πράγματα κοινά σε όλους εξαιρεμένα συναλλαγής, ανεπίδεκτα χρησικτησίας και γενικά ανεπίδεκτα οποιασδήποτε ιδιωτικής αιτήσεως.

Ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ανακοπής με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν έγινε κατάληψη κοινοχρήστων χώρων αιγιαλού και παραλίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι γίνεται επίκληση πράξεων νομής και κατοχής της ανακόπτουσας και των δικαιοπαρόχων της για μεγάλο χρονικό διάστημα στην καταληφθείσα εδαφική έκταση δηλαδή χρησικτησία, η οποία δεν νοείται επί κοινοχρήστων πραγμάτων....".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον αφ' ενός μεν σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις, αφ' ετέρου δε, περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την ιδιότητα των αναφερομένων στην απόφασή του εδαφικών τμημάτων ως κοινοχρήστων (αιγιαλού και παραλίας), για την χρήση των οποίων από την αναιρεσείουσα καθορίσθηκε εις βάρος της με πρωτόκολλο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου αποζημίωση από 184.533,18 ευρώ.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.δ.: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί οι οποίοι συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής. Επομένως, ο προβαλλόμενος με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ισχυρισμός της αναιρεσειούσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό της, ότι τα επίδικα τμήματα δεν αποτελούν κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας, αλλά ιδιωτικές εκτάσεις, ως συνιστών αιτιολογημένη άρνηση, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ.: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψιν από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του τα απαριθμούμενα δέκα (10) έγγραφα. Όμως, από τα έγγραφα αυτά, τα έξι (6), ήτοι αι) οι από 12-1-2012 τρείς (3) διατάξεις του Κτηματολογικού Δικαστή και βι) τα υπ' αριθ. 1353, 1354, 1355/2012 πιστοποιητικά ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου, είναι έγγραφα συνταγέντα σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την συζήτηση της κρινομένης υποθέσεως στο Εφετείο, η οποία έγινε την 11-11-2011 και βεβαίως δεν προσήχθησαν νομίμως στο δικαστήριο. Όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα, από την σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1Ν.388/1943 "Περί αναστολής της ισχύος ενίων διατάξεων του υπ' αριθ. 1539/1938 Αν. Νόμου.....", " Η βεβαίωσις αποζημιώσεως δι' αυθαίρετον χρήσιν κτημάτων τελούντων υπό την διαχείρησιν του Δημοσίου εις βάρος των νεμηθέντων ταύτα δεν δύναται εφεξής να περιλαμβάνη χρονικόν διάστημα μείζον της πενταετίας, αφ' ης το πρώτον λαμβάνει χώραν αύτη". Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε νόμιμο τον καθορισμό της αποζημιώσεως λόγω της αυθαίρετης χρήσεως της κοινόχρηστης εκτάσεως για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από της καταλήψεως, η οποία έλαβε χώραν κατά το έτος 2003, ήτοι για έτη 2003 έως 2007, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό αυτόν, υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και i διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001,Α.Π.37/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα:"....Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του καθού με την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, επειδή μέχρι την έκδοση του μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ανέχθηκε την εγκατάσταση και την ανέγερση των αυθαιρέτων κτισμάτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου, σύμφωνα με όσα ανωτέρω πιθανολογήθηκαν, χωρίς η άπρακτη πάροδος ως μόνο μακρού χρόνου να ασκεί έννομη επιρροή, δεν υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Άλλωστε η μη άσκηση άμεσα από την πλευρά του Δημοσίου διαχειριστικών πράξεων σε καμία περίπτωση δεν συνιστά απώλεια των δικαιωμάτων του, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο εντός του αιγιαλού και παραλίας.."Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η οποία κατ' εκτίμηση αποδίδεται από την αναιρεσείουσα σε εκείνο, καθόσον δεν παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 281 Α.Κ., αφού διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτόν τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 115 του προεδρικού διατάγματος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν.4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν.5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4 α.ν.263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου η αποζημίωση ορίζεται κατά κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παράγραφο αυτή. Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.

Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 ν.1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 α.ν.263/1968, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται....", προκύπτει ότι η καθοριζόμενη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που καρπούται ή αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, έχει ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία (υπό την έννοια των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 ν.2971/2001 "αιγιαλός και παραλία και άλλες διατάξεις", δημόσιο κτήμα κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων είναι και ο αιγιαλός και η παραλία. Τέλος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ίδιου νόμου απλή χρήση του αιγιαλού και της παραλίας είναι κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου είναι δυνατή η παραχώρηση, με τη διαδικασία και τους όρους του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, της απλής χρήσεως αιγιαλού για την άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουσμένους ή την αναψυχή του κοινού (όπως εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής, καθισμάτων, ομπρελών, λειτουργία τροχηλάτου αναψυκτηρίου κ.λπ.), κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου: "Είναι δυνατή η παραχώρηση με τη διαδικασία και τους όρους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, χωρίς δημοπρασία, της απλής χρήσης αιγιαλού για ένα χρόνο σε αυτούς που έχουν όμορες ξενοδοχειακές εν γένει επιχειρήσεις, κάμπιγκ ή κέντρα αναψυχής, για τους σκοπούς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου προς εξυπηρέτηση του κοινού.

Το αντάλλαγμα για την παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας που έχουν ανακηρυχθεί Τουριστικά Δημόσια Κτήματα (Τ.Δ.Κ.), ως και των κτισμάτων ή εν γένει των εγκαταστάσεων που υφίστανται επ' αυτών, καθορίζεται με απόφαση του φορέα που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση των Τ.Δ.Κ., κατά τη διέπουσα αυτόν νομοθεσία.

Το αντάλλαγμα, το οποίο δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, για την παραχώρηση της απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας πλην των Τ.Δ.Κ. σε όμορες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που καταβάλλεται στο Δημόσιο, υπολογίζεται από τον πολλαπλασιασμό του ενός δευτέρου (1/2) της τιμής δίκλινου δωματίου μετά λουτρού, χωρίς λοιπές επιβαρύνσεις, όπως η τιμή αυτή καθορίζεται από τον Ε.Ο.Τ.

για κάθε ξενοδοχειακή επιχείρηση επί τον αριθμό των κλινών αυτής. Σε περίπτωση που το προκύπτον κατά τα ανωτέρω αντάλλαγμα τελεί σε δυσαναλογία προς το μίσθωμα που προκύπτει βάσει των μισθωτικών συνθηκών της περιοχής ή προς το καθοριζόμενο βάσει του άρθρου 22 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α'), καταβάλλεται στο Δημόσιο το αντάλλαγμα του εδαφίου αυτού.

Δυσαναλογία μεταξύ πρώτου και δεύτερου τρόπου υπολογισμού του ανταλλάγματος θεωρείται ότι υπάρχει όπου η μεταξύ τους απόκλιση είναι τουλάχιστον πενήντα εκατοστά (50/100)"( Α.Π.1024/2011, Α.Π 2131/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όσον αφορά τον υπολογισμό της καθορισθείσης σε βάρος της αναιρεσειούσης αποζημιώσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "..Όσον αφορά τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως, αυτός έγινε νόμιμα με βάση τις πάγιες εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών ως εξής: 1) Για τα τμήματα (Β+Δ) (κτίσματα) :

εμβαδόν κατάληψης:758,00 +42,30 = 800,30 τμ. Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 28-2-2007:440,00€/τμ Χ800,30 τμ Χ7% ετησίως: 12 μήνες Χ 50 μήνες= 102.705, 16€. Για το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 312-5-2007:850,00 €/τμ Χ800,30Χ7% ετησίως : 12 μήνες Χ 3 μήνες = 11.904,46€.Συνολο : 114.609,26 € (Ι) . II) Για τα τμήματα (Α+Γ+Ε) (λοιπές κατασκευές + γκαζόν κλπ) : Εμβαδόν κατάληψης : 2.856,00+617,00+1562,00= 5.035,00 τμ.

Από 1-1-2003 έως 31-12-2005: 5.035, τμ Χ 75,00€/τμ Χ 4% ετησίως: 12 μήνες Χ 36 μήνες =45.315,00€. Από 1-1-2006 έως 31-5-2007 : 5.035,00 Χ 86,25€/τμ (75,00€/τμ Χ 15% συν) Χ 4% ετησίως : 12 μήνες Χ 17 μήνες= 24.608, 56 €. Σύνολο 69.923,56(2). Γενικό Σύνολο: (1) +(2) = 184.533,18€. Τα στοιχεία δε που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης είναι: Α) η δήλωση Φ.Μ.Α 26063/3-8-2005 που αφορά την όμορη KM 1888 675 γαιών Α.

με την οποία προσδιορίζεται η αϊ)α του ακινήτου στα 75,00 €?τμ. Β) η με αριθμό πρωτ. 1110761/5082/ΟΟΤΥΙΠΟΛ 1294/19-12-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, περί καθορισμού τιμών εκκίνησης ελαχίστου κόστους οικοδομής για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας κτισμάτων με αντικειμενικά κριτήρια (άρθρο 41 ΑΝ 1249/82 και με τις οποίες προσδιορίζεται η εν λόγω τιμή για ξενοδοχεία και γενικά τουριστικές εγκαταστάσεις στα 440,00 €/τμ από 1-1-2002έως και 28-2-2007 με την πρώτη απόφαση και στα 850,00€/τμ από 1-3-2007 έως και 31-5-2007 με την δεύτερη απόφαση αντίστοιχα.

Γ) τα ποσοστά 4% και 7% υπολογίζονται σύμφωνα με τις πάγιες εγκυκλίους διαταγές του υπουργείου Οικονομικών σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις περί εμπορικών κλπ μισθώσεων Ν 1703/87 και Ν 1875/90, ενώ η υπολογιζόμενη αξία γης αυξάνεται σε ποσοστό 15% ανά τριετία. Η ως άνω αποζημίωση δεν κρίνεται υπερβολική, όπως αβάσιμως διατείνεται η ανακόπτουσα εν όψει του ότι η παραλιακή περιοχή Κ.

του Δήμου Α., όπου ευρίσκεται το ξενοδοχείο της ανακόπτουσας είναι ιδιαίτερα μεγάλης, τουριστικής ανάπτυξης και δραστηριοποιούνται στην εν λόγω περιοχή πολλές τουριστικές επιχειρήσεις πολυώροφα ξενοδοχειακά συγκροτήματα εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, ταβέρνες, αναψυκτήρια, κέντρα διασκέδασης και γενικά πάσης φύσεως επιχειρήσεις, ενώ η απόσταση της από την πόλη της Ρόδου είναι πολύ μικρή (περίπου 15 χιλιόμετρα).

Επίσης το καταληφθέν τμήμα αιγιαλού και παραλίας δια των κατασκευών που έγιναν επ' αυτού ως εκ της χρήσεως του αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας και προσδίδει στην επιχείρηση της πολύ μεγάλη οικονομική ωφέλεια, με αποτέλεσμα να έχει αναιρεθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του συγκεκριμένου χώρου, καθόσον οι ανωτέρω κατασκευές εξυπηρετούν μόνο τους πελάτες του ξενοδοχείου της.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω πιθανολογείται ότι ο προσδιορισμός της καταβλητέας από την ανακόπτουσα αποζημίωσης στο προαναφερθέν ύψος είναι σύμφωνος με το νόμο και απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ελέγχεται o σχετικός λόγος της ανακοπής.....". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν έκανε απλώς χρήση του προσδιορισθέντος τμήματος του αιγιαλού, αλλά με διάφορες επ' αυτού κατασκευές το κατέλαβε και το ενσωμάτωσε στο παρακείμενο ακίνητό της, παραβιάζοντας τον προορισμό του ως κοινοχρήστου πράγματος και αλλοιώνοντας την φυσική μορφολογία του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Προεδρικού Διατάγματος " Περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων".

Επί πλέον δε, το ίδιο δικαστήριο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον καθορισμό του ύψους της αποζημιώσεως για την χρήση του ως άνω αιγιαλού. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και ο υποστηρίζων τα αντίθετα έκτος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τις διατάξεις αυτές, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' Κ.Πολ.Δ: " Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ.

ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από τη διατύπωση της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της τριακονθήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 33/96, ΑΠ 575/2013).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 21-5-2013 πράξη του, όρισε δικάσιμο για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως την 13-1-2014, η δε αναιρεσείουσα κατέθεσε την13-12-2013 στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου το με ίδια χρονολογία δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Έτσι όμως, η τριακοστή ημέρα από την επόμενη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων συμπίπτει με την ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2014, με συνέπεια η ως άνω τριακονθήμερη προθεσμία να παρατείνεται αντιστοίχως και να λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή την 13-1-2014, η οποία είναι η ημέρα της ορισθείσης για την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικασίμου. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατετέθησαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία " ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ." για αναίρεση της υπ' αριθ. 33/2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ