Legislator Case Law & Legislation
1618/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership distribution case due to vague and unsupported legal grounds.

Case Number 1618/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding the distribution of co-owned property. The appellant argued for specific procedural errors and evidentiary omissions but failed to provide the concrete details required by law to substantiate these claims. Consequently, the court rejected the appeal as inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and the specific facts relied upon, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility co-ownership distribution legal error specification evidentiary omission legal costs inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 paragraph 1 of Law 1024/1071
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1618 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1618 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Παυλόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Ευφροσύνη Τσαμολιά και Δέσποινα Χρόνη και 2)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MILLENIUM BANK Α.Ε." και έδρα την …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Συμβουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1)από 1/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 2)την από 15/3/2009 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και 3)την από 30/9/2009 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5148/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 3382/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/10/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 1/5/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3382/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5148/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε αγωγή του κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, περί διανομής επικοίνου ακινήτου, με την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε η δεύτερη τούτων (αναιρεσιβλήτων) υπέρ του τελευταίου, την οποία αγωγή και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΝΔ/τος 1024 /1071 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας για τα οικόπεδα, που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγόμενης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.

του Ν.3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 54 Εις.Ν.ΑΚ και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί σύνθετο, αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, οι οποίες, ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, καθ1 όσον ο παραπάνω Ν.1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε από τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι, επί κάθετης ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.

Εξάλλου η σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, χωρεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.Δ./τος 1024/1971 με σύμβαση μεταξύ του κυρίου του όλου οικοπέδου και του αποκτώντος ή μεταξύ των συγκυρίων αυτού, που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη μεταγραφή του, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αλλά η σχετική βούληση των προαναφερομένων μπορεί να συνταχθεί από διάφορα στοιχεία του όλου περιεχομένου της συμβάσεως, μεταξύ των οποίων είναι και ο χωρισμός του ενιαίου οικοπέδου σε τμήματα και ο προσδιορισμός του κάθε τμήματος, που περιέρχεται στην αποκλειστική χρήση κάθε συνιδιοκτήτη.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΝΔ/τος 1024 / 1971 προκύπτει ότι οι συστάσεις χωριστών ιδιοκτησιών σε περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που ανεγέρθησαν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες, καθώς και σε ορόφους ή μέρη των οικοδομημάτων αυτών, οι οποίες έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του ίδιου ΝΔ/τος (15/11/1971) είναι έγκυρες, εφόσον δεν ακυρώθηκαν μέχρι τον τελευταίο αυτό χρόνο αμετάκλητα και παράγουν επομένως όλες τις έννομες συνέπειες, διέπονται δε έκτοτε από τις διατάξεις των άρθρων 1επ.

Ν.3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 του ΝΔ/τος 3741/1929, 1002 ΑΚ και 2 του ΝΔ/τος 1024/1971, συνάγεται ότι, οροφοκτησίες λύονται 1) με σύμβαση μεταξύ όλων των οροφοκτητών που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγράφεται και 2) με μονομερή εν ζωή δήλωση που γίνεται συμβολαιογραφικούς και μεταγράφεται ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως εκείνου που έχει και στις δύο περιπτώσεις όλες τις οροφοκτησίες.

Με δικαστική διανομή δε λύονται οι οροφοκτησίες (άρθρο 2 παρ.3 του Ν.3741/1929) παρά μόνον αν η οικοδομή καταστραφεί ολοσχερώς ή κατά τα 3/4 της αξίας της ή αν στην περίπτωση που η καταστροφή έχει σπουδαιότητα μικρότερη από τα 3/4 της αξίας της οικοδομής κανένας από τους συνιδιοκτήτες δε θέλει να οικοδομήσει τα κοινά μέρη αυτών.

Πλην των περιπτώσεων αυτών, δικαστική διανομή της οροφοκτησίας, που έχει ήδη νόμιμα συσταθεί δε χωράει γιατί δεν υπάρχει συγκυριότητα στους χωριστούς ορόφους ή οικοδομήματα, ούτε διανομή του εδάφους, που ανήκει στην αναγκαστική συνιδιοκτησία (άρθρο 9 παρ,1,2 παρ.3 του Ν.3741/1929). Η αγωγή διανομής μπορεί να ασκηθεί μόνο μεταξύ των συγκυρίων της ίδιας ιδιοκτησίας, οριζόντιας ή κάθετης ως προς αυτή τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία.

Κατά το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (559 αρ 1α ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/98, ΑΠ 129/2007, ΑΠ 144/2007. ΑΠ 1261/2007). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ559/2009, ΑΠ 1334/2010).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκεια τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ1108/2008, ΑΠ1189/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) τα εξής: Με το ...1935 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Λιάκου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου …(τόμος … αυξ.

αρ. …), περιήλθε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της Χ. χήρας Σ. Μ., το γένος Θ. Μ., ένα οικόπεδο, εμβαδού 13 5,15 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο …στη συμβολή των οδών …και ….Η ανωτέρω Χ. Μ., με το .../25-7-1960 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Ζαβιτσάνου, το πιο πάνω οικόπεδο, επί του οποίου είχε οικοδομήσει δύο ισόγειες οικίες, τη μία εκ των οποίων στο δυτικό τμήμα αυτού 67 τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια και μαγειρείο και την άλλη 20,60 τ.μ.

στο ανατολικό τμήμα αυτού, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο, λουτρό κουζίνα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα α) το 50% εξ αδιαιρέτου αυτού (οικοπέδου) στον Θ. Ι. Μ. ή Μ., απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, και β) το υπόλοιπο 50% εξ' αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου, κατ' ισομοιρία, στη Ν. ή Ν. σύζυγο Α. Κ. και στη Χ.

θυγατέρα Α. Κ., δικαιοπάροχος του εναγομένου, μητέρα και αδερφή, αντίστοιχα, αυτού. Επίσης, με το ίδιο συμβόλαιο περιήλθαν, κατά ψιλή κυριότητα, λόγω δωρεάς α) στον ανωτέρω δωρεοδόχο Θ. Μ. ή Μ., η ευρισκόμενη στο ανατολικό τμήμα του πιο πάνω οικοπέδου ισόγεια οικία και β) στις ανωτέρω δωρεοδόχους Ν. και Χ. Κ.

η ευρισκόμενη στο δυτικό τμήμα του εν λόγω οικοπέδου ισόγεια οικία και συγκεκριμένα περιήλθαν στη μεν Ν. Κ., το κείμενο προς την οδό ... δωμάτιο, καθώς και το μαγειρείο της οικίας αυτής, 54, 60 τ.μ. μετά του αναλογούντος επί του εδάφους ποσοστού εξ αδιαιρέτου 250%, στη δε Χ. Κ. το έτερο δωμάτιο 12,40 τ.μ. αυτής (οικίας), μετά του αναλογούντος επί του οικοπέδου ποσοστού εξ' αδιαιρέτου 250%.

Εξάλλου, με το ίδιο συμβόλαιο η δωρήτρια Χ. Μ., αφενός παρακράτησε την επικαρπία του πιο πάνω ακινήτου υπέρ εαυτής και εφόρου ζωής της και αφετέρου μεταβίβασε στον Α. Θ. Μ. με δωρεά αιτία θανάτου την επικαρπία τούτου. Ακόμη, με το ίδιο συμβόλαιο επακριβώς προσδιορίστηκε όχι μόνο κατά θέση το καθένα από τα πιο πάνω τμήματα (ανατολικό-δυτικό) αλλά και κατά τα όρια και πλευρές ορίων, καθόσον ορίζεται ότι το ανατολικό τμήμα του μείζονος ακινήτου είναι αυτό που κείται ανατολικά της νοητής ευθείας γραμμής που αρχίζει από την οδό ...

και από το σημείο αυτής που απέχει από την οδό ... 2,40 μ. και ότι η ευθεία αυτή λήγει στην αντίθετη πλευρά του οικοπέδου που συνορεύει με την ιδιοκτησία Σ. Σ. και στο σημείο που απέχει από την οδό Κ. 12 μ. Επιπλέον στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται ότι καθένας από τους ανωτέρω δωρεοδόχους έχει δικαίωμα να οικοδομήσει στο προορισμένο, για τη δική του αποκλειστική χρήση, τμήμα, το οποίο οικοδόμημα, όσο ζει η δωρεοδόχος, θα του ανήκει κατά ψιλή κυριότητα και κατά πλήρη κυριότητα, μετά το θάνατο της.

Μετά το θάνατο της Χ. Μ. στις 22-2-1961 και του Α. Μ. στις 13-12-1971.....η παρακρατηθείσα, υπέρ αυτών, επικαρπία επί του παραπάνω ακινήτου (οικοπέδου και ισόγειων οικιών) αποβέστηκε και ενώθηκε (ΑΚ 1167) με την κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθείσα στους προαναφερόμενους δωρεοδόχους, Θ. Μ., Ν. Κ. και Χ. Κ., ψιλή κυριότητα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν, ο μεν πρώτος, την πλήρη κυριότητα του 50% εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου και την αποκλειστική κυριότητα της κειμένης στο ανατολικό τμήμα αυτού ισόγειας οικίας, οι δε λοιπές κατ' ισομοιρία, την πλήρη κυριότητα του 50% εξ' αδιαιρέτου του ίδιου οικοπέδου και την αποκλειστική κυριότητα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα παραπάνω, της κείμενης στο δυτικό τμήμα αυτού ισόγειας οικίας.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου, το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας στον τόμο …και αρ…, ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας, αποδεικνύεται, με σαφήνεια, ότι αυτό περιέχει όχι μόνο τη σύσταση των παραπάνω δωρεών, αλλά και τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, ν. 374/1929 και ΝΔ 1024/1971, αφού, σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στο συμβόλαιο αυτό συστατική πράξη, οι ανωτέρω δωρεοδόχοι, όπως προεκτέθηκε, έγιναν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου κατά τα παραπάνω ποσοστά 50% εξ αδιαιρέτου ο Θ.

Μ. και 50% εξ αδιαιρέτου οι Ν. Κ. και Χ. Κ. και αποκλειστικά κύριοι των οικοδομημάτων που υπήρχαν αντίστοιχα στο επακριβώς προσδιορισμένο ανατολικό και δυτικό τμήμα αυτού, αντίστοιχα, καθώς και εκείνων που τυχόν θα ανεγείρονταν σ' αυτά. Επίσης, την κείμενη στο δυτικό τμήμα ισόγεια οικοδομή, η δωρήτρια υπήγαγε στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα σύστησε, υπέρ των δωρεοδόχων Ν.

και Χ. Κ., δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες καθορίζοντας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ποία θα περιέλθει, αντίστοιχα σε καθεμία από αυτές. Η πράξη αυτή που συνιστούσε, στην πραγματικότητα, κάθετη ιδιοκτησία, με τη μορφή της σύνθετης, κατέστη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, έγκυρη μετά την ισχύ του ΝΔ 1024/1971 (15-11-1971), κατά τα άρθρα 2 και 3 αυτού, αφού κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται ότι ακυρώθηκε ούτε, εξάλλου, αποδεικνύεται κάτι τέτοιο, χωρίς για την εγκυρότητα της να τίθενται άλλες προϋποθέσεις.

Έτσι, ο μεν Θ. Μ. κατέστη αποκλειστικός κύριος της κείμενης στο ανατολικό τμήμα κάθετης ιδιοκτησίας στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, οι δε Ν. και Χ. Κ. κατέστησαν συγκύριες της κείμενης στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου κάθετης ιδιοκτησίας και εκάστη κατέστη αποκλειστικά κυρία της οριζόντιας ιδιοκτησίας που αναφέρεται παραπάνω με το ποσοστό 250% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε καθεμία.

Έτσι περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με παράγωγο τρόπο, και ειδικότερα με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως και κληρονομικές διαδοχές, οι διάδικοι κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι, ο μεν ενάγων της κείμενης ανατολικά κάθετης ιδιοκτησίας, ο δε εναγόμενος της κείμενης δυτικά κάθετης ιδιοκτησίας με το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε καθεμία.

Οι διάδικοι συνομολογούν την κυριότητα τους στα "ξεχωριστά" αυτά εδαφικά τμήματα με το ποσοστό συγκυριότητας 50% του καθενός στο όλο ακίνητο (άρθρο 352 ΚΠολΔ). Στο σημείο αυτό, εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων, μετά το θάνατο της Χ. Μ., κατασκεύασαν διαχωριστικό μανδρότοιχο κατά μήκος του ορίου των ως άνω δύο κάθετων ιδιοκτησιών, έκτοτε δε οι ιδιοκτήτες εκάστης εξ' αυτών έκαναν αποκλειστική χρήση της δικής του διηρημένης ιδιοκτησίας, που διέθετε ανεξάρτητη "θύρα εισόδου και στη μεν προς ανατολάς κάθετη ιδιοκτησία διέμενε η οικογένεια του ενάγοντος και ο ίδιος, στη δε προς δυσμάς κάθετη ιδιοκτησία διέμενε ο εναγόμενος με την οικογένεια του.

Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν και εν όψει του ότι αποδείχθηκε ότι επί του επίδικου οικοπέδου υφίσταται κάθετη ιδιοκτησία, δηλαδή αποκλειστική κυριότητα των διαδίκων εκάστου εξ αυτών, στα υπάρχοντα επ' αυτού οικοδομήματα και αναγκαστική συγκυριότητα στο ενιαίο οικόπεδο, δεν χωρεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δικαστική διανομή του ακινήτου αυτού και, επομένως, η κρινόμενη αγωγή με την οποία ο ενάγων επιδιώκει τη διανομή του επίδικου ακινήτου με τη δια πλειστηριασμού πώληση του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και έτσι όπως έκρινε, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων σύστησε πράγματι στο επίδικο ακίνητο κάθετη ιδιοκτησία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε η οποία μετά την ισχύ του ΝΔ/τος 1024/1071 είναι έγκυρη, αφού κανένας διάδικος δεν επικαλέσθηκε ότι ακυρώθηκε ούτε αποδείχθηκε ότι ακυρώθηκε αμετάκλητα μέχρι την 15/11/1971, χρόνου έναρξης ισχύος του παραπάνω ΝΔ/τος, με συνέπεια να μη χωράει δικαστική διανομή του επιδίκου ακινήτου του οποίου καθένας των διαδίκων είναι συγκύριος του μείζονος οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος, αυτοτελούς οικοδομής που έχουν ανεγερθεί σε διαφορετικά εδαφικά τμήματα αυτού, δε στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσης, καθ' όσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1,2 παρ.1, 4 παρ.1, 5,13 του Ν.3741/1929, 478 Κ.Πολ.Δ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, που περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού δε διαλαμβάνονται σ' αυτούς όλες οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά επιλεκτικά κάποιες παραδοχές, καθώς και το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή (σ' ότι αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμες.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος εφόσον στο αναιρετήριο εκτός από την αριθμητική επίκληση της παραπάνω διάταξης δε διαλαμβάνεται κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αναιρετικής πλημμέλειας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ. το αποδεικτικό μέσον που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσον και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμα και του αντιδίκου του προσκομίσαντος.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλο διάδικο αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Εάν ο διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλο διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο) αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, κατ' εκτίμησηy αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11.γ.

του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος (και όχι από τον αρ.8), επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την 20/1-4-2008 οικοδομική άδεια του Δήμου Ταύρου, την οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος αφού δεν αναφέρει ο αναιρεσείων ότι το παραπάνω έγγραφο είχε και ο ίδιος επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή την ανταπόδειξη ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/10/2012 αίτηση του Σ. Μ. περί αναιρέσεως της 3382/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ