Legislator Case Law & Legislation
1618/2011 AI generated

1618/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1618/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1618/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 Σ, και την ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1618 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1618/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Δ., 2) Σ. Μ. του Γ., 3) Π. Π. του Χ., 4) Δ. Κ. του Κ., 5) Ν. Μ. του Β. και 6) Κ. Μ. του Ι., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 4η, 5ος και 6ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ενώ η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Ταμυνέων", που εδρεύει στο Αλιβέρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων διαδίκων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 11296Β/1-8-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Δήμο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠΟλ.7/2011, ΑΠ 1109/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Ταμυνέων την 1-1-1999 όλοι, εκτός της πέμπτης και του δέκατου από αυτούς (ήδη δεύτερη και πέμπτος αναιρεσείοντες), οι οποίοι προσλήφθηκαν την 1-7-2001, με συμβάσεις εργασίας που κατ' επίφαση έφεραν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ εξ αρχής η βούληση και των δύο μερών ήταν να εξυπηρετούν, με την ειδικότητα που προσλήφθηκε ο καθένας και αναφέρεται στην αγωγή, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με μόνιμη εργασιακή απασχόληση των εναγόντων στις ειδικότητες αυτές.

Ότι με διαδοχικές ανανεώσεις των αρχικών τους συμβάσεων, κατά τους χρόνους που αναφέρονται για καθένα στη αγωγή, εξακολουθούσαν να προσφέρουν την εργασία τους με την ίδια ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε ο καθένας συνεχώς μέχρι την 4-5-2003, οπότε ο εναγόμενος έπαψε να αποδέχεται την εργασία τους, επικαλούμενος ότι οι καταρτισθείσες μεταξύ αυτού και των εναγόντων συμβάσεις εργασίας έληξαν λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας τους.

Ενόψει του ιστορικού αυτού, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι οι συμβάσεις εργασίας που τους συνέδεαν με τον εναγόμενο εξ αρχής έφεραν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες δεν έχουν λήξει διότι το εναγόμενο δεν τήρησε τις νόμιμες διαδικασίες για την καταγγελία τους.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν α) να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας με τις οποίες συνδέονται με τον εναγόμενο φέρουν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες εξακολουθούν να είναι ενεργείς και ισχυρές, β) να αναγνωριστεί (επικουρικά) η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους, που έγινε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται την εργασία τους με καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους και με καταβολή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης της απασχόλησης κάθε ενάγοντος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε έφεση και προσθέτους αυτής λόγους του ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, με την προσβαλλόμενη, απόφασή του, και σύμφωνα με τις αναπτυσσόμενες σ' αυτήν σκέψεις, έκρινε ότι "στην προκειμένη περίπτωση, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, οι οποίες συνήφθησαν υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν μπορούν με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις κατάρτισης και λειτουργίας αυτών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, εναγομένου - εκκαλούντος Δήμου, αφού το τελευταίο ως ΝΠΔΔ, δεν είχε την ευχέρεια να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Υπό την ισχύ, λοιπόν, αυτών των διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγόντων των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1990 ή του άρθρου 271 ΑΚ, ούτε και κατ' επιταγή της ανωτέρω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά, βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού.

Και τούτο διότι η ως άνω Οδηγία δεν έχει σαφείς και ορισμένες διατάξεις και δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ούτε και μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, αφού η ανωτέρω Οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το χαρακτηρισμό αυτών ως μιας ενιαίας σύμβασης αόριστης διάρκειας, ενώ κάτι τέτοιο θα καθιστούσε, όπως αναφέρθηκε περιττή τη λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη από τη συγκεκριμένη Οδηγία ευχέρεια των κρατών - μελών να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δε θα επιτρέπουν μια τέτοια ως άνω καταστρατήγηση (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 625/2006, 253/2006, 255/2005).

Κατά συνέπεια, αφού δε συντρέχουν, κατά τα προαναφερόμενα, στις περιπτώσεις των εναγόντων οι αναφερόμενες πιο πάνω οι προϋποθέσεις, η ένδικη αγωγή αυτών, κατά το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις αυτών αποτελούσαν εξαρχής μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη και πρέπει για το λόγο τούτο να απορριφθεί ...".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη και κατά το μέρος που, κατά τα ιστορούμενα σε αυτή, αφορούσε και εκείνους από τους αναιρεσείοντες που προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο την 1-1-1999 (δηλαδή την πρώτη, τρίτη, τετάρτη και έκτο από τους αναιρεσείοντες), παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 Σ, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., και του άρθρου 8 § 5 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 7 του ΠΔ 164/2004, 8 § 3 Ν. 2112/1920.

Ειδικότερα, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσειόντων καταρτίστηκαν αρχικά την 1-1-1999, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, αυτές είχαν προσλάβει τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου.

Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείτο από τη φύση των υπηρεσιών των πιο πάνω τεσσάρων εναγόντων και των καλυπτόμενων παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αφού αυτοί είχαν προσληφθεί για να εξυπηρετούν, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με μόνιμη εργασιακή απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 Σ, και την ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ.

και το άρθρο 7 του ΠΔ 164/2004. Επομένως, ως προς την πρώτη, τρίτη, τετάρτη και έκτο από τους αναιρεσείοντες, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως και μόνο κατά το μέρος που προβάλλονται οι πιο πάνω πλημμέλειες του Εφετείου είναι βάσιμοι. Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς δύο αναιρεσείοντες (δεύτερη και πέμπτο) που προσλήφθηκαν στις 1/7/2001, δηλαδή μετά από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, το Εφετείο δεν παραβίασε με τις πιο πάνω παραδοχές του τις προαναφερόμενες διατάξεις, και οι αυτοί από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δύο λόγοι αναιρέσεως με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη, όπως έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή, απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1, άλλως αρ. 19, ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο "προς την κατεύθυνση της άρσης της παραβίασης του κοινοτικού δικαίου που προέκυψε από την καθυστερημένη λήψη μέτρων (δοθέντος ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας - πλαισίου δεν παράγει άμεσο αποτέλεσμα)", έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 8 § 3 Ν. 2112/1920 "ως προϋπάρχον στην ελληνική έννομη τάξη ισοδύναμο προς τη ρήτρα 5" και με το να δεχθεί τα αντίθετα το Εφετείο "παρεβίασε τόσο την ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70, όσο και το άρθρο 103 § 8 Σ, όσο το άρθρο 8 § 8 Ν. 2112/1920, το οποίο σε κάθε περίπτωση έπρεπε να τύχει εφαρμογής στην κρινομένη υπ' αυτού υπόθεση", είναι, ως μεν λόγος από το άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αβάσιμος, ως προς την επικαλούμενη παραβίαση της Οδηγίας 1999/70, ενώ ως προς τις λοιπές παραβιάσεις ισχύουν τα προαναφερθέντα.

Τέλος, ως λόγος δε από το άρθ. 559 αρ. 19 είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτη, τρίτη, τετάρτη και έκτο από τους αναιρεσείοντες, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς αυτούς, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Ακολούθως πρέπει, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα (άρθρο 281 του ν. 3463/2006 - Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) των τεσσάρων αναιρεσειόντων που νίκησαν, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό (ο αναιρεσίβλητος Δήμος, που ερημοδίκησε, δεν προέβη σε έξοδα, κατά το μέρος που νίκησε).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση αναιρέσεως (αρ. καταθ. 693/5-7-10), ως προς τους αναιρεσείοντες Σ. Μ. και Ν. Μ..

Δέχεται την ίδια αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες: 1) Β. Μ., 2) Π. Π., 3) Δ. Κ. και 4) Κ. Μ..

Αναιρεί την 166/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), ως προς τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αμέσως πιο πάνω αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ