Legislator Case Law & Legislation
1618/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, upholding lower court's rejection of revocation claim.

Case Number 1618/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to revoke the lower court's judgment regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law and failed to provide sufficient reasoning for rejecting the revocation of a sale. The court found these arguments baseless, noting that the lower court correctly applied the law and provided adequate justification for its decision based on the facts presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or if the judgment lacks legal basis and sufficient reasoning, but the appeal is rejected when the lower court correctly applied the law and provided adequate justification.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation insufficient reasoning inheritance dispute revocation of sale legal basis requirement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 178 of the Civil Code
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1618 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1618/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε συμβούλιο στο Κατάστημά του , στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της Ψ1, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Δαμούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6190/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 377/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 24 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου νια την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ Α. Π. 551/ 1984). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη", ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που επιφέρει ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται από το περιεχόμενο της τελευταίας, ενόψει όχι μεμονωμένως της αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ο χαρακτηρισμός δικαιοπραξίας ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη είναι νομικό ζήτημα, διότι ο νόμος παραπέμπει στα χρηστά ήθη ως σε νομική έννοια και συνεπώς η περί τούτου κρίση υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, από την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 261 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε τα ακόλουθα: Στο ανήλικο τέκνο της αναιρεσίβλητης (εκπροσωπούμενο από αυτή στη δίκη) Ψ1 δωρήθηκαν κατά ψιλή κυριότητα με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ειρ.

Καρπουζή, από τη γιαγιά του (μητέρα του πατέρα του, ο οποίος και το εκπροσώπησε στην κατάρτιση της συμβολαιογραφικής σύμβασης) ΑΑ, δύο οικόπεδα αυτής, εμβαδού 485,90 και 728,70 τ.μ. το καθένα, με ορισμένα κτίσματα επ' αυτών, που βρίσκονται εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου ... Ν. ... . Με το εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο η δωρήτρια παρακράτησε την επικαρπία των δωρηθέντων για την υπόλοιπη ζωή της και δήλωσε ότι η δωρεά έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος της ίδιας προς τον δωρεοδόχο, "με ιδιαίτερη χειρόγραφη σημείωση στο περιθώριο του εγγράφου έχει προστεθεί - μετά από το δακτυλογραφημένο κείμενο που αναφέρεται στο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της δωρήτριας προς τον δωρεοδόχο - η περικοπή και μάλιστα από ευγνωμοσύνη και ευχαρίστηση προς τον παππού του δωρεοδόχου Ψ1 και τον πατέρα του ΒΒ και τη φροντίδα που της πρόσφεραν".

Μετά από 8 περίπου μήνες (κατά το μήνα Μάρτιο του 1998) διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση της αναιρεσίβλητης μητέρας του δωρεοδόχου ανηλίκου με τον πατέρα του ΒΒ, ο οποίος αποχώρησε από τη συζυγική οικία και συνοικούσε έκτοτε με την αναιρεσείουσα, διαζευγμένη μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων από δύο προηγούμενους γάμους της, με την οποία διατηρούσε πριν από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του εξωσυζυγικό, ερωτικό δεσμό.

Ο δεσμός αυτός συνεχίσθηκε μέχρι το μήνα Φεβρουάριο του 2001, οπότε διακόπηκε η συμβίωση της αναιρεσείουσας με το σύζυγο της αναιρεσίβλητης ΒΒ χωρίς αυτός να έχει μεριμνήσει μέχρι τότε, από αμέλειά του, για τη μεταγραφή του ως άνω δωρητηρίου συμβολαίου για λογαριασμό του ανηλίκου, τέκνου του, όπως είχε αναλάβει σχετική δέσμευση προς την αναιρεσίβλητη σύζυγό του.

Κατά τη χρονική περίοδο από την κατάρτιση της ανωτέρω δωρεάς (23-7-97) μέχρι τις 11-2-1999 που η δωρήτρια ΑΑ αποβίωσε, διέμενε αυτή μόνη της στους ..., διότι δεν είχε αποκτήσει τέκνα και δεν είχε άλλον στενότερο συγγενή εξαίματος, πλήν του ανεψιού της (τέκνο αδελφού της) ΒΒ, "ο οποίος της παρείχε φροντίδα και συμπαράσταση και εξαιτίας του λόγου αυτού είχε αποσπάσει την εμπιστοσύνη της όπως αποκαλύπτεται άλλωστε από τη χειρόγραφη σημείωση (σε παραπομπή) στο δωρητήριο συμβόλαιο που προαναφέρθηκε.

Επιπροσθέτως η ΑΑ, η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1913 και απεβίωσε στις 11-2-1999, έπασχε από υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια και από κακοήθη αναιμία ... Εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας της, της μοναχικής διαβίωσης της, της έλλειψης παροχής προς αυτήν φροντίδας και συμπαράστασης από άλλους συγγενείς εκτός από τον ΒΒ και της βεβαρημένης υγείας της, η ΑΑ είχε καταστεί ευάλωτη σωματικά, ψυχικά και πνευματικά και εξαρτιόταν πλήρως από τον ανιψιό της ΒΒ, τον οποίο περιέβαλλε με την απόλυτη εμπιστοσύνη της, χωρίς τούτο, βέβαια, να την έχει περιαγάγει σε κατάσταση ανικανότητας προς δικαιοπραξία.

Για το λόγο δε αυτό, με την ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντωνίου Ρομπόκου, κατέλιπε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της (η οποία αριθμούσε, μεταξύ των άλλων, είκοσι πέντε αγροτικά και αστικά ακίνητα στο ... και στους ...) στον ΒΒ, εκτός από ένα αγρό, που βρίσκεται στη θέση ..., επιφάνειας 2 στρεμμάτων περίπου, τον οποίο κατέλιπε σε άλλο ανιψιό της, τον ΓΓ, με την αιτιολογία ότι ο ΒΒ τη φροντίζει, την περιθάλπει, την προσέχει και της συμπαρίσταται σαν να είναι γιος της, ενώ οι υπόλοιποι ανιψιοί της δεν έχουν ενδιαφερθεί γι' αυτήν όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στη διαθήκη.

Από την άλλη πλευρά και ο ΒΒ είχε επηρεαστεί από τη σχέση του με την εναγομένη, (αναιρεσίβλητη) προς την οποία έτρεφε έντονα συναισθήματα παράφορου ερωτικού πάθους, για τη συντήρηση δε της σχέσης του αυτής και για την κάλυψη των εξόδων της εναγομένης και των παιδιών που αυτή είχε αποκτήσει από προηγούμενους γάμους της με τον ΔΔ και τον ΣΤ, σπαταλούσε υπέρογκα ποσά, τα οποία από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, δανειζόταν, μετά από την εξάντληση των δικών του οικονομικών μέσων και από τον μάρτυρα απόδειξης ...

και στη συνέχεια μετά από το έτος 2000. από τον μάρτυρα ανταπόδειξης ... . Στο πλαίσιο της αθέμιτης εκμετάλλευσης των σχέσεων αυτών, δηλαδή της εναγόμενης (αναιρεσίβλητης) και του ΒΒ, από τη μία πλευρά, αλλά και του ΒΒ και της ΑΑ, από την άλλη πλευρά, η εναγομένη, εποφθαλμιώντας την ακίνητη περιουσία της ΑΑ και γνωρίζοντας από διηγήσεις του ΒΒ ότι το δωρητήριο συμβόλαιο, για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, δεν είχε τότε μεταγραφεί, παρέπεισε τον ΒΒ και στη συνέχεια ο τελευταίος παρέπεισε τη ΑΑ, προκειμένου να καταρτιστεί το πωλητήριο συμβόλαιο, για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

Ειδικότερα, με το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοραπωλησίας αστικού ακίνητου, της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Μαρούδα-Κατσούρη, το οποίο μεταγράφηκε την ίδια ημέρα (6-11-1998), στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου (Κλεώνων Περαχώρας), η ΑΑ (τρεις μόλις μήνες πριν από τον θάνατο της) πώλησε και μεταβίβασε στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) την κυριότητα του ακινήτου, που περιγράφηκε προηγουμένως, υπό το στοιχείο (α), δηλαδή του οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στην οδό ..., στους ... .

Σύμφωνα με το συμβόλαιο εκείνο, ως τίμημα για την πώληση και τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο έγγραφο εκείνο "ολόκληρο κατέβαλε η αγοράστρια σε μετρητά στα χέρια της πωλήτριας και εκείνη έλαβε, όπως μου δήλωσε σήμερα ενώπιον μου".

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό, ως τίμημα, για την πώληση και τη μεταβίβαση στην εναγομένη της κυριότητας του ακινήτου αυτού. Είναι αναγκαίο να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι το τίμημα δεν καταβλήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, ούτε η τελευταία άλλωστε βεβαιώνει ότι έλαβε χώρα η καταβολή αυτή ενώπιον της, απλώς δηλώθηκε "ενώπιον" της συμβολαιογράφου από την πωλήτρια (ΑΑ) ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε αυτήν από την εναγομένη και ότι από το από 17-3-1999 έγγραφο της συμβολαιογράφου, στο οποίο αναφέρεται συνοπτικά το περιεχόμενο του συμβολαίου της με αριθμό ..., προκύπτει ότι το τίμημα για την πώληση αυτή καταβλήθηκε "τοις μετρητοίς", χωρίς και πάλι να βεβαιώνεται από τη συμβολαιογράφο ότι το τίμημα καταβλήθηκε τοις μετρητοίς μεν, αλλά και ενώπιον της.

Ενισχυτικό σχετικά με το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό ως τίμημα για την πώληση αυτή, αποτελεί και το γεγονός ότι το τίμημα που υποτίθεται ότι συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε, υπολείπεται σημαντικά της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (10.000.000 δραχμές έναντι 18.390.000 δραχμών), χωρίς να παρέχεται καμία απολύτως εξήγηση από την εναγομένη, (αναιρεσίβλητη) πολύ δε περισσότερο εξήγηση πειστική και επαρκής, σχετικά με το λόγο αυτής της σημαντικής υστέρησης του τιμήματος σε σύγκριση - εάν όχι με την πραγματική αξία τουλάχιστον - με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι τέθηκε ανάλογο ζήτημα κατά τη δημόσια συνεδρίαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με την προέλευση του χρηματικού αυτού ποσού, η εναγόμενη, αναιρεσίβλητη παρέλειψε να επικαλεσθεί με τις προτάσεις της από ποιόν ειδικότερα λογαριασμό της εκταμιεύθηκε το χρηματικό αυτό ποσό, προκειμένου να καταβληθεί στη δικαιοπάροχο της και ακόμη παρέλειψε να προσκομίσει αντίγραφο του σχετικού βιβλιαρίου καταθέσεων, από το οποίο να αποδεικνύεται η κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού, εκτός και εάν υποτεθεί ότι το ποσό αυτό φύλασσε η εναγομένη κάπου αλλού (π.χ.

στην οικία της), εκτός της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, οπότε θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει το γεγονός αυτό, αλλά και στην περίπτωση αυτή η εναγομένη παρέλειψε να πράξει τούτο με τις έγγραφες προτάσεις της. Εξ άλλου, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη διέθετε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το αρκετά σημαντικό για την εποχή εκείνη ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο υποτίθεται ότι κατε3αλε με τη μορφή τιμήματος για την πώληση και τη μεταβίβαση σε αυτήν της κυριότητας του ακινήτου.

Τούτο δε διότι η εναγομένη κατά το παρελθόν εργαζόταν περιστασιακά και όχι συστηματικά σε διαφόρους εργοδότες, μεταξύ δε αυτών και στην επιχείρηση του πρώην (δεύτερου) συζύγου της ΣΤ, με αποτέλεσμα να έχει πραγματοποιήσει κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντίστοιχα, 175, 200 και 75 ημερομίσθια (βλ. το δελτίο ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών της εναγομένης που προσκομίζει και επικαλείται η ίδια), ενώ το έτος 1996 δεν πραγματοποίησε κανένα ημερομίσθιο και το έτος 1997 εργάστηκε, από τον Οκτώβριο του έτους εκείνου μέχρι και το τέλος του, στο ραδιοφωνικό σταθμό GALAXY, με μηνιαίες αποδοχές 174.000 δραχμές, ενώ η επόμενη χρονικά απασχόληση της ανάγεται στον Ιούνιο του έτους 2001.

Περαιτέρω, εκτός από τις περιστασιακές αυτές απασχολήσεις της, από τις οποίες είναι πρόδηλο ότι δεν κατόρθωσε η εναγομένη να καλύψει ούτε καν τα προσωπικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα διαβίωσης των δύο παιδιών της, πολύ δε περισσότερο να αποταμιεύει αξιόλογα χρηματικά ποσά, ούτως ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε αγορά ακινήτου, διόλου ευκαταφρόνητης αξίας, δεν αποδεικνύει ότι απασχολείτο με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, ούτε ότι κέρδιζε άλλα χρηματικά ποσά.

Οι λογαριασμοί δε του ΟΤΕ, τους οποίους προσκομίζει και επικαλείται και αφορούν την παροχή υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας στο όνομα της για τη χρήση του αριθμού τηλεφώνου ... με διεύθυνση της εναγομένης στην οδό ... στην ..., αφενός μεν δεν αποδεικνύει εάν αφορούν επαγγελματική της δραστηριότητα και σε καταφατική περίπτωση, ποια ειδικότερη επαγγελματική δραστηριότητα.

Εξ άλλου, από τους λογαριασμούς αυτούς προκύπτει ότι για τις περιόδους παροχής υπηρεσιών από 25-1-1998 μέχρι 28-7-1998 και από 29-7-1998 μέχρι 24-9-1998, τα σχετικά ποσά των λογαριασμών αυτών, από 17.400 δραχμές και 27.000 δραχμές αντιστοίχως, που έπρεπε να πληρωθούν στις 16-9-1998 και στις 13-11-1998, παρέμειναν απλήρωτα, με αποτέλεσμα να μεταφερθούν ως οφειλές προηγούμενων λογαριασμών, στο λογαριασμό για την περίοδο παροχής υπηρεσιών από 25-9-1998 μέχρι 24-11-1998 και τελικά να εξοφληθούν στις 12-1-1999, γεγονός που αποδεικνύει ότι κατά την περίοδο εκείνη η εναγομένη τελούσε σε αδυναμία να εξοφλήσει ακόμη και τα ποσά εκείνα, τα οποία ήταν ασήμαντα, προδήλως, σε σχέση με το τίμημα που υποτίθεται ότι κατέβαλε για την ίδια περίπου χρονική περίοδο στη δικαιοπάροχο της.

Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι η εναγομένη προσκομίζει και επικαλείται με τις έγγραφες προτάσεις της, για τη θεμελίωσης της οικονομικής αυτοτέλειας της έναντι του ΒΒ, τρεις δικαστικές αποφάσεις και ειδικότερα α) την 7769/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία επιδικάστηκε σε βάρος του πρώην (δεύτερου) συζύγου της ΣΤ, προσωρινή διατροφή, ποσού 60.000 δραχμών μηνιαίως για την εναγομένη και 240.000 δραχμών μηνιαίως για το ανήλικο τέκνο της ΖΖ, β) την 4273/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε διατροφή σε βάρος του πρώην (πρώτου) συζύγου της Δ, ποσού 90.000 δραχμών μηνιαίως για την ανήλικη, κατά τον χρόνο εκείνο κόρη της ΕΕ και γ) την 930/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων), με την οποία επιδικάστηκε διατροφή σε βάρος του πρώην (πρώτου) συζύγου της ΔΔ, ποσού 110.000 δραχμών μηνιαίως για την ανήλικη, κατά το χρόνο εκείνο κόρη της ΕΕ.

Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις απέδωσαν και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης του επίμαχου συμβολαιογραφικού εγγράφου, χρήματα στην εναγομένη μετά από εκούσια συμμόρφωση των πρώην συζύγων της ή μετά από αναγκαστική εκτέλεση εναντίον τους, πολύ δε περισσότερο στο βαθμό που η τρίτη από τις αποφάσεις αυτές δημοσιεύτηκε πολύ μεταγενέστερα, ενώ για τη δεύτερη από αυτές παραγγέλθηκε απόγραφο, προδήλως επειδή μέχρι το χρόνο εκείνο ο πρώην σύζυγος της εναγομένης δεν είχε καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά με βάση την απόφαση εκείνη, μόλις την 24-11-1998, δηλαδή μετά δύο εβδομάδες από την κατάρτιση του συμβολαίου.

Άλλωστε, μόλις την προηγούμενη ημέρα από εκείνη της κατάρτισης του επίμαχου συμβολαίου και συγκεκριμένα στις 5-11-1998, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της εναγομένης και του μάρτυρα απόδειξης ..., δικηγόρου Αθηνών και πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά την περίοδο εκείνη, καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, σε εκτέλεση της οποίας ο τελευταίος μεταβίβασε στην εναγομένη κατά κυριότητα, το χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών και η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει στο ...

ίσο χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο, σε προθεσμία δύο μηνών από την ημέρα εκείνη. Ενώ λοιπόν, η εναγομένη δεν αμφισβητεί ρητά και συγκεκριμένα την κατάρτιση της σύμβασης εκείνης, παραλείπει ωστόσο να παράσχει με την προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις της (για την αξιολόγηση των αποδείξεων) οποιαδήποτε εξήγηση σχετικά με τη σκοπιμότητα και το λόγο κατάρτισης της σύμβασης του δανείου, παρά το γεγονός, ότι την ίδια χρονική περίοδο ή εναγομένη ισχυρίζεται ότι διέθετε οικονομική δυνατότητα να προβεί σε αγορά περιουσιακού στοιχείου σημαντικής αξίας.

Ακόμη, επαρκή και πειστικά τεκμήρια για την αδυναμία της εναγομένης να καταβάλει το - υποτιθέμενο - τίμημα για την αγορά του ακινήτου, αποτελούν α) η από 14-3-2001 επιστολή της προς το δικηγορικό γραφείο των ..., ... και ..., με την οποία η εναγομένη δηλώνει ότι δεν έχει καταβάλει αμοιβή σε κανένα από τους Δικηγόρους αυτούς για το χειρισμό των υποθέσεων της (διατροφών και άλλων), ούτε τα έξοδα παράστασης τους στα Δικαστήρια, β) η από 4-12-2000 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 2985/11-12-2000) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εναντίον των ΣΤ, με την οποία ζητούσε διατροφή, για δύο χρόνια από την επίδοση της αγωγής, ποσού 260.000 δραχμών μηνιαίως για τον εαυτό της και 500.000 δραχμών μηνιαίως για το ανήλικο τέκνο της ΖΖ (γεννημένο την 8-4-1994), όπου περιέχεται ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν εργάζεται, ούτε μπορεί να εργαστεί και ότι δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο και γ) τα αντίγραφα βιβλιαρίων κατάθεσης, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, από τα οποία προκύπτει ότι η εναγομένη ήταν δικαιούχος τραπεζικών λογαριασμών, στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, ο οποίος την 10-8-1998 εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο ποσού μόλις 4.329 δραχμών και στην Τράπεζα ΧΙ0S ΒΑΝΚ, ο οποίος πριν από την 4-12-1998 εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο ποσού μόλις 5.431 δραχμών.

Επίσης, από την 739/4-3-2003 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών αποδεικνύεται ότι το ανήλικο τέκνο της ενάγουσας αθωώθηκε από την κατηγορία της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, οι οποίες σχετίζονταν με τη μη καταβολή του φόρου δωρεάς ψιλής κυριότητας από τη ΑΑ, με την αιτιολογία ότι στο πρόσωπο του ανηλίκου δεν συντρέχει περίπτωση δόλου για την τέλεση ποινικού αδικήματος και όχι λόγω της μη μεταγραφής του δωρητηρίου συμβολαίου, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η εναγομένη.

Αντίθετα, από την ορθή αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται προηγουμένως, δεν αποδεικνύεται ότι η κρινόμενη αγωγή αφέθηκε, με ευθύνη της ενάγουσας, σε εκκρεμότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να επικαλεστεί την ακυρότητα της επίμαχης σύμβασης, αφού στο Δικαστήριο Ανηλίκων δεν προσκομίστηκε, προκειμένου να απαλλαγεί το ανήλικο τέκνο της ενάγουσας από την κατηγορία που το βάρυνε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο τίτλος κτήσης της εναγομένης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, ούτε ότι η ενάγουσα, η οποία από το έτος 1998 ασκεί αποκλειστικά (στην αρχή προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά) την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου της, αναγνώρισε με οποιονδήποτε τρόπο, ρητά ή σιωπηρά, την εγκυρότητα της επίμαχης σύμβασης και για τους λόγους αυτούς, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία προτείνει η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της και με τον σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως της πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επίσης, από κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι είναι δυνατό να συναχθεί ότι η σύμβαση δωρεάς της ψιλής κυριότητας του ακινήτου προς το ανήλικο τέκνο της ενάγουσας ήταν εικονική, ούτε αποτελεί τεκμήριο εικονικότητας της σύμβασης αυτής η παράλειψη του ΒΒ να προβεί στη μεταγραφή του συμβολαίου δωρεάς και η παράλειψη της καταβολής στο Δημόσιο του φόρου δωρεάς που αναλογεί (η μη καταβολή του οποίου αποδεικνύεται από το ότι έχει επιβαρύνει τον ανήλικο με φόρους, προσαυξήσεις και τόκους, που ανέρχονταν στις 10-10-2003 στο ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 113.000 ευρώ περίπου) και για τους λόγους αυτούς η ένσταση εικονικότητας της σύμβασης δωρεάς, την οποία προτείνει η εναγομένη, ορθώς απερρίφθη, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήχθη στον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι ενόψει των εν γένει συνθηκών και περιστάσεων που προαναφέρθηκαν (μη καταβολή τιμήματος για την πώληση και τη μεταβίβαση της κυριότητας, αθέμιτη εκμετάλλευση από τον ΒΒ και μέσω αυτού και από την εναγομένη, της προχωρημένης ηλικίας της ΑΑ, της μοναχικής διαβίωσής της, της έλλειψης παροχής προς αυτήν φροντίδας και συμπαράστασης από άλλους συγγενείς εκτός από τον ΒΒ, της βεβαρημένης υγείας της και της εξάρτησής της από το πρόσωπο αυτό, το οποίο περιέβαλε με την απόλυτη εμπιστοσύνη της και ακόμη, αθέμιτης εκμετάλλευσης από την εναγομένη της ερωτικής σχέσης της με τον ΒΒ και των συναισθημάτων που έτρεφε αυτός για εκείνη και τέλος του γεγονότος ότι το ακίνητο είχε δωρηθεί από τη ΑΑ στο ανήλικο τέκνο της ενάγουσας για λόγους ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, κατά ψιλή κυριότητα και ότι η εναγομένη γνώριζε ότι το συμβόλαιο της δωρεάς δεν είχε υποβληθεί σε μεταγραφή), η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου που περιγράφηκε προηγουμένως, ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, διότι είναι αντίθετη προς τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με χρηστότητα και σωφροσύνη".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη. Με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες στον υπαγωγικό συλλογισμό της για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας, των χρηστών ηθών στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο τη συνέχεια (ορθώς) εφαρμόσθηκε, καθ' όσον ως κριτήριο της αντίθεσης της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας στις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με φρόνηση και χρηστότητα, χρησιμοποιεί όχι μόνον το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε εισοδήματα και περιουσία, (περιστατικό που συνεκτιμάται για να αναδειχθεί η ανειλικρίνεια της δήλωσης βουλήσεώς της στην επίμαχη συμβολαιογραφική αγορά ακινήτου) ή μεμονωμένα αίτια που ώθησαν τους συμβαλλομένους στη σύμβαση ή το σκοπό στον οποίο απέβλεψαν, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την ανωτέρω δικαιοπραξία με αφετηρία τον αρχικό δόλο της αναιρεσείουσας να εκμεταλλευθεί τα προς αυτή ερωτικά αισθήματα του πατέρα του ανηλίκου δωρεοδόχου του ιδίου ακινήτου και δια μέσου της επιρροής του προς την πολλαπλώς εξαρτημένη από τις φροντίδες του, υπερήλικα και ασθενή, στενή συγγενή του, δωρήτρια του ακινήτου, να πεισθεί αυτή για να μεταβιβάσει προς εκείνη (αναιρεσείουσα) την κυριότητα του ακινήτου.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη και τις περιορισμένες δυνατότητες αξιοποίησης της ικανότητας της αναιρεσείουσας για εργασία λόγω του ότι είχε τη φροντίδα των δύο ανηλίκων τέκνων της από ισάριθμους προηγούμενους γάμους της, δεν είναι η θεμιτή η επιδίωξή της να αρυσθεί και κάποια οικονομικά ωφελήματα από την ερωτική σχέση της με τον πατέρα του ανήλικου δωρεοδόχου του ακινήτου, που αποδοκιμάζεται από τις περί ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά το ότι επέλεξε να ικανοποιήσει αυτή την επιθυμία της σε ένα από τα δύο αστικά ακίνητα που είχαν δωρηθεί από την στερούμενη κατιόντων δικαιούχο (κυρία) στο μοναδικό τέκνο του στενότερου εξ αίματος συγγενούς αυτής και της αναιρεσίβλητης, ενώ υπήρχαν άλλα 25 αστικά και αγροτικά ακίνητα, τα οποία καταλείφθηκαν με τη διαθήκη της ιδίας πωλήτριας στον συνδεόμενο ερωτικά με την αναιρεσείουσα ΒΒ και μάλιστα η δημόσια αυτή διαθήκη είχε συνταχθεί δύο μήνες πριν από το πωλητήριο συμβόλαιο και τέσσερες μήνες αργότερα αποβίωσε η διαθέτιδα, ενώ η σχέση της αναιρεσείουσας με τον ΒΒ συνεχίσθηκε για μία επί πλέον διετία.

Στα περιστατικά αυτά πρέπει να προστεθούν η γνώση της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε μεταγραφεί το δωρητήριο συμβόλαιο από τον ΒΒ για λογαριασμό του ανήλικου δωρεοδόχου γυιού του και η μη εκδήλωση έμπρακτης συμπαράστασης προς την ασθενή και υπερήλικα δικαιοπάροχό της, ώστε να προκύπτει εύλογη αιτία εκδήλωσης χαριστικής διάθεσης από αυτή προς την αναιρεσείουσα είτε με άφεση του χρέους της προς πληρωμή του τιμήματος, το οποίο κατά τη ανέλεγκτη (ως αναφερόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων) κρίση του Εφετείου δεν έχει καταβληθεί, είτε με την κατάρτιση εικονικής πώλησης που υπέκρυπτε δωρεά.

Επομένως όσα αντίθετα προβάλλονται με τον πρώτο, εκ το άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 178 ΑΚ είναι αβάσιμα. Εξάλλου με τον δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης μη κηρύξεως απαραδέκτου της κύριας βάσεως της αγωγής, για την οποία κρίθηκε αυτή από το Εφετείο νόμιμη και (ουσιαστικά) βάσιμη, ότι δεν περιέχει το αγωγικό δικόγραφο επίκληση του έννομου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και δεν καλύπτεται από την περί τούτου ειδική (για το έννομο συμφέρον) μνεία που γίνεται μετά τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής.

Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον το δικόγραφο της αγωγής, για την εκτίμηση της νομιμότητας και του έννομου συμφέροντος των αιτημάτων της, κρίνεται συνολικώς και από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού του δικογράφου (άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι στο προβαλλόμενο - μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό - αίτημα αναγνώρισης της για πλείονες του ενός λόγους ακυρότητας της πωλήσεως στην αναιρεσείουσα του δωρηθέντος στο ανήλικο τέκνο της αναιρεσίβλητης ακινήτου αναφέρεται ενιαίως και όχι σε συνάρτηση μόνον με τον τελευταίο λόγο ακυρότητας της πωλήσεως το έννομο συμφέρον του ανηλίκου να προβεί, μετά την άρση της υφισταμένης αβεβαιότητας ως προς το προβαλλόμενο δικαίωμα της αναιρεσείουσας στο ίδιο ακίνητο, στην άσκηση των επ' αυτού δικαιωμάτων του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2006 αίτηση για αναίρεση της 377/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Ψ1) από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαϊου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ