Supreme Court allows appeal against labor dispute verdict due to failure to consider company financial documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving Olympiacus Airline. The airline argued that the lower court failed to consider specific financial documents proving its insolvency and the impact of child benefit payments on its operations. The court found this omission a procedural error warranting the annulment of the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 559(4)(c) of the Code of Civil Procedure: The failure of a court to consider documents submitted by a party to prove a defense regarding the abuse of rights constitutes a ground for annulment if it affects the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1618 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1618/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1...., 2....., οι οποίες παραστάθηκαν με το δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 2η αναιρεσίβλητη διατηρεί το πατρικό της επώνυμο ως ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4777/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/6/2002 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 11/4/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως – μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, τα εξής:
Τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά είτε δεν είναι πρόσφορα και επαρκή για την εδραίωση αντίθετης κρίσης είτε δεν αποδεικνύονται. Εξάλλου δεν προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν οι τυχόν αξιώσεις των άλλων εργαζομένων της αναιρεσείουσας, αλλά και η κάμψη των εταιρικών υποθέσεων, δεν μπορεί δε τούτο να συναχθεί από το γεγονός και μόνο ότι έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα εξυγίανσης, ενώ στη συνέχεια δεν προκύπτει ο βαθμός μέχρι τον οποίο επηρεάζεται δυσμενώς η κατάσταση της αναιρεσείουσας από την ικανοποίηση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, το δε πάγωμα των εργατικών αποδοχών με τους νόμους 2271/94 και 2608/98 και της από 7-10-1994 απόφασης της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αφορούν στην καταβολή δεδουλευμένων.
Ακόμη δεν προσκομίζονται στοιχεία από τα οποία να μπορεί να αξιολογηθεί αν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ της προηγούμενης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και των άλλων εργαζομένων συναδέλφων τους ή αν η κατάσταση αυτή οφείλεται σε άλλες αιτίες άσχετες με τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και δεν είναι επιτρεπτό στην αναιρεσείουσα να επικαλεστεί την κακή οικονομική κατάσταση και το εξυγιαντικό της πρόγραμμα για την απόκρουση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε κατά ένα μέρος η πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη ( η ίδια ένσταση απορρίφθηκε κατά ένα μέρος, που αναφέρεται στην επί μακρό χρόνο μη διατύπωση διαμαρτυρίας από τις αναιρεσίβλητες, λόγω της μη καταβολής σ' αυτές του επιδόματος τέκνων και στη δημιουργία λόγω της αδράνειας των αναιρεσιβλήτων εύλογης πεποίθησης στην αναιρεσείουσα ότι δεν ασκηθούν οι αξιώσεις τους, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη της ένστασής της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, κατά το πιο πάνω μέρος της που απορρίφθηκε ως αβάσιμη ουσιαστικά και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισολογισμό της εταιρικής χρήσης της αναιρεσείουσας του έτους 1998, από το οποίο προέκυπτε συσσωρευμένο παθητικό της ποσού 65 δισεκατομμυρίων δραχμών και το 1092/2338/27-3-2000 υπηρεσιακό έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας της, από το οποίο προέκυπτε ότι, η ετήσια οικονομική επιβάρυνσή της από τη χορήγηση του επιδόματος τέκνων σε όλο το θήλυ προσωπικό ανέρχεται σε 161000000 δραχμές και για τα τελευταία 7 έτη σε 1127000000 δραχμές, πέραν τόκων.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω δύο έγγραφα της αναιρεσείουσας, τα οποία αυτή προσκόμισε νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του για την απόδειξη της ένστασής της. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3Κ.Πολ.Δ.), ενώ η έρευνα των άλλων λόγων αναίρεσης παρέλκει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4777/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ