Legislator Case Law & Legislation
1617/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's inconsistent ruling on compensation amounts in insurance dispute.

Case Number 1617/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment in a personal injury insurance dispute. The lower court initially accepted a claim for personal services but later rejected it without justification, creating a contradiction. The Court found this inconsistency violated procedural fairness and ordered the case remitted for retrial on the disputed amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; A contradictory judgment that accepts a claim and subsequently rejects it without reasoning violates the principle of consistency and requires remittal for retrial.

Keywords

AI generated
inconsistent judgment personal injury claim insurance compensation procedural contradiction remittal for retrial legal consistency court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1617 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1617/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Ν. (A. D.) του A., χας Κ. Κ. και 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΒΗΤΑ Β. ΑΕ", που εδρεύει στο Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών (εκπροσωπουμένης της 2ης ως ανήλικης τότε, από την διορισθείσα ως επίτροπό της, γιαγιά της, Μ. Ν. του Γ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 13-11-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 103283/5877/2015), 13-11-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 103333/5880/2015), 21-12-2015, 8-1-2016, 31-8-2016 και 4-10-2016 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2253/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4250/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της 2253/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4250/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Η κρινόμενη από 27-12-2021 (αριθμ. έκθ κατ. 719/67/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2253/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 4250/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 14-6-2018, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείουσες και δεν αμφισβητείται (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2253/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 4250/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 14-12-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 113433/6402/2015) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσείουσες, ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από συγκλίνουσα υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Γ. Ν. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), ο οποίος οδηγούσε το αναφερόμενο σ' αυτήν ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ Β.

Α.Ε.", ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ασφαλισμένου κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS A.A.E.", ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, και του τέταρτου εναγομένου Β. Κ., (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) ο οποίος οδηγούσε το αναφερόμενο σ' αυτήν ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ Λ.

Α.Ε." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) ασφαλισμένου κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην έκτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α", (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες σ' αυτή συνθήκες, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του Κ.

Κ., συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης εξ αυτών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά τη νόμιμη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο, τον τέταρτο, την πέμπτη και την έκτη των εναγομένων και τον εν μέρει περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό: 1) να υποχρεωθούν οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, σε ολόκληρο η καθεμία, να τους καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών και της σε χρήμα μηνιαίας διατροφής, που παρείχε ο θανών Κ.

Κ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για εκάστη Α) ... και 2) να αναγνωρισθεί ότι οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες είναι υποχρεωμένες, να καταβάλουν σε ολόκληρο η καθεμία ως αποζημίωση λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών και της σε χρήμα μηνιαίας διατροφής, που παρείχε ο ως άνω θανών και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για εκάστη.

Α)... Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή, με τις αναφερόμενες σ' αυτήν κύριες αγωγές, ανακοινώσεις δίκης- προσεπικλήσεις και παρεμπίπτουσες αγωγές, που αφορούσαν αξιώσεις άλλων διαδίκων, απορρεουσών από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, με την υπ' αριθμ. 1523/2018 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς όλα τα ανωτέρω αιτήματά της, και ακολούθως, αφού έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου του προαναφερόμενου συζύγου και πατέρα των εναγουσών είναι οι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων (Γ.

Ν. και Β. Κ.), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και επιδίκασε σε καθεμία των εναγουσών, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα αναφερόμενα σ' αυτή ειδικότερα χρηματικά ποσά. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2253/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, τις ανωτέρω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου του προαναφερόμενου συζύγου και πατέρα, αντιστοίχως, των εναγουσών είναι ο Γ.

Ν. του Π., οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ Β. ΑΕ", ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "GENERALLI HELLAS A.A.E.", ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε σε καθεμία από τις ενάγουσες, ήδη αναιρεσείουσες, τα αναφερόμενα ειδικότερα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, για τις προαναφερόμενες αιτίες.

Η προσβαλλόμενη απόφαση διορθώθηκε αυτεπάγγελτα με την επακολουθήσασα υπ' αριθμ. 4250/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 768/2020, ΑΠ 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 22/2023, ΑΠ 858/2021, ΑΠ525/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1303/2020).

Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1003/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020).

–

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1673/2023, ΑΠ 671/2020).

Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 1284/2020).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσείουσας για στέρηση των προσωπικών υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της για το χρονικό διάστημα από 15-12-2018 μέχρι 5-4-2029 και το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειουσών από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 19-1-2015 και περί ώρα 16.30, ο Γ.

Ν., μη διάδικος στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ Β. ΑΕ", δεύτερη εναγομένη της πρώτης κύριας αγωγής..... και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης....το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", τρίτη εναγομένη της πρώτης κύριας αγωγής κινούνταν με ταχύτητα 88 χιλ/ώρα στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών Λαμίας (ΝΕΟΑΛ) και δη στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας αυτής προς Λαμία και δη στην 37,900 χιλιομετρική θέση της άνω οδού, στην περιοχή Πολυδένδρι Αττικής, όπου η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, της οποίας τα δύο ρεύματα πορείας διαχωρίζονται με κεντρικά τσιμεντένια διαχωριστικά στηθαία, τύπου Νew Jersey, στον μεταξύ των οποίων κενό χώρο είναι τοποθετημένοι ανά διαστήματα μεταλλικοί στύλοι οδικού ηλεκτροφωτισμού.

Το ρεύμα πορείας της οδού προς Λαμία αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 10,80 μέτρων, ενώ δεξιά αυτών υπάρχει λωρίδα έκτακτης ανάγκης πλάτους 3 μέτρων, πέραν δε της αριστερής οριογραμμής υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 0,50 μέτρου και ρείθρο ροής όμβριων υδάτων πλάτους 1 μέτρου.

Την ανωτέρω χρονική στιγμή ήταν ημέρα και επικρατούσε καλοκαιρία, ενώ στην παραπάνω χιλιομετρική θέση η κίνηση των οχημάτων ήταν κανονική και η ορατότητα των οδηγών δεν εμποδιζόταν από φυσικά εμπόδια. Το όριο ταχύτητας για το όχημα του Γ. Ν. ήταν 85 χιλ/ώρα. Την ίδια στιγμή και έμπροσθεν του άνω οχήματος κινούνταν επίσης στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της ίδιας ως άνω οδού προς Λαμία και με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το νόμιμο όριο για την περιοχή, ήτοι τα 80 χιλ/ώρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΦ αυτοκίνητο, ελκυστήρας και επικαθήμενο αρθρωτό σιλό, που οδηγούσε ο Β. Κ., μη διάδικος στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ Λ. ΑΕ", επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ"....

Όταν η απόσταση των δύο φορτηγών αυτοκινήτων μειώθηκε σημαντικά, ο Γ. Ν. έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του και αφού απελευθερώθηκε από τρίτα οχήματα η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της άνω οδού προς Λαμία, επιχείρησε αριστερό ελιγμό εισόδου σ' αυτήν.

Στην ενέργεια όμως αυτή προέβη ο άνω οδηγός, χωρίς να μειώσει την προαναφερθείσα ταχύτητα του αυτοκινήτου του και ενώ τόσο αυτό όσο και το προπορευόμενο φορτηγό εισήλθαν σε σημείο της οδού, που εμφανίζει αριστερή κλίση, με συνέπεια λόγω της κοντινής απόστασης, που χώριζε τα δύο οχήματα και της αριστερής κίνησης, που εκτέλεσε το αρθρωτό σιλό λόγω της ανωτέρω κλίσης και του μεγάλου όγκου του, χωρίς ωστόσο αυτό να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, να συγκρουστεί το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου του Γ.

Ν. με το ακραίο αριστερό τμήμα του οπίσθιου προφυλακτήρα και των αριστερών φώτων του προπορευόμενου σιλοφόρου, στη συνέχεια δε έλαβε χώρα δεύτερη επαφή των δύο οχημάτων και συγκεκριμένα το φορτηγό του Γ. Ν. προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της καμπίνας και του ψυκτικού θαλάμου του στην οπίσθια αριστερή γωνία του σιλοφόρου και δη στο πάνω τμήμα αυτής.

Στη συνέχεια ο Γ. Ν. απώλεσε πλήρως τον έλεγχο του φορτηγού του, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί βίαια προς τα αριστερά, στη συνέχεια δε προσέκρουσε στο κεντρικό τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο, ανατράπηκε κατά ένα μέρος του όγκου του προς τα αριστερά και υπερέβη το άνω στηθαίο, με συνέπεια να προσκρούσει στην υπάρχουσα στο σημείο μεταλλική κολώνα οδικού φωτισμού, την οποία απέκοψε από τη βάση της.

Ακολούθως, μετά από διανυθείσα απόσταση 13 μέτρων, το φορτηγό προσέκρουσε εκ νέου στο ίδιο ως άνω τσιμεντένιο στηθαίο, συρόμενο σ' αυτό σε απόσταση μήκους 7,70 μέτρων, στη συνέχεια δε κατέλειπε στο οδόστρωμα αρχικά ίχνη πλαγιολίσθησης μήκους 13 μέτρων, μετά δε το πέρας αυτών, ίχνη χαραγών μήκους 40 μέτρων περίπου, που τελειώνουν σε σημείο όπου και ακινητοποιήθηκε το φορτηγό σε θέση διαγώνια προς τον κεντρικό άξονα του οδοστρώματος και ανεστραμμένο με την αριστερή του πλευρά πάνω στο άνω στηθαίο και με το ένα τρίτο περίπου του όγκου του και συγκεκριμένα το μπροστινό, να βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού προς Λαμία, ενώ το υπόλοιπο κατέληξε αιωρούμενο στο μετά την αριστερή οριογραμμή ασφάλτινο έρεισμα και στο μεταξύ του διπλού διαχωριστικού στηθαίου χώρο, όπως τα ανωτέρω καταγράφονται στη συνταχθείσα από τους επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικούς του Β' τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Αττικής έκθεση αυτοψίας και αποτυπώνονται τόσο στο συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα του τόπου του συμβάντος όσο και στις ληφθείσες φωτογραφίες, που απεικονίζουν την κατάσταση της οδού και των εμπλεκομένων οχημάτων μετά την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι η παραπάνω κολώνα ηλεκτροφωτισμού, που αποκόπηκε βίαια από τη βάση της, κατέπεσε με δύναμη στο ρεύμα πορείας της άνω οδού προς Αθήνα και δη στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, τμήμα δε αυτής έθραυσε τον μπροστινό ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κινούνταν στην άνω λωρίδα και εισήλθε στον εσωτερικό χώρο αυτού, με συνέπεια να τραυματισθούν θανάσιμα ο οδηγός του αυτοκινήτου Κ.

Κ., ο οποίος υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, καθώς και κακώσεις θώρακος, αμφότερων των άνω άκρων και κοιλίας και ο επιβαίνων στη πίσω απ' αυτήν του οδηγού θέση Q. J., υπήκοος Πακιστάν, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις θώρακος, κάταγμα κάτω γνάθου και αριστερού βραχίονος και ρήξεις ήπατος, ενώ ο επιβαίνων στη θέση του συνοδηγού L.

P., υπήκοος Αλβανίας, ....τραυματίσθηκε. Στη συνέχεια, το άνω αυτοκίνητο, ακυβέρνητο πλέον, εκτράπηκε προς τα δεξιά, εισήλθε ανεξέλεγκτο από τη μεσαία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της άνω οδού προς Αθήνα και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Γ. Σ. (σ.σ.μη διάδικος στην παρούσα δίκη), το οποίο με τη σειρά του εκτράπηκε με διαγώνια προς τα δεξιά πορεία μήκους 18,50 μέτρων, με βάση τα καταγεγραμμένα στο άνω σχεδιάγραμμα ίχνη πλαγιολίσθησης και κατέληξε σε δεξιά πλάγια θέση στο δεξιό ρείθρο ροής όμβριων υδάτων, ενώ το αυτοκίνητο του Κ.

Κ., αφού διένυσε πορεία 75 μέτρων, με βάση τα καταγεγραμμένα στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα ίχνη πρόσκρουσης στο τσιμεντένιο κράσπεδο δεξιά του οδοστρώματος, ακινητοποιήθηκε σε ευθεία θέση στο δεξιό άκρο της οδού. Σημειώνεται επίσης ότι το εμπλακέν στο επίδικο ατύχημα σιλοφόρο φορτηγό, μετά την προαναφερθείσα σύγκρουση, κατέληξε με ευθεία πορεία στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της οδού προς Λαμία και σε απόσταση 80 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης.

Ο ισχυρισμός ....ότι για το επίδικο ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος, επικουρικά δε, στα πλαίσια ρύθμισης της ευθύνης στην εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυπόχρεων, συνυπαίτιος κατά ποσοστό 95%, είναι ο οδηγός του άνω σιλοφόρου φορτηγού Β. Κ., ο οποίος, χωρίς να ελέγξει για τυχόν κίνηση οχημάτων πίσω και αριστερά του, επιχείρησε αιφνίδιο ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού προς Λαμία, με συνέπεια να αποκλείσει την προς τα εμπρός πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου του Γ.

Ν., το οποίο είχε ήδη εκτελέσει ελιγμό εισόδου επίσης στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και είχε προσεγγίσει σε ελάχιστη απόσταση το προπορευόμενο σιλοφόρο, με συνέπεια να προκληθεί η επίδικη σύγκρουση, δεν ευσταθεί ως βάσιμος. Ειδικότερα, στις φωτογραφίες, που έχουν εξαχθεί από την κάμερα διαχείρισης της κυκλοφορίας στο επίδικο σημείο και περιλαμβάνονται στην με ανάθεση....συνταχθείσα τον Ιανουάριο του έτους 2016 έκθεση διερεύνησης του ειδικού πραγματογνώμονα Π.

Μ., μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου μηχανικού, δεν απεικονίζεται με ευκρίνεια αν το προπορευόμενο σιλοφόρο φορτηγό εκτέλεσε αριστερό ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Επιπλέον, ο αυτόπτης μάρτυρας Ι. Σ., εξεταζόμενος ένορκα την 20-1-2015 κατά τη διεξαχθείσα προανάκριση, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι κινούνταν με το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας της ΝΕΟΑΛ προς Αθήνα και είδε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δύο φορτηγά να κινούνται σχεδόν παράλληλα και να συγκρούονται, ενώ στη συνέχεια το μπλε φορτηγό, που κινούνταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, εκτράπηκε προς τα αριστερά, προσέκρουσε στο τσιμεντένιο διαχωριστικό διάζωμα, ανατράπηκε και χτύπησε την τοποθετημένη στο σημείο κολώνα φωτισμού, χωρίς ωστόσο αυτός να αναφέρει για τυχόν κίνηση του σιλοφόρου φορτηγού να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας.

Επίσης, ο αυτόπτης μάρτυρας Α. Δ., εξεταζόμενος ένορκα την 19-1-2015 κατά τη διεξαχθείσα προανάκριση, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας της ΝΕΟΑΛ προς Αθήνα και είδε το βυτιοφόρο, που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα του αντίθετου ρεύματος πορείας, να χτυπά ένα φορτηγό, που κινούνταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, το οποίο στη συνέχεια προσέκρουσε στο τσιμεντένιο διαχωριστικό διάζωμα, χωρίς και αυτός να είναι σε θέση να αναφέρει αν το βυτιοφόρο εκτελούσε ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας.

Ο ίδιος μάρτυρας, εξεταζόμενος ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε για πρώτη φορά ότι αντιλήφθηκε το βυτιοφόρο να κινείται αριστερά προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρούεται με το κινούμενο παράλληλα στη μεσαία λωρίδα φορτηγό αυτοκίνητο, όταν το τελευταίο είχε ήδη φθάσει στο ύψος του πίσω από τη μέση αριστερού τμήματος του βυτιοφόρου, χωρίς όμως ο ίδιος να είναι σίγουρος για το ακριβές σημείο σύγκρουσης.

Ωστόσο, αν η παραπάνω μαρτυρία είναι ακριβής, τότε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), θα έπρεπε το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του κινούμενου στη μεσαία λωρίδα φορτηγού αυτοκινήτου να προσκρούσει στην αριστερή πλευρά του βυτιοφόρου, όμως οι φωτογραφίες, που υπάρχουν τόσο στην ανωτέρω έκθεση ανάλυσης όσο και στην υπ' αριθ. ...-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από την αρμόδια αστυνομική αρχή πραγματογνώμονα Ε.

Μ., εργοδηγού μηχανολόγου, απεικονίζουν χτύπημα στην οπίσθια αριστερή γωνία του βυτιοφόρου, ενώ η αριστερή πλευρά του είναι άθικτη. Επίσης, αν ο οδηγός του τελευταίου επιχειρούσε αριστερό ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας όταν το επερχόμενο και κινούμενο ήδη στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας φορτηγό αυτοκίνητο βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από το βυτιοφόρο, τότε με βάση τα προαναφερθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το φορτηγό θα προσέκρουε με την εμπρόσθια πλευρά του στο πίσω τμήμα του βυτιοφόρου, το οποίο, έστω και κατά ένα μέρος, θα είχε προλάβει να τοποθετηθεί στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ώστε να αποκλείει την προς τα εμπρός πορεία του φορτηγού και το χτύπημα στην πίσω πλευρά του βυτιοφόρου θα ήταν εκτεταμένο, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να εμφαίνεται στις άνω φωτογραφίες.

Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το κινούμενο με ταχύτητα 80 χιλ/ώρα βυτιοφόρο, αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση, ακινητοποιήθηκε σε ευθεία πορεία στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και σε απόσταση 80 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, γεγονός που αντικειμενικά δεν θα συνέβαινε αν αυτό είχε ενεργήσει αριστερό ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας οπότε η πορεία ακινητοποίησής του δεν θα μπορούσε αντικειμενικά να είναι ευθύγραμμη.

Ο... ισχυρισμός....ότι ο οδηγός του βυτιοφόρου φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος για το λόγο ότι αυτός παρότι αντιλήφθηκε μέσω καθρεπτών του οχήματός του ότι ο οδηγός του κινούμενου πίσω του φορτηγού είχε πρόθεση να εκτελέσει υπέρβαση, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του ούτε κινήθηκε πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της οδού προς Λαμία, με συνέπεια τα δύο οχήματα να έρθουν σε επαφή, δεν ευσταθεί ως βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, το βυτιοφόρο κινήθηκε μεν προς τα αριστερά ακολουθώντας την αριστερή κλίση του οδοστρώματος, πλην όμως δεν εισήλθε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά παρέμεινε σταθερά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, από την οποία δεν επιτρεπόταν να εξέλθει και να κινηθεί παράνομα στη διπλανή προς τα δεξιά λωρίδα έκτακτης ανάγκης, αφού το ίδιο δεν αντιμετώπιζε τέτοια κατάσταση.

Κατόπιν τούτων, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού (σ.σ.Γ.Ν.), ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 13 παρ.2, 17 παρ.1,5, 19 παρ.1,7 και 20 παρ.2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), δεν επέδειξε τη δέουσα για μέσο επαγγελματία οδηγό σύνεση και προσοχή, αλλά αντίθετα κινούμενος με ταχύτητα ανώτερη από το νόμιμο όριο σε οδό, που παρουσιάζει συνεχή κίνηση οχημάτων, αν και αντιλήφθηκε έγκαιρα το προπορευόμενο αυτού βυτιοφόρο, δεν προσάρμοσε ανάλογα την αυξημένη ταχύτητά του ώστε να τηρηθεί η επιβαλλόμενη μεταξύ των δύο μεγάλων και βαρέων οχημάτων απόσταση ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η άνω απόσταση και ο οδηγός του άνω φορτηγού να επιχειρήσει την τελευταία στιγμή βεβιασμένα αριστερό ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα του ρεύματος πορείας της ΝΕΟΑΛ προς Λαμία δίχως να αφήσει κατά την υπέρβαση ικανό χώρο παραπλεύρως αυτού, με συνέπεια, όταν τα δύο οχήματα εισήλθαν σε αριστερή καμπύλη της οδού, να εκμηδενιστεί η ελάχιστη πλέον απόσταση που τα χώριζε και να συγκρουστεί το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου του Γ.

Ν. με το ακραίο αριστερό τμήμα του οπίσθιου προφυλακτήρα και των αριστερών φώτων του προπορευόμενου σιλοφόρου, στη συνέχεια δε έλαβε χώρα δεύτερη επαφή των δύο οχημάτων και συγκεκριμένα το φορτηγό του Γ. Ν. προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της καμπίνας και του ψυκτικού θαλάμου του στην οπίσθια αριστερή γωνία του σιλοφόρου και δη στο πάνω τμήμα αυτής, ο δε οδηγός του από ανεπιτηδειότητα στη συνέχεια απώλεσε πλήρως τον έλεγχο του φορτηγού του, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί βίαια προς τα αριστερά, στη συνέχεια δε προσέκρουσε στο κεντρικό τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο, ανατράπηκε κατά ένα μέρος του όγκου του προς τα αριστερά και υπερέβη το άνω στηθαίο, με συνέπεια να προσκρούσει στην υπάρχουσα στο σημείο μεταλλική κολώνα οδικού φωτισμού, την οποία απέκοψε από τη βάση της, στη συνέχεια δε αυτή κατέπεσε με δύναμη στο ρεύμα πορείας της άνω οδού προς Αθήνα και δη στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, τμήμα δε αυτής έθραυσε τον μπροστινό ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ και εισήλθε στον εσωτερικό χώρο αυτού, με συνέπεια να τραυματισθούν θανάσιμα ο οδηγός του αυτοκινήτου Κ. Κ. και ο επιβαίνων στη πίσω απ' αυτήν του οδηγού θέση Q. J., ενώ ο επιβαίνων στη θέση του συνοδηγού L. P., τραυματίστηκε, στη συνέχεια δε το άνω αυτοκίνητο, ακυβέρνητο πλέον, εκτράπηκε προς τα δεξιά, εισήλθε ανεξέλεγκτο από τη μεσαία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της άνω οδού προς Αθήνα και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Συνεπώς ο νόμιμος, κατ' άρθρο 5 Ν ΓπΝ/1911, ισχυρισμός της έκτης εναγομένης των πρώτης, ....κυρίων αγωγών, για την αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου οδηγού και δη του Γ. Ν., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Αντίθετα, δεν προέκυψε η οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του Β. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, για την πρόκληση του ιδίου ως άνω ατυχήματος και των συνεπειών αυτού, δεδομένου ότι αυτός κινούνταν με σταθερή ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε το νόμιμο για την περιοχή όριο ταχύτητας, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της ΝΕΟΑΛ προς Λαμία, χωρίς να προβεί σε αιφνίδιο ελιγμό εισόδου στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε δεξιό ελιγμό εισόδου στη διπλανή λωρίδα έκτακτης ανάγκης, αφού δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση προς τούτο.

Επομένως, ο νόμιμος, κατ' άρθρο 5 Ν ΓπΝ/1911, ισχυρισμός της τρίτης εναγόμενης των πρώτης, ... κυρίων αγωγών...., για την αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου οδηγού και δη του Β. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε κατ' αποτέλεσμα τον ανωτέρω ισχυρισμό ...., για την αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου οδηγού και δη του Γ. Ν. και δέχθηκε μόνο συνυπαιτιότητα του ανωτέρω οδηγού κατά ποσοστό 70% για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, εσφαλμένα εκτίμησε τις σχετικές αποδείξεις,.....Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο θανών κατά το επίδικο ατύχημα Κ.

Κ., που γεννήθηκε την 5-4-1944, ήταν σύζυγος της A. D., πρώτης ενάγουσας της πρώτης κύριας αγωγής και ήδη πρώτης ....αναιρεσείουσας υπηκόου Ουκρανίας και πατέρας της ήδη ενήλικης Α. Κ., που γεννήθηκε την 11-4-2001, δεύτερης ενάγουσας της πρώτης κύριας αγωγής και ήδη δεύτερης ....αναιρεσείουσας. Δύο μήνες μετά τη γέννηση της δεύτερης ενάγουσας ο Κ.

Κ. με την υπ' αριθ. ...-2001 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο. Φ. προέβη σε δήλωση αναγνώρισης ότι η ανωτέρω είναι γνήσιο τέκνο του, που γεννήθηκε από την πρώτη ενάγουσα και συνήνεσε να φέρει το επίθετό του και να έχει όλα τα νόμιμα δικαιώματα και πλεονεκτήματα του γνήσιου τέκνου. Με τον επιγενόμενο την 23-7-2004 νόμιμο πολιτικό γάμο του Κ.

Κ. με την πρώτη ενάγουσα η δεύτερη ενάγουσα έχει απέναντι σ' αυτούς ως γονείς της και στους συγγενείς της, ως προς όλα, θέση τέκνου γεννηθέντος σε γάμο (άρθρο 1473 ΑΚ). Περί τα τέλη του έτους 2010 η πρώτη ενάγουσα....εμφάνισε σοβαρή ψυχωσική συνδρομή και νοσηλεύτηκε για πρώτη φορά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από την 12-11-2010 μέχρι την 2-12-2010, ενώ, λόγω του χρόνιου χαρακτήρα της άνω ψύχωσης, αυτή νοσηλεύτηκε επανειλημμένα στο ανωτέρω νοσοκομείο κατά τα χρονικά διαστήματα από την 17-10-2012 μέχρι την 9-11-2012, από την 23-4-2014 μέχρι την 16-5-2014 και από την 18-2-2015 μέχρι την 13-3-2015.

Εξαιτίας της σοβαρής και χρόνιας αυτής κατάστασης η πρώτη ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να συνασκεί με την επιβαλλόμενη επάρκεια την γονική μέριμνα της άνω ανήλικης κόρης της, με συνέπεια, κατόπιν άσκησης της από 15-6-2009 αγωγής του πατέρα της Κ. Κ., να εκδοθεί η υπ' αριθ. 1387/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανατέθηκε αποκλειστικά σ' αυτόν η άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης τους, την οποία ο ίδιος έκτοτε ασκούσε με ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα και με την παρεχόμενη έμπρακτη βοήθεια της γιαγιάς της ανήλικης από τη μητρική γραμμή Μ.

D. Μετά τον κατά το επίδικο ατύχημα θάνατο του συζύγου της Κ. Κ. και εξαιτίας αυτού, η κατάσταση της ψυχικής υγείας της πρώτης ενάγουσας επιδεινώθηκε και αυτή εξακολούθησε να είναι ανίκανη να ασκεί με τη δέουσα επάρκεια και ασφάλεια τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης κόρης της, με συνέπεια, κατόπιν υποβολής της από 7-4-2015 αίτησης της ανωτέρω γιαγιάς της ανήλικης, να εκδοθεί η υπ' αριθ. 272/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία η τότε ανήλικη δεύτερη ενάγουσα τέθηκε σε επιτροπεία και διορίστηκε επίτροπος η άνω γιαγιά της, η οποία άλλωστε μέχρι τότε ασκούσε μόνη της ουσιαστικά τη γονική μέριμνα της εγγονής της.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι η πρώτη ενάγουσα, κατά το χρόνο του θανάτου του άνω συζύγου της, δεν εργαζόταν λόγω της προαναφερθείσας χρόνιας και σοβαρής ψυχικής ασθένειάς της, ούτε λάμβανε παροχές ή σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, στερούμενη περιουσίας και εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή, ασχολούνταν δε με ελάχιστες οικιακές εργασίες και στοιχειωδώς με την ανατροφή της άνω ανήλικης κόρης της.

Ο θανών σύζυγός της, κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήταν ηλικίας 71 ετών, χωρίς εμφανή προβλήματα υγείας, με αρκετές ικανότητες και δεξιότητες, εκτός δε από τη φροντίδα και γονική μέριμνα της ανήλικης δεύτερης ενάγουσας, είχε αναλάβει, λόγω της ασθένειας της πρώτης ενάγουσας, εκτός των άλλων, όλες τις απαραίτητες για τις καθημερινές οικογενειακές ανάγκες αγορές, την παρακολούθηση και την τακτοποίηση όλων των εκάστοτε λογαριασμών, που αφορούν την οικιακή οικονομία, την επιδιόρθωση όλων των εμφανιζόμενων οικιακών μικροβλαβών, τις μετακινήσεις της πρώτης ενάγουσας στους θεράποντες ιατρούς της αλλά και τις εν γένει μετακινήσεις της οικογένειας με το αυτοκίνητό του, συμβάλλοντας ενεργώς και μάλιστα πολλαπλά στις οικογενειακές ανάγκες και στη λειτουργία του κοινού οίκου, όχι μόνο οικονομικά αλλά και με την παροχή των ανωτέρω προσωπικών υπηρεσιών του.

Το ποσό της αποτιμημένης σε χρήμα συνεισφοράς του αυτής, κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ανέρχεται σε 10 ευρώ την ημέρα και αντίστοιχα σε 300 (30 ημέρες X 10 ευρώ) ευρώ το μήνα. Έτσι, μετά το θάνατό του, η πρώτη ενάγουσα βρίσκεται σε πλήρη και διαρκή αδυναμία να καλύψει και να αναπληρώσει η ίδια τις πιο πάνω προσωπικές υπηρεσίες, που ο θανών παρείχε τόσο ατομικά στην ίδια όσο και γενικότερα στην οικογένειά του, οι οποίες (προσωπικές υπηρεσίες) εκτίθενται, ..., αναλυτικά στο δικόγραφο της .....

κύριας αγωγής, παρά τις περί αντιθέτου αιτιάσεις των δεύτερης και τρίτης εναγομένων, τις οποίες η ίδια είναι υποχρεωμένη πλέον να προσπαθεί να αναπληρώσει στο μέτρο του δυνατού με άλλο τρίτο πρόσωπο, ως υποκατάστατη δύναμη του θανόντος συζύγου της, είτε με προσφορά κάποιων από τους οικείους-στενούς συγγενείς της, στην προκειμένη περίπτωση της άνω μητέρας της και δύο εξαδέλφων της, είτε με την πρόσληψη επ' αμοιβή ενός μη συγγενικού της προσώπου, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, η σχετική αμοιβή δεν θα υπερβαίνει το άνω ποσό των 10 ευρώ κατά μέσο όρο την ημέρα.

Ενόψει δε της προαναφερθείσας κατάστασης της πρώτης ενάγουσας, κρίνεται ότι η τελευταία θα εξακολουθήσει να χρειάζεται τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες τουλάχιστον για μια τριετία, οπότε θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάστασή της και η δυνατότητά της για την κάλυψη προσωπικών υπηρεσιών, που θα της παρείχε ο θανών σύζυγός της, αν δεν είχε προκληθεί το επίδικο ατύχημα.

Κατόπιν τούτων, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία α) εφάπαξ το ποσό των 3.300 (11 μήνες X 300 ευρώ) ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από την 19-1-2015 (ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος) μέχρι την 14-12-2015 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής) και β) σε περιοδικές παροχές το ποσό των 300 ευρώ το μήνα, για το χρονικό διάστημα από την 15-12-2015 μέχρι την 14-12-2018, χωρίς να συνυπολογίζεται η αιτηθείσα από την πρώτη ενάγουσα προσαύξηση κατά ποσοστό 3% για κάθε έτος, η οποία δεν δικαιολογείται λόγω της παρούσας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και του σχετικού βραχυχρόνιου χρονικού διαστήματος αναφοράς.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτηθέντα για την ίδια αιτία ποσά α) των 3.300 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 19-1-2015 μέχρι την 14-12-2015, β) σε μηνιαίες περιοδικές παροχές των 300 ευρώ, με ετήσια προσαύξηση κατά ποσοστό 3%, υπολογιζόμενη επί του διαμορφωθέντος μέχρι τότε ποσού για την αιτία αυτή του αμέσως προηγούμενου έτους, με έναρξη της αναπροσαρμογής την 1-1-2018, για το χρονικό διάστημα από την 15-12-2015 μέχρι την 14-12-2018 και γ) σε μηνιαίες περιοδικές παροχές των 600 ευρώ, με ετήσια προσαύξηση κατά ποσοστό 3%, υπολογιζόμενη επί του διαμορφωθέντος μέχρι τότε ποσού για την αιτία αυτή του αμέσως προηγούμενου έτους, με έναρξη της αναπροσαρμογής την 1-1-2018, για το χρονικό διάστημα από την 15-12-2018 μέχρι την 5-4-2029, ήτοι μέχρι την ημερομηνία συμπλήρωσης του 85ου έτους της ηλικίας του υπόχρεου, η ...

κύρια αγωγή ως προς το σχετικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση αναγνώρισε ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία α) εφάπαξ το ποσό των 3.300 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από την 19-1-2015 μέχρι την 14-12-2015 και β) σε περιοδικές παροχές το ποσό των 300 ευρώ το μήνα, για δύο έτη επιπλέον, ήτοι το ποσό των 7.200 (24 μήνες X 300 ευρώ) ευρώ, χωρίς να συνυπολογίσει την προαναφερθείσα προσαύξηση κατά ποσοστό 3% για κάθε έτος, επιδίκασε αυτά όμως μειωμένα κατά ποσοστό 30% σε βάρος των δεύτερης και τρίτης εναγομένων, έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της πρώτης έφεσης, με τον οποίο η πρώτη εκκαλούσα ζήτησε την επιδίκαση των αιτηθέντων για την ίδια ως άνω αιτία με την ένδικη αγωγή ποσών ή έστω την επιδίκαση μεγαλύτερων των πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντων ποσών και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αναφοράς από το πρωτοδίκως διαπιστωθέν και απορριπτόμενου ως αβάσιμου του πρώτου σκέλους του ....λόγου της ....έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες ζήτησαν την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ή έστω την επιδίκαση μικρότερων των πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντων ποσών και για μικρότερο χρονικό διάστημα αναφοράς από το πρωτοδίκως διαπιστωθέν.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο θανών Κ. Κ. διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας ξύλινων φέρετρων, που πωλούνταν σε διάφορα γραφεία τελετών κηδειών, με έδρα στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, οδός ..., και για τις ανάγκες της επιχείρησης αυτός λειτουργούσε σχετική βιοτεχνία στη Θήβα, εξοπλισμένη με όλο το σχετικό μηχανολογικό εξοπλισμό και με το σχετικό εργατοτεχνικό προσωπικό.

Τα εμφανή καθαρά μηνιαία εισοδήματά του από την άνω επιχείρησή του ανέρχονταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, στο ποσό των 3.500 ευρώ, το οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει και του συγκεκριμένου αντικειμένου της επιχείρησής του, η οποία λειτουργούσε για πολλά έτη και είχε σταθερά μεγάλο πελατολόγιο, με βεβαιότητα θα συνέχιζε αυτός, αν ζούσε, να κερδίζει και για το μετά το θάνατό του χρονικό διάστημα...

Περαιτέρω, προέκυψε ότι αμφότερες οι ενάγουσες ήταν πολύ συνδεδεμένες συναισθηματικά με τον θανόντα οικείο τους, ιδίως η πρώτη απ' αυτές, που ήταν το αποκλειστικό στήριγμά της στην αντιμετώπιση της δύσκολης κατάστασης της ψυχικής υγείας της και δοκίμασαν από τον αιφνίδιο και απροσδόκητο θάνατό του βαθύ ψυχικό πόνο και θλίψη, δεδομένου ότι αυτός κάλυπτε το σύνολο των οικογενειακών αναγκών τους.

Ως εκ τούτου, προς απάβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία οι ενάγουσες της τρίτης κύριας αγωγής υπέστησαν και για ψυχική παρηγοριά και ηθική ανακούφισή τους, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Εν όψει δε των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου από την τρίτη εναγομένη της τρίτης κύριας αγωγής φορτηγού αυτοκινήτου για την πρόκλησή του και το θανάσιμο τραυματισμό του άνω οικείου των εναγουσών, της ηλικίας αυτού και της κατάστασης της υγείας του, του βαθμού συγγένειας των εναγουσών με το θανόντα και του βαθμού και έντασης της ψυχικής ταλαιπωρίας, που αυτές υπέστησαν λόγω του βιαίου θανάτου του οικείου τους και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην αυτής της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι αποκλειστικά εγγυητική, πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης, που υπέστη η κάθε δικαιούχος ενάγουσα, κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και λαμβανομένης υπόψη της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, 40.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και 35.000 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα.

Όσον αφορά το υπόλοιπο αιτηθέν για την ίδια αιτία ποσό α) των 100.000 (140.000 - 40.000) ευρώ, για την πρώτη ενάγουσα και β) των 105.000 (140.000 - 35.000) ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα, η ... κύρια αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 40.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, ορθά εκτίμησε τις σχετικές αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβάσιμων 1) του ....

λόγου της πρώτης έφεσης, με τον οποίο η πρώτη εκκαλούσα ζήτησε την επιδίκαση του αιτηθέντος για την ίδια ως άνω αιτία με την ένδικη αγωγή ποσού ή έστω την επιδίκαση μεγαλύτερου των πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντος ποσού και 2) του ..... λόγου της .... έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες ζήτησαν την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ή έστω την επιδίκαση μικρότερου του πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντος ποσού.

Αντίθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 40.000 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, έσφαλλε ως προς την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του .... λόγου της .... έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες ζήτησαν την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ή έστω την επιδίκαση μικρότερου του πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντος ποσού και απορριπτομένου ως αβάσιμου του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου της πρώτης έφεσης, με τον οποίο η δεύτερη εκκαλούσα ζήτησε την επιδίκαση του αιτηθέντος με την ένδικη αγωγή για την άνω αιτία ποσού ή έστω την επιδίκαση μεγαλύτερου του πρωτοδίκως ως άνω επιδικασθέντος ποσού...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 4-1-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 893/99/2019 έφεση των αναιρεσειουσών, καθώς και την από 21-5-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 46775/3622/2019 έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και ερεύνησε εκ νέου την από 14-12-2015 αγωγή των αναιρεσειουσών, δέχθηκε εν μέρει αυτή, επιδικάζοντας στις τελευταίες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση όσον αφορά τη σύζυγο και τη θυγατέρα του, λόγω ψυχικής οδύνης τους στα προαναφερθέντα ποσά των 40.000 ευρώ και 35.000 ευρώ, αντιστοίχως, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε ότι υπέστησαν αυτές, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποσών.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος επιδίκασε στις αναιρεσείουσες τα ποσά αυτά, τα οποία υπολείπονται καταφανώς των επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, με το να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο αποζημίωσης της ενάγουσας Α. Ν., ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών που κατά την πιθανή πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να προσφέρει σ' αυτήν ο σύζυγός της Κ.

Κ., αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του κατά το ένδικο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 15-12-2018 μέχρι 5-4-2029, ήτοι μέχρι την ημερομηνία συμπλήρωσης του 85ου έτους της ηλικίας του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ., στερώντας, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς, ενώ δέχθηκε, επί λέξει, ότι " ενόψει δε της προαναφερθείσας κατάστασης της πρώτης ενάγουσας, κρίνεται ότι η τελευταία θα εξακολουθήσει να χρειάζεται τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες τουλάχιστον για μια τριετία, οπότε θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάστασή της και η δυνατότητά της για την κάλυψη προσωπικών υπηρεσιών, που θα της παρείχε ο θανών σύζυγός της, αν δεν είχε προκληθεί το επίδικο ατύχημα.." και ακολούθως, ότι "κατόπιν τούτων, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία α) εφάπαξ το ποσό των 3.300 (11 μήνες Χ 300 ευρώ) ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από την 19-1-2015 (ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος) μέχρι την 14-12-2015 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής) και β) σε περιοδικές παροχές το ποσό των 300 ευρώ το μήνα, για το χρονικό διάστημα από την 15-12-2015 μέχρι την 14-12-2018...", στη συνέχεια, αντιφατικά και χωρίς αιτιολογία, έκρινε ότι το αιτηθέν για την ίδια αιτία ποσό, "...σε μηνιαίες περιοδικές παροχές των 600 ευρώ, με ετήσια προσαύξηση κατά ποσοστό 3%, υπολογιζόμενη επί του διαμορφωθέντος μέχρι τότε ποσού για την αιτία αυτή του αμέσως προηγούμενου έτους, με έναρξη της αναπροσαρμογής την 1-1-2018, για το χρονικό διάστημα από την 15-12-2018 μέχρι την 5-4-2029, ήτοι μέχρι την ημερομηνία συμπλήρωσης του 85ου έτους της ηλικίας του υπόχρεου, η δεύτερη κύρια αγωγή ως προς το σχετικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα".

Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, ενώ αρχικά γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, λόγω της κατάστασης της ψυχικής της υγείας, θα εξακολουθήσει να χρειάζεται τις υπηρεσίες τις οποίες της προσέφερε προσωπικά ο θανών σύζυγός της τουλάχιστον για μια τριετία, οπότε θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάστασή της και η δυνατότητά της για την κάλυψη προσωπικών υπηρεσιών που θα της παρείχε ο θανών σύζυγός της, κρίνοντας, έτσι, ότι το σχετικό κονδύλιο ασκείται προώρως για το χρονικό διάστημα από 15-12-2018 μέχρι 5-4-2029, στη συνέχεια, χωρίς καμιά αιτιολογία, απέρριψε την αγωγή, ως προς το σχετικό κονδύλιο, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση, αληθώς, αμφότεροι, από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 17 ο δεύτερος εξ αυτών) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

V.Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, που αφορούν το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που έχουν υποστεί οι αναιρεσείουσες και την αξίωση της πρώτης αναιρεσείουσας για αποζημίωση λόγω της στέρησης των προσωπικών υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της για το χρονικό διάστημα από 15-12-2018 μέχρι 5-4-2029, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2253/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 4250/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, μόνο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στις καταθέσασες αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ