Legislator Case Law & Legislation
1617/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where lower court properly assessed evidence despite lack of specific commentary.

Case Number 1617/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision regarding her employment contract and back pay. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and implied an admission of liability through administrative actions. The court ruled that the lower court had considered all documents and that the appellant's claims regarding administrative acts did not constitute a legal abuse of rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to specifically comment on evidence is inadmissible if the lower court considered the documents, and administrative acts do not automatically constitute abuse of rights without specific legal grounds.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal abuse of rights claim evidence assessment standard administrative acts liability code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(11)(c) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 2 of Law 2527/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1617 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1617/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. Ν. του Κ., κατοίκου Καπανδριτίου Αττικής, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σιώμο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ", (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-05-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1345/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3488/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-10-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 9317/777/23-10-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 2082/2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ) με αριθμό 3488/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε : α) την από 08-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5873/09-10-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Τ. Ν. του Κ. και β) την αντίθετη από 08-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5990/14-10-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 08-10-2015 έφεση της ενάγουσας, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 08-10-2015 έφεση του εναγομένου, κατά της με αριθμό 1345/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από την από 12-05-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 59999/1750/15-05-2014 αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση.

Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή του σχετικού πέμπτου λόγου της έφεσης του εναγομένου, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς τη διάταξη, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά το παραπάνω μέρος της, αλλά και κατά την επικουρική βάση της αγωγής, απορρίφθηκε, κατ' αμφότερες τις βάσεις της, ήτοι κατά μεν την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά δε την επικουρική αυτής βάση, ως μη νόμιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 23-10-2018 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-07-2017 (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του Α.Κ. προκύπτει ότι, η προκήρυξη του διαγωνισμού, για πρόσληψη προσωπικού - με εξετάσεις ή αξιολόγηση δικαιολογητικών ή και με τους δύο τρόπους - συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων, για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν, επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη, για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης.

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται, βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 του Α.Κ., κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (Α.Π. 132/2021, Α.Π. 282/2017, Α.Π. 878/2014, Α.Π. 829/2006, Α.Π. 654/2000). Μετά την τελείωση της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος, με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του Α.Κ. (Α.Π. 192/2000, Α.Π. 1661/1995).

Για την τελείωση της σύμβασης εργασίας και την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία, με τις εντεύθεν συνέπειες, είναι αδιάφορο εάν το όνομα του ενάγοντος περιελήφθη ή όχι στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού, αρκούντος του ότι αυτός συμμετείχε στο διαγωνισμό, με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης και επέτυχε σε αυτόν (Α.Π. 1194/2020, ΑΠ 1163/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6), συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας.

Το Α.Σ.Ε.Π. υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως (παρ. 1) και έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών, που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού (παρ. 2).

Εξάλλου, με το άρθρο 13 του Ν. 2637/1998, συνεστήθη ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.). Ο εν λόγω Οργανισμός αρχικώς είχε την μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2732/1999, μετασχηματίσθηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ορίσθηκε όμως ότι " λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Γεωργίας ".

Από την άποψη δε του σκοπού που επιδιώκει, του δημοσίου συμφέροντος που υπηρετεί της οργανωτικής δομής και των αρμοδιοτήτων του, καθώς επίσης της εποπτείας και του ελέγχου που υφίσταται, είναι φορέας δημόσιας διοίκησης, υπό λειτουργική έννοια (Α.Ε.Δ. 1/2015, Α.Ε.Δ. 21/2012 Α.Π. 123/2005).

Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.04.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι: "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1) και ότι : "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει " (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ. 1 (αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας) του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του, ενώπιον του δικαστηρίου, να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (Α.Ε.Δ. 2/1993).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές, που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν, κατά το άρθρο 282 του ΚΠολΔ, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί, περί του κύρους αυτών, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ. Α.Π. 447/1984, Α.Π. 283/2013).

Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και, τέλος, αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή, ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη, κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ. Α.Π. 1, 2/2018, Α.Π. 1163/2019). Τέλος, υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ υπάρχει στις περιπτώσεις που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υποθέσεως, η οποία κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου από τη φύση της, ή υποθέσεως, η οποία κατ' αρχήν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, όμως, με ρητή διάταξη νόμου έχει εξαιρεθεί από αυτή.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 " Συμμόρφωση της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις ... ", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο : " Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες, που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ... Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο ".

Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 50 του π.δ/τος 18/1989 " Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας " ορίζεται ότι : " η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική, είτε πρόκειται για ατομική πράξη ", με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : " οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους, κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται, ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.

Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη, κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση " και με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: " οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το Συμβούλιο ".

Από δε τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, προκύπτει ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, επί αίτησης ακύρωσης, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και, μάλιστα, όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες, για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ, εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες, με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (Α.Π. 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, ΣτΕ 787/2017 ΣτΕ 4016/2012, ΣτΕ 2557/2006).

Σε περίπτωση, δε, που η ακυρωτική απόφαση αφορά πράξη διορισμού, που εκδόθηκε από τον ίδιο τον φορέα διορισμού, ή σφάλμα της πράξης διορισμού του φορέα, που επικυρώθηκε από το Α.Σ.Ε.Π., του οποίου η απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε από το ΣτΕ, ο φορέας διορισμού υποχρεούται, συμμορφούμενος με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη που θα εκδώσει, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (Α.Π. 1402/2021, Α.Π. 282/2013, ΣτΕ 100/2011, ΣτΕ 957/2010).

Δεν συντρέχει, όμως, τοιαύτη περίπτωση εάν η αρχική πράξη διορισμού του φορέα διορισμού ήταν καθόλα ορθή, πλην, όμως, αυτή, κατόπιν υποβολής ένστασης, εκ μέρους συνυποψηφίου του προσωρινά διορισθέντος ή και αυτεπαγγέλτως, ανατράπηκε, κατά τον έλεγχο νομιμότητας με εσφαλμένη απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, οπότε ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ, σε βάρος μόνο του Ελληνικού Δημοσίου (ΣτΕ 787/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας, αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 12-05-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 59999/1750/15-05-2014 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ " (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), εξέθετε ότι με τη με αριθμό 1/439Μ/2003 προκήρυξη, το εν λόγω νομικό πρόσωπο, ανακοίνωσε τη με διαγωνισμό (με βάση μοριοδοτούμενα και προκαθορισμένα αντικειμενικά κριτήρια) πλήρωση, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων, και έξι (6) θέσεων του κλάδου ΠΕ 9 διοικητικών, στην κεντρική υπηρεσία του, στην Αθήνα.

Ότι, κατόπιν συμμετοχής της στον άνω διαγωνισμό, με την υποβολή σχετικής αίτησης πρόσληψης και των απαιτούμενων δικαιολογητικών, κατατάχθηκε, από την αρμόδια επιτροπή του εναγομένου, στους αναρτηθέντες από την τελευταία προσωρινούς πίνακες και συγκεκριμένα στην 1η κατά σειρά θέση του (προσωρινού) γ' επικουρικού πίνακα, προσλήφθηκε δε με απόφαση του Προέδρου του εναγομένου, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι την έκδοση των οριστικών πινάκων κατάταξης και των πινάκων διοριστέων.

Ότι, μετά την έκδοση της με αριθμό 538/2005 απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), στα πλαίσια του ελέγχου νομιμότητας των προσωρινών πινάκων κατάταξης , με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις της, που αφορούσαν την σειρά κατάταξής της, ενώ έγιναν δεκτές σχετικές αντιρρήσεις της συνυποψήφιάς της Ζωής Κέντρου, το εναγόμενο ενέγραψε την τελευταία στον β' επικουρικό πίνακα και την ενέταξε στον πίνακα διοριστέων της άνω κατηγορίας (ΠΕ 9 Διοικητικών), διαγράφοντας την ίδια, με αποτέλεσμα αυτή (ενάγουσα) μεν να απολυθεί από τη θέση, που είχε καταλάβει, λόγω της πρόταξής της στον προσωρινό πίνακα, η δε ανωτέρω συνυποψήφιά της να προσληφθεί στη θέση αυτή και να αναλάβει τα καθήκοντά της στις 15-09-2005.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα εξέθετε ότι, κατά της ως άνω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., άσκησε αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με τη με αριθμό 857/2011 απόφασή του, κατά παραδοχή της αίτησης αυτής και κατά το μέρος που αφορούσε την προαναφερόμενη συνυποψήφιά της , λόγω μη νόμιμης αιτιολογίας, ανέπεμψε την υπόθεση στο Α.Σ.Ε.Π., για νέα κρίση, το οποίο στη συνέχεια, διέγραψε τη Ζωή Κέντρου από τον β' επικουρικό πίνακα και διέθεσε αυτή (ενάγουσα) προς διορισμό, σε κενή οργανική θέση της ως άνω κατηγορίας.

Ότι, ακολούθως το εναγόμενο, με απόφαση του Προέδρου του, την προσέλαβε στην άνω θέση και υπογράφηκε μεταξύ τους η από 18-11-2011 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι η σύμβαση εργασίας της με το εναγόμενο έχει καταρτισθεί ήδη από τις 15-09-2005, ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να προσληφθεί, εάν είχε κριθεί νόμιμα, ως εξαρχής επιτυχούσα, με συνέπεια το εναγόμενο να ευρίσκεται έκτοτε σε υπερημερία περί των αποδοχή των υπηρεσιών της.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε:

α) Να αναγνωριστεί ότι μεταξύ αυτής και του εναγομένου καταρτίστηκε ήδη από τις 15-09-2005, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) Να της επιδικαστεί το συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν ογδόντα επτά χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (187.795,56), από το οποίο είκοσι χιλιάδες (20.000,00) ευρώ καταψηφιστικά και το υπόλοιπο αναγνωριστικά, για μισθούς υπερημερίας, που αντιστοιχούν στο από 15-09-2005 έως 18-11-2011 χρονικό διάστημα, όπως ειδικότερα αναλύεται στην ένδικη αγωγή το άνω χρηματικό ποσό.

Επικουρικά, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο, σε συμμόρφωση προς την πιο πάνω απόφαση του ΣτΕ, να προσδώσει αναδρομική ισχύ στη σύμβαση εργασίας της και να της επιδικαστεί το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, για αποδοχές του ίδιου παραπάνω διαστήματος. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ), εκδόθηκε η με αριθμό 1345/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής και, αναγνωρίζοντας ότι, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου είχε καταρτισθεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15-09-2005, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα τριών χιλιάδων τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι λεπτών (33.039,20) και, περαιτέρω, υποχρέωσε το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του από 12-3-2010 έως 18-11-2011 χρονικού διαστήματος και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, ενώ για το προγενέστερο, από 15-09-2005 έως 12-03-2010, χρονικό διάστημα έκρινε, κατά παραδοχή της ένστασης του εναγομένου, ότι οι σχετικές αξιώσεις της ενάγουσας έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη, από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, διετή παραγραφή, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του άνω διαστήματος.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 08-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5873/09-10-2015 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Τριανταφυλλιάς Κων. Ντόφη και β) της από 08-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5990/14-10-2015 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ" (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3488/2017 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 08-10-2015 έφεση της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, την από 08-10-2015 έφεση του εναγομένου και κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αυτής, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, ως προς τη διάταξη, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής κράτησε την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, αλλά και κατά την επικουρική βάση της αγωγής και απέρριψε αυτήν, κατ' αμφότερες τις βάσεις της και συγκεκριμένα κατά μεν την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά δε την επικουρική αυτής βάση, ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Με την 1/439Μ/10-11-2003 απόφαση (τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 628/18-11-2003) του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος - εφεσιβλήτου [αναιρεσίβλητου], προκηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, η πλήρωση έξι (6) θέσεων, με σειρά προτεραιότητας και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών, στην κεντρική υπηρεσία του Οργανισμού, στην Αθήνα.

Σε σχέση με τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα πρόσληψης στον πιο πάνω κλάδο ορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην προκήρυξη ότι απαιτείτο : α) πτυχίο ή δίπλωμα Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής, β) εμπειρία τουλάχιστον ενός έτους, σε θέματα διαχείρισης οικονομικών ενισχύσεων στον αγροτικό τομέα, γ) άριστη γνώση της αγγλικής ή γαλλικής ή γερμανικής γλώσσας και δ) γνώση επεξεργασίας ελληνικών και ξενόγλωσσων κειμένων και πινάκων σε Η/Υ (κύριος πίνακας κατάταξης), περαιτέρω, δε, ότι, σε περίπτωση που δεν θα καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψήφιους με όλα τα προαναφερόμενα προσόντα, θα γινόντουσαν δεκτοί υποψήφιοι με τα υπό στοιχ.

α' και β' προσόντα και, κατά σειρά, πολύ καλή ή καλή γνώση ξένης γλώσσας (β' επικουρικός πίνακας) ή υποψήφιοι με τα υπό στοιχ. α' και β' προσόντα (γ' επικουρικός πίνακας) ή τέλος υποψήφιοι με μόνο προσόν το πτυχίο ή δίπλωμα Α.Ε.Ι. (δ' επικουρικός πίνακας). Όσον αφορά τον τρόπο απόδειξης της γνώσης της ξένης γλώσσας, αναφερόταν στην προκήρυξη (κεφάλαιο Α, σελ. 6295) ότι, η καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας, θα αποδεικνυόταν, μεταξύ άλλων, με τον τίτλο CERTIFICAT DE LANGUE FRANCAISE του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Ακολούθως, στην ίδια προκήρυξη (σελ. 6297, κεφάλαιο Β') οριζόταν ότι: " Στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτει ο υποψήφιος, σε επικυρωμένα αντίγραφα, όλα τα απαιτούμενα από την προκήρυξη πιστοποιητικά ή τίτλους. Αν δεν προσκομισθούν, ο υποψήφιος τίθεται εκτός διαδικασίας και η αίτησή του απορρίπτεται. Αντικατάσταση αιτήσεως ή διόρθωση αυτής ή συμπλήρωση τυχόν ελλειπόντων δικαιολογητικών, επιτρέπεται μόνο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων.

Η ευθύνη της σωστής συμπληρώσεως της αιτήσεως είναι αποκλειστικά του υποψηφίου. Ο υπάλληλος, υπεύθυνος για την παραλαβή των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, αναγράφει, στην ειδική στήλη της αιτήσεως, τον αριθμό και το είδος των δικαιολογητικών, που, ενώ φέρονται ως συνημμένα, δεν επισυνάπτονται. Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων είναι είκοσι (20) ημερών και αρχίζει από την επομένη της τελευταίας δημοσίευσης της παρούσας προκήρυξης στον τύπο .... ".

Τέλος, στο κεφάλαιο Γ' της προκήρυξης οριζόταν ότι: " τίτλοι, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις της αλλοδαπής, που απαιτούνται για το διορισμό, πρέπει να είναι επικυρωμένοι και επίσημα μεταφρασμένοι στην ελληνική γλώσσα, από αρμόδια κατά νόμο αρχή του Υπουργείου Εξωτερικών ή την Πρεσβεία ή το Προξενείο της ξένης χώρας στην Ελλάδα ή από πτυχιούχους μεταφραστές του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου ή από δικηγόρο ή από άμισθο ερμηνέα διορισμένο, βάσει του Ν. 148/26-12-1913 /1-2-1914, με εξαίρεση, ως προς την επίσημη μετάφρασή τους, των τίτλων σπουδών :

ι) για τους οποίους υποβάλλεται πράξη αναγνώρισης, ιι) με τους οποίους αποδεικνύεται η γνώση της ξένης γλώσσας (σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Κεφ. Α' της παρούσας προκήρυξης) ". Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη [ αναιρεσείουσα ], υπέβαλε τη με αριθμό 4709/8-1-2004 αίτηση, με τα συνημμένα σε αυτή δικαιολογητικά, για την κατάληψη μιας από τις ως άνω προκηρυχθείσες θέσεις του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών στο εναγόμενο και κατατάχθηκε από την αρμόδια Επιτροπή αυτού πρώτη κατά σειρά στον προσωρινό γ' επικουρικό πίνακα, με συνολική βαθμολογία 1133 μονάδες (713 μονάδες για το βαθμό πτυχίου και 420 μονάδες για εμπειρία 60 μηνών), κατόπιν δε αυτού κρίθηκε διοριστέα.

Για την κατάληψη, επίσης, μιας από τις προαναφερόμενες θέσεις, υπέβαλε αίτηση, με τα συνημμένα σε αυτή δικαιολογητικά και η Ζωή Κέντρου, με την οποία (αίτησή της) δήλωσε, μεταξύ άλλων, γνώση της γαλλικής γλώσσας και ως σχετικό δικαιολογητικό "CERTIFICAT DE LANGUE FRANCAISE", για την απόδειξη, όμως, της γνώσης της γλώσσας αυτής, υπέβαλε, ως μόνο δικαιολογητικό, επίσημη μετάφραση του πιο πάνω τίτλου, από τη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ η αρμόδια για τον έλεγχο των δηλώσεων των υποψηφίων υπάλληλος Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., σημείωσε ενυπογράφως και παραπλεύρως του αναγραφόμενου στην αίτησή της, για τη γνώση της γαλλικής γλώσσας (Certificat de Langue Francaise : " ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ CERTIFICAT DE LANGUE FRANCAISE ".

Η αρμόδια Επιτροπή του εναγομένου, θεωρώντας ότι η προαναφερόμενη συνυποψήφια της ενάγουσας, δεν απέδειξε προσηκόντως τη γνώση της πιο πάνω ξένης γλώσσας, σύμφωνα με την προκήρυξη, αφού δεν υπέβαλε τον ίδιο παραπάνω τίτλο, σε πρωτότυπο ή σε αντίγραφο, αλλά μόνο επίσημη μετάφραση αυτού, κατέταξε αυτή δεύτερη κατά σειρά (μετά την ενάγουσα) στον ως άνω προσωρινό γ' επικουρικό πίνακα, με συνολική βαθμολογία 1070 μονάδες (650 μονάδες για το βαθμό πτυχίου και 420 μονάδες για εμπειρία 60 μηνών).

Μετά την κατάρτιση των προσωρινών πινάκων κατάταξης και των πινάκων διοριστέων, στους οποίους περιλαμβανόταν η ενάγουσα, το εναγόμενο με την 5158/24-5-2004 απόφαση του Προέδρου του, προσέλαβε αυτήν (όπως είχε τη δυνατότητα, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε τότε), ως υπάλληλο του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα μέχρι την οριστική έκδοση των πινάκων κατάταξης και των πινάκων διοριστέων, ανέλαβε δε αυτή υπηρεσία στις 24-5-2004, αφού υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η, με την ίδια ημερομηνία, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, στην οποία περιλαμβανόταν ο όρος, ότι : "...

σε περίπτωση αλλαγής των πινάκων κατάταξης, μετά τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., ισχύει το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997" [...]. Σημειώνεται ότι, με τη διάταξη αυτή του αμέσως παραπάνω νόμου (με τον οποίο τροποποιήθηκε ο ν. 2194/1990), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι : " ... Μετά τη δημοσίευση των οριστικών πινάκων διοριστέων, οι τυχόν ήδη προσληφθέντες που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς απολύονται.

Οι απολυόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται για την απασχόλησή τους έως την ημέρα απόλυσης, χωρίς οποιαδήποτε αποζημίωση από την αιτία αυτή ....". Στη συνέχεια, το Α.Σ.Ε.Π., στα πλαίσια του αυτεπάγγελτου και κατ' ένσταση ελέγχου νομιμότητας των προσωρινών πινάκων κατάταξης, με την 1801/28-12-2004 πράξη του Δ' Τμήματος αυτού, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι ορθά κατατάχθηκαν στον γ' επικουρικό πίνακα η ενάγουσα και η συνυποψήφιά της Ζωή Κέντρου, με τη σειρά 1η και δεύτερη, αντίστοιχα.

Κατά της απόφασης αυτής του Α.Σ.Ε.Π., η ενάγουσα υπέβαλε τις από 10-3-2005 αντιρρήσεις της, με τις οποίες ζητούσε, μεταξύ άλλων, να ληφθούν υπόψη και να βαθμολογηθούν και άλλα προσόντα της και να μην αναγνωρισθεί η προϋπηρεσία (εμπειρία) της συνυποψήφιάς της Μαρίας Μέξια. Εξάλλου, κατά της ίδιας απόφασης, υπέβαλε προς το Α.Σ.Ε.Π., τις από 10-3-2005 αντιρρήσεις της και η Ζωή Κέντρου η οποία ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι είχε καταθέσει, εκτός από την επίσημη μετάφραση του άνω τίτλου της και τον ίδιο τον τίτλο, ο οποίος μπορεί να χάθηκε και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν απολύτως αναγκαίος, για την απόδειξη της γνώσης της ξένης γλώσσας αφού είχε προσκομισθεί επίσημη μετάφρασή του, ζητούσε να της αναγνωρισθεί το προσόν της καλής γνώσεως της γαλλικής γλώσσας και να καταταγεί, ως εκ τούτου, στην προσήκουσα σειρά του β' επικουρικού πίνακα κατάταξης και στον πίνακα διοριστέων.

Με την 538/30-3-2005 απόφαση του Δ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., οι αντιρρήσεις της ενάγουσας απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, ενώ έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις της Ζωής Κέντρου. Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την εν λόγω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. ότι, από την επανεξέταση των δικαιολογητικών της Ζ. Κέντρου : " δεν προκύπτει σαφώς από την επισημείωση της υπαλλήλου του φορέα στην αίτηση συμμετοχής της ότι δεν προσκόμισε το σημειούμενο στην αίτησή της, ως υποβληθέν CERTIFICAT DE LANGUE FRANCAISE " και, συνεπώς, πρέπει να της αναγνωρισθεί η καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας, που βαθμολογείται με 30 μονάδες, να διαγραφεί από τον γ' επικουρικό πίνακα κατάταξης και να εγγραφεί στην προσήκουσα σειρά του β' επικουρικού πίνακα, με συνολική βαθμολογία 1100 μονάδες.

Η εγγραφή, όμως, της Ζ. Κέντρου στον β' επικουρικό πίνακα, είχε ως αποτέλεσμα την ένταξή της στον πίνακα διοριστέων υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών, κατά παράλειψη της ενάγουσας, η οποία μετά από αυτά απολύθηκε. Κατά της ως άνω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., η ενάγουσα άσκησε την από 17-6-2005 αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ως άνω απόφασης 538/2005 απόφασης του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που με αυτήν, αφενός μεν απορρίφθηκαν οι πιο πάνω αντιρρήσεις της κατά της προηγούμενης 1801/2004 απόφασης αυτού, με τις οποίες ζητούσε, μεταξύ άλλων, τη μη αναγνώριση προϋπηρεσίας της Μ.

Μέξια, αφετέρου δε έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις της Ζ. Κέντρου και διαγράφηκε η ίδια (ενάγουσα) από τον οριστικό πίνακα διοριστέων στο εναγόμενο, στο οποίο διορίστηκαν οι προαναφερόμενες συνυποψήφιές της. Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε την 857/2011 απόφασή του, με την οποία έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η αιτιολογία της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης του Α.Σ.Ε.Π., δεν ήταν νόμιμη, διότι, όπως δέχθηκε, εφόσον δεν προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου ότι η Ζ.

Κέντρου είχε προσκομίσει μαζί με την αίτησή της ή τουλάχιστον μέχρι τη λήξη της σχετικής προθεσμίας το πρωτότυπο ή αντίγραφο του ίδιου του τίτλου Certificat de Langue Francaise, όπως απαιτείτο ρητά από την προκήρυξη, για την απόδειξη της καλής γνώσης της γαλλικής γλώσσας, αφού στα συνημμένα στην αίτησή της στοιχεία, υπήρχε μόνο η, μη απαιτούμενη από την προκήρυξη, επίσημη μετάφραση του τίτλου, το Α.Σ.Ε.Π., προκειμένου να δεχθεί, ως αποδεδειγμένη, τη συνδρομή του προσόντος της καλής γνώσεως της γαλλικής γλώσσας, στο πρόσωπο της Ζ.

Κέντρου, έπρεπε με την προσβαλλόμενη πράξη του, να βεβαιώνει θετικά και αιτιολογημένα ότι η τελευταία είχε πράγματι προσκομίσει έγκαιρα τον εν λόγω τίτλο, στο πρωτότυπο ή σε αντίγραφο (και ότι π.χ. αυτός χάθηκε από αμέλεια των οργάνων του φορέα ή του Α.Σ.Ε.Π.) και όχι να περιορίζεται στην αρνητική διατύπωση ότι δεν προέκυπτε σαφώς ότι αυτή δεν είχε προσκομίσει τον εν λόγω τίτλο.

Κατόπιν αυτών, με την άνω (857/2011) απόφαση του ΣτΕ, ακυρώθηκε η παραπάνω πράξη του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που με αυτή είχαν γίνει δεκτές οι αντιρρήσεις της Ζ. Κέντρου και αναπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το ακυρούμενο μέρος της, στο Α.Σ.Ε.Π. για νέα, νόμιμα αιτιολογημένη κρίση. Ακολούθως, το Α.Σ.Ε.Π., σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης του ΣτΕ, εξέδωσε την 902/5-9-2011 απόφαση, με την οποία, επιλαμβανόμενο εκ νέου των άνω αντιρρήσεων της Ζ.

Κέντρου κατά της 1801/2004 απόφασής του, έκρινε ότι, εφόσον η εν λόγω υποψήφια δεν είχε προσκομίσει, μαζί με την αίτησή της, ή τουλάχιστον μέχρι τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, το πρωτότυπο ή αντίγραφο του παραπάνω τίτλου, έπρεπε να απορριφθούν οι αντιρρήσεις της και να παραμείνει αυτή δεύτερη κατά σειρά (δηλαδή μετά την ενάγουσα) στον προσωρινό γ' επικουρικό πίνακα.

Περαιτέρω αφού διαπίστωσε (το Α.Σ.Ε.Π.) ότι, αν η Ζ. Κέντρου είχε εξαρχής καταταγεί στον γ' επικουρικό πίνακα της άνω ειδικότητας, στον πίνακα διοριστέων του οικείου κλάδου και συγκεκριμένα στην 5η, από τις πέντε προκηρυχθείσες γενικές θέσεις του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών, θα εγγραφόταν η ενάγουσα, ως πρώτη καταταγείσα στον γ' επικουρικό πίνακα διέγραψε την Ζ.

Κέντρου από τον β' επικουρικό πίνακα και ενέγραψε αυτήν στον γ' επικουρικό πίνακα κατάταξης του άνω κλάδου, με συνολική βαθμολογία 1070 μονάδες, διέθεσε την ενάγουσα προς διορισμό σε κενή οργανική θέση του άνω κλάδου στην Κεντρική Υπηρεσία του εναγομένου ή, ελλείψει τέτοιας, σε προσωποπαγή θέση, παράγγειλε δε την, εκ μέρους της Επιτροπής Επιλογής του εναγομένου, σχετική αναμόρφωση των πινάκων κατάταξης του οικείου κλάδου.

Ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Α.Σ.Ε.Π. και μετά την αναμόρφωση από την αρμόδια Επιτροπή του εναγομένου του πίνακα διοριστέων του άνω κλάδου, με την 108082/1511-2011 απόφαση του Προέδρου του εναγομένου, η ενάγουσα προσλήφθηκε ως τακτική υπάλληλος του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών, στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ανέλαβε υπηρεσία στις 18-11-2011 ".

Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα του εάν πληρώθηκε ή όχι η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η, κατά τους όρους της προκήρυξης, καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα ακόλουθα: " Υπό τα εκτιθέμενα ανωτέρω περιστατικά, δεν αποδεικνύεται ότι αλλοίωση της σειράς επιτυχίας των υποψηφίων στους προσωρινούς πίνακες κατάταξης, υπέρ της υποψήφιας Ζωής Κέντρου, που είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί η ενάγουσα από τον πίνακα διοριστέων, συνακόλουθα δε και από την επίδικη θέση εργασίας, οφείλεται σε υπαίτιες και αντίθετες προς το νόμο ενέργειες του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου.

Αντίθετα, το εναγόμενο τηρώντας τις διατάξεις του ν. 2190/1994 και τους όρους της σχετικής προκήρυξής του και ενεργώντας επιμελώς και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, κατέταξε στον προσωρινό γ' επικουρικό πίνακα πρώτη κατά σειρά την ενάγουσα και δεύτερη την προαναφερόμενη συνυποψήφιά της, στη συνέχεια, δε, και πριν την κατάρτιση των οριστικών πινάκων, προσέλαβε, όπως είχε δικαίωμα, με βάση το ν. 2194/1990, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (μέχρι την κατάρτιση των οριστικών πινάκων) την ενάγουσα, η οποία με τα έως τότε δεδομένα και συγκεκριμένα λόγω της σειράς κατάταξής της στους προσωρινούς πίνακες, περιλαμβανόταν μεταξύ των διοριστέων.

Στη συνέχεια, όμως, το εναγόμενο, συμμορφούμενο, όπως είχε υποχρέωση, προς την 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο, όπως προεκτέθηκε, διενεργεί έλεγχο νομιμότητας, κατόπιν υποβολής σχετικών ενστάσεων, αλλά και αυτεπαγγέλτως, προέβη σε αναμόρφωση των προσωρινών πινάκων κατάταξης, προτάσσοντας, κατά τη σειρά εγγραφής σ' αυτούς, την Ζ.

Κέντρου, την οποία ενέγραψε, όπως ήταν υποχρεωμένο από την πιο πάνω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., στον β' επικουρικό πίνακα, έναντι της ενάγουσας, που παρέμεινε εγγεγραμμένη στον γ' επικουρικό πίνακα και η οποία, με βάση τη νέα αυτή κατάταξη, απολύθηκε, ως μη δικαιούμενη να προσληφθεί. Ο αποκλεισμός όμως αυτός της ενάγουσας από τον πίνακα διοριστέων και η μη πρόσληψή της, δεν οφειλόταν, κατά τα ανωτέρω, σε εναντίον της καλής πίστης ενέργειες του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου, το οποίο ενεργώντας επιμελώς προέβη σε ορθή εφαρμογή του νόμου και των όρων της προκήρυξης, ως προς την σειρά κατάταξης των υποψηφίων, γεγονός μάλιστα που επιβεβαιώθηκε από την ακολουθήσασα διαδικασία ελέγχου της ορθής κατάταξης των υποψηφίων, αφού, ως προς μεν την ενάγουσα παρέμεινε αυτή στην ίδια σειρά, στην οποία είχε καταταγεί εξ αρχής από το εναγόμενο, ως προς δε την συνυποψήφιά της Ζ.

Κέντρου, με την 902/2011 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., εκδοθείσα σε συμμόρφωση προς την κατά τα άνω ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ (857/2011), κρίθηκε ότι έπρεπε αυτή να εγγραφεί στον γ' επικουρικό πίνακα και δεύτερη κατά σειρά, μετά την ενάγουσα, δηλαδή στον ίδιο πίνακα και στην ίδια σειρά που είχε εγγραφεί αρχικά από το εναγόμενο.

Εξάλλου, το Α.Σ.Ε.Π., το οποίο, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, που οργανώνεται και λειτουργεί στα πλαίσια της δημόσιας διοίκησης, στερούμενο διακεκριμένης νομικής προσωπικότητας, αποτελεί όργανο της εκτελεστικής λειτουργίας και δη διοικητικό όργανο, που ανήκει στο ενιαίο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου [...], κατά τη διενέργεια του ελέγχου νομιμότητας των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων, σύμφωνα με το ν. 2190/1994 δεν ενεργούσε για λογαριασμό του εναγομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ώστε το τελευταίο (εναγόμενο) να ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτού.

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η παρεμπόδιση της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη της ενάγουσας, οφειλόταν στους λόγους που προαναφέρθηκαν, δηλαδή σε εσφαλμένη κρίση του Α.Σ.Ε.Π., ως προς την κατάταξη των υποψηφίων στους σχετικούς πίνακες και όχι σε υπαίτιες και παράνομες ενέργειες του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου ή σε ενέργειες αυτού αντίθετες προς την καλή πίστη, δεν μπορεί εν προκειμένω να θεωρηθεί ότι η αναβλητική αυτή αίρεση πληρώθηκε και ότι, κατά συνέπεια, η πρόσληψη της ενάγουσας τελειώθηκε και η σύμβαση εργασίας της με το εναγόμενο καταρτίστηκε από 15-9-2005, ημερομηνία κατά την οποία προσλήφθηκαν οι καταταγέντες στους πίνακες διοριστέων συνυποψήφιοι της ενάγουσας, ώστε το εναγόμενο, μη αποδεχόμενο έκτοτε τις υπηρεσίες της ενάγουσας, να έχει καταστεί υπερήμερος εργοδότης και να οφείλει σ' αυτήν, κατά τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ., μισθούς υπερημερίας, για το επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από 15-9-2005 έως 18-11-2011, οπότε η ενάγουσα προσλήφθηκε και ανέλαβε υπηρεσία στο εναγόμενο, μετά την κατά τα άνω λεπτομερώς εκτεθέντα, αναμόρφωση των πινάκων κατάταξης και τη διάθεσή της προς διορισμό, με την εκδοθείσα, σε εκτέλεση της πιο πάνω ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, 902/2011 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., με την οποία, κατά τα ως άνω, διαγράφηκε η Ζ.

Κέντρου από τον β' επικουρικό πίνακα (εγγραφείσα κατά σειρά δεύτερη, μετά την ενάγουσα στον γ' επικουρικό πίνακα) και διατέθηκε προς διορισμό η ενάγουσα ... ". Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι το αναιρεσίβλητο δεν εμπόδισε, αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, για την πρόσληψη της αναιρεσείουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361, 207 παρ. 1 και 648 του Α.Κ., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 2, 14 παρ. 1 και 18 του Ν. 2190/1994.

Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αρμόδια Επιτροπή του αναιρεσιβλήτου, τηρώντας τις διατάξεις του ν. 2190/1994 και τους όρους της σχετικής προκήρυξής του, κατέταξε ορθά την συνυποψήφια της αναιρεσείουσας Ζωή Κέντρου δεύτερη κατά σειρά, μετά την αναιρεσείουσα, στον προσωρινό γ' επικουρικό πίνακα, θεωρώντας ότι αυτή δεν διέθετε τα από την προκήρυξη απαιτούμενα τυπικά προσόντα και συγκεκριμένα διότι δεν απέδειξε προσηκόντως, σύμφωνα με την προκήρυξη, την γνώση της ξένης γλώσσας, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως, άλλωστε, η σειρά κατάταξης των υποψηφίων, επιβεβαιώθηκε και κατά την διαδικασία ελέγχου νομιμότητας από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο και ήλεγξε εάν η δήλωση, τα πιστοποιητικά και τα δικαιολογητικά, που προσκομίστηκαν από τις συμμετέχουσες στο διαγωνισμό, πληρούσαν τις απαιτήσεις των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και της προκήρυξης για το παραδεκτό των υποψηφιοτήτων, καθώς η αναιρεσείουσα παρέμεινε στην ίδια σειρά στην οποία είχε καταταγεί εξ αρχής από το αναιρεσίβλητο.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι, μετά την κατάρτιση των προσωρινών πινάκων κατάταξης και των πινάκων διοριστέων και πριν την κατάρτιση των οριστικών πινάκων, το αναιρεσίβλητο, με τη με αριθμό 5158/24-05-2004 απόφαση του Προέδρου του, προσέλαβε, ως υπάλληλο του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (μέχρι την κατάρτιση των οριστικών πινάκων και των πινάκων διοριστέων) την αναιρεσείουσα, η οποία, λόγω της σειράς κατάταξής της στους προσωρινούς πίνακες, περιλαμβανόταν μεταξύ των διοριστέων και αυτή ανέλαβε υπηρεσία στις 24-05-2004.

Όμως στη συνέχεια, με βάση τη με αριθμό 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., έθεσε αυτήν εκτός διορισμού, αφού αναμόρφωσε τους προσωρινούς πίνακες κατάταξης, προτάσσοντας κατά τη σειρά εγγραφής σ' αυτούς την Ζωή Κέντρου, την οποία και ενέγραψε, όπως ήταν υποχρεωμένο, στον β' επικουρικό πίνακα, έναντι της αναιρεσείουσας, που παρέμεινε εγγεγραμμένη στον γ' επικουρικό πίνακα και η οποία, με βάση τη νέα αυτή κατάταξη, απολύθηκε, ως μη δικαιούμενη να προσληφθεί.

Κατόπιν δε της από 17-06-2005 αίτησης της αναιρεσείουσας, ενώπιον του ΣτΕ, εκδόθηκε η με αριθμό 857/2011 απόφαση με την οποία ακυρώθηκε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, η παραπάνω πράξη του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που με αυτή είχαν γίνει δεκτές οι αντιρρήσεις της Ζωής Κέντρου και αναπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το ακυρούμενο μέρος της, στο Α.Σ.Ε.Π.

για νέα, νόμιμα αιτιολογημένη κρίση. Στη συνέχεια, δε, μετά την ακύρωση της άνω πράξης του, το Α.Σ.Ε.Π. συμμορφούμενο στην δικαστική απόφαση του ΣτΕ, εξέδωσε νέα πράξη, ήτοι την 902/05-09-2011 απόφασή του, με την οποία απέρριψε τις αντιρρήσεις της Ζωής Κέντρου κατά της 1801/2004 απόφασής του, διέγραψε αυτήν από τον β' επικουρικό πίνακα και την ενέγραψε στον γ' επικουρικό πίνακα κατάταξης και διέθεσε την ενάγουσα προς διορισμό σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ 9 Διοικητικών, στην Κεντρική Υπηρεσία του εναγομένου ή, ελλείψει τέτοιας, σε προσωποπαγή θέση, παράγγειλε δε την, εκ μέρους της Επιτροπής Επιλογής του αναιρεσιβλήτου, σχετική αναμόρφωση των πινάκων κατάταξης του οικείου κλάδου το δε αναιρεσίβλητο, συμμορφούμενο σχετικά, προσέλαβε την αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 18-11-2011.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι η παρεμπόδιση της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη της αναιρεσείουσας, δεν οφειλόταν σε ενέργειες του αρμοδίου οργάνου του αναιρεσιβλήτου, εναντίον της καλής πίστης, που ενήργησε επιμελώς, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αλλά σε εσφαλμένη κρίση του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), προς την οποία (κρίση του Α.Σ.Ε.Π.) συμμορφώθηκε, όπως κατά νόμο όφειλε, το αναιρεσίβλητο, δια των αρμοδίων οργάνων του έχοντας προς τούτο δέσμια αρμοδιότητα, ενόψει μάλιστα του ότι το Α.Σ.Ε.Π.

συνιστά ανεξάρτητη διοικητική αρχή, η οποία κατά το νόμο (Ν. 2190/1994) εμπλέκεται στη διαδικασία προσλήψεων, κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και δεν ενεργεί, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, αρμόδιου κατά νόμο φορέα, ούτε και υποκαθιστά αυτόν , ώστε ο τελευταίος να ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτού (Α.Σ.Ε.Π.).

Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο αποκλεισμός της αναιρεσείουσας από τους οριστικούς πίνακες διορισμού δεν οφείλεται σε αντίθετες με το νόμο και υπαίτιες ενέργειες των οργάνων του αναιρεσιβλήτου, δεν συναρτάται με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης υπερημερίας αυτού, ως προς την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών της αναιρεσείουσας (άρθρο 656 του Α.Κ.), ως αβασίμως υπολαμβάνει με τους αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα, αλλά σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα αυτής ότι δεν παρεμποδίσθηκε από το αναιρεσίβλητο, κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην καλή πίστη, η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η οριστική πρόσληψη της αναιρεσείουσας, καθότι το αντίθετο, ήτοι η κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην καλή πίστη παρεμπόδιση της πλήρωσης της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η οριστική πρόσληψη της αναιρεσείουσας με ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, συνιστούσε κατά νόμο προϋπόθεση για την υπερημερία αυτού, ως προς την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, θεωρώντας ότι οι ως άνω πράξεις του αναιρεσιβλήτου (πίνακας κατάταξης και απόφαση απόλυσης της ενάγουσας) ήταν νόμιμες και, ως εκ τούτου, εμμέσως, πλην σαφώς, αμφισβήτησε την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με τη με αριθμό 857/2011 απόφασή του, ακύρωσε, λόγω μη νόμιμης αιτιολογίας, τη με αριθμό 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός της αυτός, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και κρίνεται απορριπτέος, καθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο συμμορφώθηκε, προς τη με αριθμό 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. και προέβη σε αναμόρφωση των προσωρινών πινάκων κατάταξης, προτάσσοντας κατά τη σειρά εγγραφής σ' αυτούς την συμμετέχουσα επίσης στο διαγωνισμό Ζωή Κέντρου, την οποία ενέγραψε, όπως ήταν υποχρεωμένο, από την πιο πάνω απόφαση, στον β' επικουρικό πίνακα, έναντι της αναιρεσείουσας, που παρέμεινε εγγεγραμμένη στον γ' επικουρικό πίνακα και η οποία, με βάση τη νέα αυτή κατάταξη, απολύθηκε και δεν δέχθηκε, όπως ανακριβώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι οι ως άνω πράξεις του εναγομένου ήταν νόμιμες.

Άλλωστε, η ακύρωση των ως άνω διοικητικών πράξεων του Α.Σ.Ε.Π., έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα μετά την άσκηση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, της από 17-06-2005 αίτησης ακύρωσης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και μέχρι την ακύρωσή τους, οι ως άνω διοικητικές πράξεις παρήγαγαν τα αποτελέσματά τους και, ως εκ τούτου, το αναιρεσίβλητο δεν είχε τη δυνατότητα να πράξει αντίθετα από τη με αριθμό 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς εφάρμοσε το νόμο, καθόσον ουδεμία ενέργεια του αρμοδίου οργάνου του αναιρεσιβλήτου αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, κατά τρόπο που να αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα ότι εμπόδισε, με εσφαλμένη αξιολόγηση των, από την προκήρυξη, απαιτούμενων τυπικών προσόντων της αναιρεσείουσας σε σύγκριση με την συνυποψήφιά της και συνακόλουθα τη μη επιλογή της, ως διοριστέας, την πλήρωση της αναβλητικής ως άνω αίρεσης, με συνέπεια να θεωρείται αυτή (αίρεση) ως πληρωθείσα και η σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου καταρτισθείσα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207 παρ. 1, 288, 361 και 648 παρ. 1 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να περιέλθει αυτό, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της, σε υπερημερία.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πέμπτος έκτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ, από τα αμέσως παραπάνω εκτεθέντα, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού , από το άρθρο 559 αρ.4 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι οι ενέργειες του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν παράνομες υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Έτι περαιτέρω, με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Οι επικαλούμενες πλημμέλειες, με τις οποίες η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και στις επικαλούμενες αντιφάσεις, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, εκτίθεται σαφώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού από την αναιρεσιβαλλόμενη, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Επομένως, οι τέταρτος και έκτος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008), ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016 Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, ενώπιόν του, ισχυρισμό, ότι οι παραπάνω πράξεις του εξέδωσε το αναιρεσίβλητο (πίνακας κατάταξης και απόφαση απόλυσης της ενάγουσας), είχαν παράνομο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί αυτή από τον πίνακα διοριστέων .

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό και με τις περί του αντιθέτου παραδοχές του, απέρρριψε αυτόν, εκ των πραγμάτων, κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι : " ...

το εναγόμενο συμμορφούμενο, όπως είχε υποχρέωση, προς την 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο, όπως προεκτέθηκε, διενεργεί έλεγχο νομιμότητας, κατόπιν υποβολής σχετικών ενστάσεων, αλλά και αυτεπαγγέλτως, προέβη σε αναμόρφωση των προσωρινών πινάκων κατάταξης, προτάσσοντας κατά τη σειρά εγγραφής σ' αυτούς την Ζ.

Κέντρου, την οποία ενέγραψε, όπως ήταν υποχρεωμένο από την πιο πάνω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., στον β' επικουρικό πίνακα, έναντι της ενάγουσας, που παρέμεινε εγγεγραμμένη στον γ' επικουρικό πίνακα και η οποία, με βάση τη νέα αυτή κατάταξη, απολύθηκε, ως μη δικαιούμενη να προσληφθεί .... ". Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Στη συνέχεια το Εφετείο, εξετάζοντας την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της από ένδικης αγωγής, με την οποία η ενάγουσα, επικαλούμενη τις διατάξεις 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 (Α' 8) , ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να συμμορφωθεί προς την με αριθμό 857/2011 ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ και συγκεκριμένα να προσδώσει αναδρομική ισχύ από 15-09-2005 στην καταρτισθείσα μεταξύ τους στις 18-11-2011 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως να αναγνωρισθεί το διάστημα από 15-09-2005 έως 18-11-2011 ως προϋπηρεσία της, με όλες τις συνέπειες και να της επιδικαστεί το συνολικό ποσό των εκατόν ογδόντα επτά χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (187.795,56), το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

Συγκεκριμένα, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή, τα εξής : " ....Με το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, είναι μη νόμιμη. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, με την ως άνω 857/2011 ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ, ακυρώθηκε η 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., κατά το μέρος που με αυτήν έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις της Ζ.

Κέντρου (με την κατά τα ως άνω συνέπεια του αποκλεισμού της ενάγουσας από τον πίνακα διοριστέων) και αναπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτό (Α.Σ.Ε.Π.), για νέα νόμιμα αιτιολογημένη κρίση. Από την απόφαση όμως αυτή γεννιόταν υποχρέωση μόνο του Α.Σ.Ε.Π. να επιληφθεί εκ νέου της υπόθεσης, το οποίο περιοριζόμενο στη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας των καταρτισθέντων από το αρμόδιο όργανο του εναγομένου πινάκων κατάταξης των υποψηφίων, όφειλε να προβεί σε νέα αιτιολογημένη κρίση (το οποίο συμμορφώθηκε πλήρως κατά τα άνω προς την άνω απόφαση του ΣτΕ, προβαίνοντας στις επιβαλλόμενες για τη συμμόρφωσή του αυτή ενέργειες, την επανεξέταση δηλαδή της υπόθεσης και τη διάθεση της ενάγουσας προς διορισμό στο εναγόμενο), χωρίς μάλιστα να απορρέει από την προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ και υποχρέωσή του να περιλάβει στην πράξη του και ρήτρα περί αναδρομικής πρόσληψης της ενάγουσας.

Αντίθετα, το εναγόμενο δεν ήταν υποχρεωμένο να συμμορφωθεί προς την πιο πάνω απόφαση του ΣτΕ (ούτε άλλωστε τέτοια υποχρέωση προκύπτει από την εν λόγω απόφαση) αφού, λόγω της φύσης του (ν.π.ι.δ. που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας) και ανεξαρτήτως της υπαγωγής του στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι πράξεις που εκδίδονταν από τα αρμόδια όργανα αυτού, στα πλαίσια της διενεργηθείσας διαδικασίας για την πρόσληψη από αυτό προσωπικού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δεν αποτελούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ώστε να μπορούν να προσβληθούν αυτές με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, λόγος για τον οποίο άλλωστε το εναγόμενο δεν ήταν διάδικος στην ακυρωτική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ.

Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι επί της από 28-3-2012 αίτησης, που η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας (ν. 3068/2012), με την οποία ζητούσε τη διαπίστωση της μη πλήρους συμμόρφωσης του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (εναγομένου) προς το περιεχόμενο της ως άνω 857/2011 απόφασης του ΣτΕ, εκδόθηκε η 9/2014 απόφαση του άνω Συμβουλίου, με την οποία αυτό, αφού δέχθηκε ότι με το διατακτικό της εν λόγω απόφασης αναπέμφθηκε η υπόθεση μόνο στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο και συμμορφώθηκε πλήρως, ενώ ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.

δεν ήταν διάδικος στην άνω διοικητική δίκη και ότι, για το λόγο αυτό, τα προβαλλόμενα από την αιτούσα δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο της κρίσεως του Συμβουλίου, απέρριψε την αίτηση ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 50 παρ. 4 του Π.Δ. 18/1989 και 1 του ν. 3068/2002 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 και 4ε παρ. 4 του ν. 3388/2005, όπως ισχύει.

Και τούτο διότι, από τη με αριθμό 857/2011 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η με αριθμό 538/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., γεννάται υποχρέωση συμμόρφωσης μόνο του Α.Σ.Ε.Π. και όχι του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ήταν μεν ο φορέας που προκήρυξε τον διαγωνισμό, πλην, όμως, ούτε είχε προσβληθεί παραδεκτώς πράξη του [ούτε, άλλωστε μπορούσε να προσβληθεί, αφού δεν είχε εκτελεστό χαρακτήρα, ως προερχομένη από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου - ΣτΕ 1804/2010, ΣτΕ 3645/2006], ούτε η πράξη του αυτή ενείχε κάποιο σφάλμα, που να επικυρώθηκε με την μετέπειτα ακυρωθείσα απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., ούτε διάδικος ήταν στην ανωτέρω διοικητική δίκη.

Επομένως, ο από το 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από το Εφετείο των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ένατος και δέκατος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης (και δη λόγω εσφαλμένων, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών), πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα.

Έτσι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την επικουρική αγωγική βάση, αλλά απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τα άνω ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, δεν περιέχονται σε αυτό όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης των οργάνων του εναγομένου, ως προς τη μη αναδρομική ισχύ της καταρτισθείσας στις 18-11-2011 σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και περιουσιακής της ζημίας από την αιτία αυτή, όπως ορθώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ο δέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κρίνεται απορριπτέος.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ. γ'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ..ΑΠ. 8/2016, Ολ.

Α.Π. 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 271/2021, Α.Π. 322/2011). Εξάλλου, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά τη διάταξη αυτή, λόγο αναίρεσης, είναι και η δικαστική ομολογία, που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο πραγματικού γεγονότος (Α.Π. 1124/2017, Α.Π. 1407/2014 Α.Π. 115/2007) και η οποία, κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε.

Τέλος, ο λόγος αυτός πλήττει την απόφαση για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ιδρύεται, συνεπώς, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 893/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ενδέκατο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του, ούτε συνεκτίμησε τη με αριθμό 62431/29-03-2016 απόφαση του Προέδρου του αναιρεσιβλήτου, με την οποία τροποποιήθηκε η με αριθμό 108082/15-11-2011 προγενέστερη απόφασή του, ως προς τον χρόνο πρόσληψής της, τη δημοσίευση περίληψης της απόφασης αυτής στο ΦΕΚ 560Γ'/17-06-2016, την από 29-03-2016 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της, το με αριθμ.

πρωτ. 92658/30-06-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης του αναιρεσιβλήτου, το με αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.20.22/888/22129ΠΕ,29853/31-12-2015 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, το με αριθμ. πρωτ. 2/691/ΔΕΠ/12-04-2016 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το με αριθμ.

πρωτ. 89560/21-06-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής και Οικονομικής Υποστήριξης, το με αριθμ. πρωτ. 5377/72042/18-07-2016 απαντητικό έγγραφο του Υ.Π.Α.Α.Τ., την με αριθμό Μ 145/2015 Πράξη Επιβολής Εισφορών - Π.Ε.Ε. του Ι.Κ.Α. και την σχετική με αριθμό Μ 247/2015 Πράξη Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης - Π.Ε.Π.Ε.Ε. του Ι.Κ.Α., από τα οποία (έγγραφα) προέκυπτε η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της, περί της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου να προσδώσει αναδρομικότητα στην επίδικη σύμβαση εργασίας και τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα), είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και είχε προσκομίσει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, καθόσον, κατ' εκτίμηση, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η κύρια βάση της αγωγής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην απόφαση αυτή ότι, δηλαδή, λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα ασχέτως του ότι, κατά την ελεύθερη κρίση του, δεν γίνεται ειδική μνεία και σχολιασμός του περιεχομένου τους, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Καθόσον, όμως, αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία κατά τα ανωτέρω απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με την μείζονα νομική σκέψη που αμέσως παραπάνω εκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξει αναιρετική πλημμέλεια για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 11 περιπτ.

γ' του ΚΠολΔ. Τέλος, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου για την υποχρέωσή του να προβεί στην πλήρη μισθολογική αποκατάσταση της αναιρεσείουσας, από το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο της αγωγής χρόνο και κατ' εφαρμογή της παρ. 12 του άρθρου 2 του ν. 2527/1997, αναγνώρισε με τη με αριθμό 62431/2016 (ΦΕΚ 560 Γ'/17-06-2016) Απόφαση του Προέδρου του ότι ο διορισμός της ανατρέχει αναδρομικά στον χρόνο της αρχικής πρόσληψης των λοιπών συνυποψηφίων της, οι οποίοι κρίθηκαν επιτυχόντες, προσδίδοντας, δηλαδή, αναδρομικότητα στον διορισμό της και κάλεσε αυτήν να υπογράψει νέα σύμβαση με ισχύ από 24-05-2004, χωρίς, ωστόσο, να της καταβάλει τις αναδρομικές αποδοχές από την ως άνω ημερομηνία, στην οποία ανέτρεξε ο διορισμός της καθώς πρόκειται για εκούσιες διοικητικές ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, χωρίς ωστόσο να προβεί και στην πλήρη αναδρομική μισθολογική αποκατάσταση της αναιρεσείουσας.

Τέλος, οι κατά τα άνω διοικητικές ενέργειες του αναιρεσιβλήτου δεν στοιχειοθετούν κατά νόμο ισχυρισμό περί κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.) από την άρνηση αυτού να προβεί στην πλήρη αναδρομική μισθολογική αποκατάσταση της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, δεν ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' και 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ενδέκατος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τις παραπάνω διακρίσεις, ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 9317/777/23-10-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 2082/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3488/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ