Supreme Court dismisses appeal against public sector salary difference claim, upholding statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 46 public officials against a first-instance judgment awarding them salary differences. The officials argued that the lower court incorrectly applied the statute of limitations, claiming the law discriminated against public servants compared to private sector employees. The court rejected this, ruling that the statute of limitations defense was valid and that the lower court correctly applied the law without creating unconstitutional discrimination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1) and 104 of the Code of Civil Procedure; Article 90(3) of Law 2362/1995: The statute of limitations defense is valid, and the lower court's application of this provision does not constitute unconstitutional discrimination between public and private sector employees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1617 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1617/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Α., 2) Θ. Μ. του Ε., 3) Ι. Μ. του Σ., 4) Θ. Μ. του Ι., 5) Θ. Μ. του Π., 6) Θ. Μ. του Γ., 7) Δ. Μ. του Ε., 8) Χ. Μ. του Γ., 9) Β. Μ. του Δ., 10) Μ.- Δ. Μ. του Ι., 11) Β. Μ. του Κ., 12) Φ. Μ. του Θ., 13) Η. Μ. του Π., 14) Γ. Μ. του Τ., 15) Γ. Μ. του Σ., 16) Δ. Μ. του Κ., 17) Μ. Μ. του Π., 18) Ν. Μ. του Δ., 19) Σ. Ν. του Κ., 20) Μ. Ν. του Β., 21) Γ. Ν. του Δ., 22) Ε. Ν. του Δ., 23) Κ. Ξ. του Ι., 24) Γ. Ξ. του Θ., 25) Σ. Ο. του Σ., 26) Μ. Π. του Κ., 27) Σ. Π. του Ε., 28) Β. Π. του Χ., 29) Κ. Π., 30) Ι. Π. του Κ., 31) Ν. Π. του Δ., 32) Π. Π. του Π., 33) Ε. Π. του Ν., 34) Ε. Π. του Λ., 35) Δ. Π. του Α., 36) Ε. Π. του Ι., 37) Σ. Π. του Β., 38) Ε. Π. του Τ., 39) Π. Π. του Γ., 40) Ά. Π. του Β., 41) Α. Π. του Σ., 42) Έ. Π. του Δ., 43) Μ. Π. του Σ., 44) Ε. Π. του Π., 45) Γ. Π. του Σ. και 46) Δ. Π. του Π., εκ των οποίων οι με α/α αναιρεσείοντος 3, 4, 7, 8, 9, 10, 12, 15, 22, 24, 30, 31 και 35 δεν παραστάθηκαν, αλλά άπαντες οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από α) τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και β) τον Υπουργό Πολιτισμού, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Μαρίας Οικονόμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1163/ 2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2448/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 24-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων από τους αναιρεσείοντες ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που έγιναν προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται ο διάδικος που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του απολειπόμενου και από άποψη πληρεξουσιότητας.
Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του απολειπόμενου διάδικου, επέρχεται η ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζήτησης, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν έχει κλητευθεί ούτε από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παρασταθεί στη συζήτηση.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν και η γενομένη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, προχωρεί, όμως, νομίμως ως προς όσους από τους λοιπούς διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 10-2-2012, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2448/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες (βλ. την .../21-6-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Δ.), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και οι αναφερόμενοι στο προοίμιο της παρούσας με α/α 3, 4, 7, 8, 9, 10, 12, 15, 22, 24, 30, 31 και 35.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι εν λόγω δεν εμφανίσθηκαν ούτε και πήραν νομίμως μέρος στη συζήτηση. Εν όψει, λοιπόν, του ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Βαλαβάνης, που φέρεται ότι έδωσε την παραγγελία προς επίσπευση της συζητήσεως ως πληρεξούσιος απάντων των αναιρεσειόντων, δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους των ως άνω απολειπόμενων εξ αυτών και, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται κλήτευσή τους ούτε από τους παριστάμενους ούτε από το αναιρεσίβλητο, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η γενομένη συζήτηση ως προς αυτούς, να προχωρήσει, όμως, η δίκη ως προς άπαντες τους λοιπούς, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.(ΟλΑΠ 3/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου (στο εξής:
ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ, που έχει την ίδια νομική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι [διατάξεις αυτές] δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/ 1998).
Οι ως άνω διατάξεις, όμως, του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που εξασφαλίζει τη δίκαιη δίκη και του άρθρου 1 του ΠΠΠ αυτής που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η υποχρέωση της άσκησής τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν μια τέτοια προθεσμία (παραγραφή).
3.Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο στην παρούσα υπόθεση, ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετίαν από της γενέσεώς της.
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων πάντων των υπαλλήλων του Δημοσίου και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του ίδιου νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).
Η παραγραφή αυτή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος τόσο από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ.6 και αρ.17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων όσο και από το χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων ή τρίτων κατά του Δημοσίου (πενταετία, άρθρο 86 παρ.2 και 90 παρ.1 του ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασής του, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξ άλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση, δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με το Δημόσιο, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η ίδια διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), αλλά όχι και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ΠΠΠ, που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", συνάγεται ότι και το Πρωτόκολλο αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκησή τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (ΟλΑΠ 31/2007, 38/2005, 22/2005).
4.Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 26-1-2006 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το αντιστοίχως αναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως διαφορά από το μη συνυπολογισμό στις αποδοχές, που ήδη τους έχει καταβάλει για την παροχή εξαρτημένης εργασίας εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος των ετών 2002 έως 2005, του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών που καταβάλλει στο υπόλοιπο προσωπικό αυτού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1163/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως προς τέσσερις από τους αρχικώς ενάγοντες και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς, αφού κρίθηκε, ύστερα από ένσταση του εναγομένου κατ' άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ότι έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή οι αξιώσεις από τη γέννηση των οποίων μέχρι την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει διετία.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι διάδικοι άσκησαν τις από 19-12-2008 και 7-1-2009 αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε αντιμωλία η ήδη προσβαλλόμενη 2448/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων. Επί του ζητήματος αυτού, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο λόγος της δικής τους έφεσης, στον οποίο διαλαμβανόταν ο ισχυρισμός ότι δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 ως [δήθεν] αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 20, 28 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 απαρ.1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος, διότι με αυτήν ουδόλως εισάγεται δυσμενής διάκριση ή διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των υπαλλήλων του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων ή υπέρ του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες, όπως ειδικότερα έχει εκτεθεί στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν.
Με την κρίση αυτή, το πολυμελές πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που παραστάθηκαν στην καταβολή των περιορισμένων δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσείοντες 3) Ι. Μ., 4) Θ. Μ., 7) Δ. Μ., 8) Χ. Μ., 9) Β. Μ., 10) Μ. - Δ. Μ., 12) Φ. Μ., 15) Γ. Μ., 22) Ε. Ν., 24) Γ. Ξ., 30) Ι. Π., 31) Ν. Π. και 35) Δ. Π.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10-2-2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 2448/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες που παραστάθηκαν στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ