Legislator Case Law & Legislation
1617/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding witness testimony reading without court appearance when defense did not object.

Case Number 1617/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for prostitution promotion and illegal recording. The defense argued that reading witness testimony without the witness's presence violated the right to cross-examination, yet the defense counsel had not objected during the reading. The court held that since the defense did not raise objections, the procedure remained valid and did not infringe upon the appellant's rights under the ECHR or domestic law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349(3) and 370(2) of the Penal Code; Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure: Reading witness testimony without court appearance does not cause procedural invalidity if the accused or their counsel did not object, preserving the right to cross-examination.

Keywords

AI generated
prostitution promotion illegal recording witness testimony right to cross-examine procedural validity ECHR Article 6 appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 349(3) of the Penal Code
Article 370(2) of the Penal Code
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 6(3)(d) of the ECHR
Article 14(3)(e) of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1617 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1617/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης L. A. του V., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κορομάντζο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1558/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2015 (αριθ. κατ. 97/2015) αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 79/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 349 παρ.3 του Π.Κ. όποιος κατ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 18 μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η προαγωγή στη πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιοδήποτε τρόπο γυναίκας που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της.

Ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 370 Α’ παρ. 2 του Π Κ, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1,5 παρ.1,9 Α και 19 του Συντάγματος, για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της με τεχνικά μέσα μαγνητοσκοπήσεως αθεμίτως, αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων, ττου είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξισπρέπειά τους.

Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και;

τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ’ είδος, χωρίς;

να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρε" Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη από 1558/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος μνημονεύονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν ανώνυμη τηλεφωνικής καταγγελίας στο Τμήμα Ηθών της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής ότι σε στούντιο αισθητικής επί της οδού ...

στην περιοχή του ..., αντί για μασάζ οι γυναίκες που εργάζονται εκεί εκδίδονται έναντι αμοιβής, αστυνομικός της υπηρεσίας αυτής κατόπιν εντολής των προϊσταμένων του στις 4-9-2008 μετέβη στο εν λόγω στούντιο και προσποιούμενος τον πελάτη διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενες L. T., K. N., L. I. και Ξ. Χ., οι οποίες είχαν προσληφθεί ως αισθητικοί, με το πρόσχημα του μασάζ, εκδίδονταν και ενεργούσαν ασελγείς πράξεις με άγνωστο αριθμό πελατών, όπως πρότειναν και στον ίδιο τον αστυνομικό, έναντι χρηματικής αμοιβής 100 ευρώ για κάθε πελάτη, μέρος της οποίας, περίπου 20 ευρώ, κρατούσαν οι ίδιες και το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής παρέδιδαν στην κατηγορουμένη L.

A. και στη συγκατηγορουμένη της στον πρώτο βαθμό Z. S., οι οποίες ήταν υπεύθυνες του στούντιο αισθητικής (κρυφού οίκου ανοχής) το οποίο λειτουργούσε στο όνομα της Α. Ξ.-Χ., η οποία κατά το χρόνο του ελέγχου απουσίαζε και διέφυγε τη σύλληψη από τους επιληφθέντες του συμβάντος αστυνομικούς. ‘ Ετσι, η κατηγορουμένη, από κοινού με τις παραπάνω Z.

S. και Α. Ξ.-Χ., με την κατ’ επίφαση παροχή υπηρεσιών μασάζ προήγαγαν στην πορνεία τις εργαζόμενες με σκοπό πορισμού αθέμιτου κέρδους από τις εισπραττόμενες αμοιβές, πράξη την οποία ενεργούσαν κατ’ επανάληψη, έχοντας δημιουργήσει τη σχετική υποδομή, διαμορφώνοντας κατάλληλα το χώρο και με καταχώριση διαφημιστικών αγγελιών στον ημερήσιο τύπο, ενώ τις προαναφερόμενες αλλοδαπές εργαζόμενες απασχολούσαν με σχέση, εξαρτημένης εργασίας δήθεν ως μασέζ, αν και γνώριζαν ότι αυτές δεν ήταν εφοδιασμένες με άδεια διαμονής από την αρμόδια αρχή.

Περαιτέρω, το κλιμάκιο των επιληφθέντων αστυνομικών διαπίστωσε ότι στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του διαμερίσματος - ινστιτούτου αισθητικής υπήρχαν εγκατεστημένες δύο (2) μικροκάμερες κλειστού κυκλώματος, επιμελώς κρυμμένες, οι οποίες παρακολουθούσαν την είσοδο και τον κυρίως χώρο του διαμερίσματος οι κάμερες αυτές ήταν ενσύρματα συνδεδεμένες με συσκευή αποθήκευσης δεδομένων, σκληρό δίσκο που ήταν εγκατεστημένος στον εσωτερικό χώρο και όπως διαπιστώθηκε τόσο οι μικροκάμερες όσο και η συσκευή αποθήκευσης δεδομένων βρισκόταν σε λειτουργία κατά την ώρα του ελέγχου, ενώ εξακριβώθηκε η αποθήκευση των δεδομένων στην προαναφερόμενη συσκευή.

Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη και οι δύο άλλες συνεργοί της παρακολουθούσαν τους εισερχόμενους πελάτες, καταγράφοντας τις κινήσεις και τις συνομιλίες τους, ενώ με τον τρόπο αυτό (καταγραφή και αποθήκευση στο σκληρό δίσκο) ελάμβαναν γνώση των προσωπικών δεδομένων των πελατών που αφορούσαν την ερωτική τους ζωή και των λοιπών προσώπων που ετύγχανε να βρεθούν στους χώρους του ινστιτούτου ...".

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχο, μεταξύ άλλων και των αποδιδομένων σ’ αυτήν αξιοποίνων πράξεων των παραβάσεων των άρθρων 349§3 και 370Α §2 ΠΚ, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α ΠΚ και την καταδίκασε, αντίστοιχα, σε ποινές φυλάκισης ενός (1) έτους και τεσσάρων (4) ετών τις οποίες μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.

Από το σύνολο των πιο πάνω παραδοχών του σκεπτικού, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του διατακτικού της απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε, σε σχέση με την πρώτη πράξη (ΠΚ 349 § 3), ότι οι προαναφερόμενες αλλοδαπές γυναίκες, τις οποίες η αναιρεσείουσα προήγαγε στην πορνεία με σκοπό πορισμού αθέμιτου κέρδους με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είχαν εκπορνευθεί προηγουμένως, ενώ, σε σχέση με την δεύτερη πράξη (ΠΚ 370 Α § 2), δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα, έχοντας εγκαταστήσει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης με μικροκάμερες, τόσο στον εξωτερικό, όσο και στον εσωτερικό χώρο του "ινστιτούτου αισθητικής", παρακολουθούσε την είσοδο των "πελατών", στους πιο πάνω χώρους, όπου συνευρίσκοντο με τις πιο πάνω αλλοδαπές γυναίκες και με τον τρόπο αυτό ελάμβανε γνώση ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ατόμων αυτών, που αφορούσε την ερωτική τους ζωή, χωρίς δικαίωμα.

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, αφού παραθέτει λεπτομερώς και τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία θεμελίωσε την κρίση του, τα οποία όλα εξετίμησε και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και τέλος, τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Έτσι, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη, οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

Από τη διάταξη αυτή καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 329,331,333 παρ. 2,358, 364 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφανίσεως στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε. κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ, και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται, πάντως, το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν.

Αντιθέτως, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας χωρίς αιτιολογία, το αίτημα, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στο στάδιο της αναγνώσεως των εγγράφων, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, (με αύξ. αριθ.7) η έκθεση ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Ν. Χ. (αστυνομικού), χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης του στο ακροατήριο.

Για την ανάγνωση, μάλιστα, αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων, δεν πρόβαλε αντιρρήσεις ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης, ο οποίος την εκπροσώπησε στη δίκη αυτή. Ούτε, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί το αίτημα αναβολής της δίκης που υπέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης (για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του πιο πάνω μάρτυρα) ότι συνιστά προβολή αντιρρήσεων, κατά τη σαφή έννοια της πιο πάνω νομικής διάταξης (ΠΚ 365 § 1).

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δεν προκλήθηκε καμμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το γεγονός της ανάγνωσης της πιο πάνω προανακριτικής κατάθεσης, έστω και χωρίς να βεβαιώνεται το ανέφικτο της εμφανίσεως του μάρτυρα αυτού εφόσον δεν υπήρξε εναντίωση του κατηγορουμένου. Κατόπιν τούτου, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 510 § 1 στοιχ.

Α’ ΚΠΔ

ΙΙΙ. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2015 αίτηση (αριθ. κατ. 97/2015) για αναίρεση της απόφασης 1558/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ