1617/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1617/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. - κατά την οποία δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον - η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας, ερευνάται δε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.) και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Full text
Απόφαση 1617 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1617/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Π., 2) Ν. Α. του Χ., 3) Α. Α. του Δ., 4) Μ. Δ. - Χ. του Γ., 5) Χ. Ζ. του Μ., 6) Θ. Η. του Η., 7) Π. Η. του Ι., 8) Ε. Κ. του Χ., 9) Γ. Κ. του Ι., 10) Α. Κ. του Α., 11) Γ. Κ. του Δ., 12) Δ. Κ. του Δ., 13) Ζ. Κ. του Ο., 14) Χ. Κ. του Δ., 15) Κ. Μ. του Ι., 16) Κ. Μ. του Γ., 17) Γ. Μ. του Η., 18) Γ. Μ. του Ι., 19) Ε. Μ. του Α., 20) Κ. Φ. του Δ. και 21) Μ. συζ. Γ. Ρ., το γένος Σ. και Δ. Χ. (σύμφωνα με την από 3-10-2011 δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, εκ παραδρομής στο αναιρετήριο αναγράφεται "Μ. Χ. - Ρ. του Δ."), όλων κατοίκων … . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2796/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1185/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. - κατά την οποία δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον - η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας, ερευνάται δε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.) και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Οι διατάξεις αυτές με τις οποίες προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παροχής έννομης προστασίας και η αυτεπάγγελτη έρευνα της συνδρομής τους από το δικαστήριο, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Ως δικονομικοί κανόνες, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων.
Κατά συνέπεια, οι κανόνες που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, όπως είναι και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, αποτελούν δικονομικούς κανόνες και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 άρ. 1 και 19. H παραβίαση των δικονομικών κανόνων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως, κατά τον οποίο υπάρχει ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο υπάρχει όταν ο αναιρεσείων διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 21/12/2006 αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκαν, ότι είναι μηχανικοί και εργάζονται ως μόνιμοι υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσληφθέντες προ της 1/1/2004 από τον Ο.Σ.Κ., ο οποίος από το 1998 μετετράπη από Ν.Π.Δ.Δ.
σε Α.Ε με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) Α.Ε." και ζητούσαν από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβληθεί και να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται να λαμβάνουν και στο μέλλον το ειδικό αντισταθμιστικό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 2430/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 11 δ του Ν. 2909/2001, που καταβάλλεται σε άλλους συναδέλφους τους, επικαλούμενοι παραβίαση της αρχής της ισότητας, εφόσον βρίσκονται σε απολύτως όμοια νομική και πραγματική κατάσταση με αυτούς και ότι κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ θεσπίζεται η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωσή τους, από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, την αγωγή, κατά το μέρος που στηρίζεται στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και, αφού έκρινε ως νόμω βάσιμη την 1η βάση της, την απέρριψε κατ' ουσία. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση μόνον όσον αφορά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή τους κατ' ουσίαν και επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, εξετάζουσα το θέμα της παθητικής νομιμοποιήσεως, δέχθηκε ότι "η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε και η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, είναι παθητικά ανομιμοποίητη, όσον αφορά τη βάση της που στηρίζεται στην παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου της αρχής της ίσης μεταχείρισης και τούτο διότι οι ενάγοντες, όπως οι ίδιοι ιστορούν στην αγωγή τους, εργάζονται ως μόνιμοι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον "Οργανισμό σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) Α.Ε" και αυτοί δεν έχουν καμία εργασιακή σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως η αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα εξαιτίας ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η αγωγή ασκείται παραδεκτά και ότι είναι νόμω βάσιμη και πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος που φέρεται ενώπιόν του και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσης χωρίς ειδικό παράπονο και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή ως προς την 1η βάση της ...".
Οι αναιρεσείοντες με μοναδικό από το άρθρο 559 άρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι η "αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένα και παραβίασε τα άρθρα 68 ΚΠολΔ και 73 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι η αγωγή τους είναι απαράδεκτη και απορριπτέα εξαιτίας ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου" και τούτο διότι, όπως προβάλλουν, "για τη νομιμοποίηση αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης εννόμου σχέσεως, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αναληθής, οπότε η αγωγή θα απορριφθεί ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος και όχι για την έλλειψη νομιμοποίησης" και ότι "η στοιχειοθέτηση της νομιμοποίησης των διαδίκων δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, έτσι ώστε η κρίση περί της ανυπαρξίας της να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης για την έλλειψη του τυπικού αυτού λόγου" και, συνεπώς, κατά τους αναιρεσείοντες, εφόσον "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία θεώρησε ότι η νομιμοποίηση αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, λόγος για τον οποίο και απέρριψε την από 21-12-2006 αγωγή ως απαράδεκτη, έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του δικονομικού κανόνα του άρθρου 68 ΚΠολΔ και ότι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του δικονομικού κανόνα του άρθρου 68 ΚΠολΔ επέβαλε την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και τούτο "έχει αξιόλογη πρακτική σημασία από άποψη δεδικασμένου, δοθέντος ότι κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης επί του οριστικώς κριθέντος δικονομικού ζητήματος.
Έτσι αν η αγωγή απορριφθεί για την έλλειψη νομιμοποίησης δεν συγχωρείται νέα αγωγή μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα παρισταμένων, παρά μόνο εφόσον θα έχουν λάβει χώρα οψιγενή γεγονότα που αυτά το πρώτο θα στηρίζουν τη νομιμοποίηση ...". Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 άρ.1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος προεχόντως, γιατί η διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεως των διαδίκων και του εννόμου συμφέροντος, δεν περιέχει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Αλλά και ως λόγος από το άρθρο 559 αρ. 14, εκτιμώμενος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο κρίνοντας ότι οι ενάγοντες αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους, δεν νομιμοποιούνται να στραφούν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφού δεν ισχυρίζονται ότι συνδεέονται με αυτό με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, αλλά αντιθέτως επικαλούνται ότι συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον Ο.Σ.Κ.
Α.Ε. Επίσης, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως κατ' ουσίαν και κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεν έσφαλε με το να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει την αγωγή. Τούτο δε διότι, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο, η απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο οδηγεί σε διαφορετικό (ευμενέστερο για τους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες), κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό.
Συνεπώς, μετά την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 664/24-6-10) για αναίρεση της 1185/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ