Supreme Court dismisses appeal on co-ownership status and property law violations regarding disputed land title.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected appeals filed by the Municipality of Chania and private individuals against a first-instance judgment concerning disputed land ownership. The court found that the property did not acquire co-ownership status under the relevant law because the necessary cumulative conditions were not met, and the lower court correctly interpreted substantive civil law provisions. Consequently, the appeals were dismissed, and the Municipality was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 28 of Law 1337/1983; Articles 1033 and 1045 of the Civil Code: The court established that a property fails to acquire co-ownership status if the statutory prerequisites are not cumulatively satisfied, and that an appeal lacking specific factual allegations regarding a substantive law violation is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1617 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1617/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A' Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Χατζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Σ. του Ε., 2. Ρ. Σ. του Ε., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Ανδρικόπουλο, 3. Ε. Κ. του Γ., 4 Γ. Κ. του Γ. και 5. Μ. Κ. του Γ., συζ. Ε. Μ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη.
B' Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Γ., 2. Γ. Κ. του Γ. και 3. Μ. Κ. του Γ., συζ. Ε. Μ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σφακιωτάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Σ. του Ε., 2 Ρ. Σ. του Ε., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Ανδρικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 3-6-2001 αγωγή των Ε. και Ρ. Σ., β) με τις από 19-3-2002, 4-12-2002 δύο ανταγωγές των Ε., Γ. και Μ. Κ., γ) με την από 1-4-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Χανίων και δ) με την από 27-2-2002 προσεπίκληση σε αναγκαστική πρόσθετη παρέμβαση των Ε., Γ. και Μ. Κ. που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) ο αναιρεσείων με την από 19-3-2009 και την β) οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2009 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε τις από 22-9-2010 έκθεσεί του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των β' αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησής τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος Δικαστηρίου (6-10-2010) συζητήθηκαν: α) Η από 19-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Χανίων κατά των Ε. Ε. Σ., Ρ. Ε. Σ. και κατά των Ε. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. και β) η από 3-3-2009 αίτηση αναίρεσης των Ε. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. κατά των Ε. Ε. Σ., και Ρ. Ε. Σ.. Οι αιτήσεις αυτές στρέφονται κατά της 41/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, και επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του, όχι και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1991), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 11/1992).
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων (και των δύο αναιρέσεων) Ε. Ε. Σ. και Ρ. Ε. Σ., ενώ παράλληλα απέρριψε κατ' ουσίαν την με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων (της πρώτης αναίρεσης) Ε.
Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. και την πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση του αναιρεσείοντος Δήμου Χανίων, και στη συνέχεια απέρριψε τις εφέσεις του τελευταίου και των εναγομένων. Επομένως, ο αναιρεσείων Δήμος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία όμως, καθ' όσον στρέφεται κατά των τρίτου, τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να απορριφθεί κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτη.
2.- Κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α., δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΟλΣτΕ 774/1987, ΣτΕ 2604/2008, ΑΠ 157/2009).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1056 ΑΚ η κυριότητα αποκτάται και με προσκύρωση από δημόσια αρχή μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμό …/31-12-1986 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Χατζηελευθερίου, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (στον τόμο 1154 και με αριθμό 139097), οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη, ενός οικοπέδου, εμβαδού 127,27 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη συνοικία "…" του Δήμου Χανίων, επί της οδού …, επί του οποίου υφίσταται μία παλαιά οικία, αποτελούμενη από τρία κύρια δωμάτια, διάδρομο, κουζίνα και αποχωρητήριο, με όρια βόρεια την ιδιοκτησία των εναγομένων, νότια την ιδιοκτησία του Χ.
Π., ανατολικά την ιδιοκτησία Κ. και δυτικά την οδό …. Η ως άνω οικία έχει δύο εισόδους, μία προς δυσμάς (οδός …) και μία βοηθητική προς βορά. Η αναφερόμενη προς βορρά είσοδος αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, που είναι λωρίδα γης μήκους 14,40 μ. και πλάτους 1,20 μ., εκτεινόμενη καθ' όλο το μήκος της βόρειας πλευράς του ακινήτου των εναγουσών και καταλήγουσα στον τοίχο της οικίας της οικογενείας Κ..
Ειδικότερα, η είσοδος αυτή οδηγεί από την οδό …, η οποία διέρχεται δυτικά των ακινήτων, προς την προς βορά θύρα της οικοδομής και, μέσω αυτής, στην αυλή της οικίας και καταλήγει στον τοίχο της οικίας του Κ.. Επί της επίδικης αυτής λωρίδας έχουν ορατότητα τα δύο παραθυρόφυλλα που υπάρχουν στο βόρειο τοίχο της οικίας των εναγουσών, ενώ κάτω από αυτήν διέρχονται οι σωλήνες αποχέτευσης της οικίας των τελευταίων.
Η οικία των εναγουσών κατασκευάστηκε πριν από 100 περίπου χρόνια και η επίδικη λωρίδα είχε διανοιχθεί με σκοπό να εισέρχονται στην πίσω αυλή της οικίας οι εκάστοτε ένοικοί της, οι οποίοι πράγματι διέρχονταν πάντοτε από αυτήν. Η επίδικη λωρίδα αποδείχθηκε ότι αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγουσών, αφού, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια κτήσεως των διαδίκων, αλλά και των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, το κοινό όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων είναι τα ακίνητά τους.
Ειδικότερα, το ακίνητο των εναγουσών συνορεύει βόρεια με την ιδιοκτησία των εναγομένων και το ακίνητο των εναγομένων συνορεύει νότια με την ιδιοκτησία των εναγουσών, ενώ σε κανένα από τα σχετικά ως άνω συμβόλαια (υπ' αριθ. …/21-4-1931 και ../6-7-1939 συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Κανάκη Φραγκιαδάκη, υπ' αριθ.
…/7-8-1972 και …/7-8-1972 συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Αναστ. Τσόντου, υπ' αριθ. …/31-12-1986 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Χατζηελευθερίου αναφορικά με το ακίνητο των εναγουσών και το υπ' αριθ. …/10-7-1950 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Κανάκη Φραγκιαδάκη και τα υπ' αριθ. …/1969, …/2000 και …/2001 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Χανίων Παναγιώτη και Μαρίας Κλωνιζάκη αναφορικά με το ακίνητο των εναγομένων), δεν μνημονεύεται η επίδικη λωρίδα (διάβαση), παρόλο που απεικονίζεται η ύπαρξη της στα σχέδια πόλεως Χανίων 1901 και 1946 (βλ.
την υπ' αριθ. 15210/15-6-2001 βεβαίωση της Πολεοδομίας Χανίων). Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων (εναγομένων και προσθέτως παρεμβαίνοντος), ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ήταν κοινόχρηστη ανέκαθεν (και πάντως πριν αποκτήσουν την κυριότητα επί του ακινήτου των εναγουσών οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους Α. Μ. και Π. Κ. με τα υπ'αριθ.
…/21-4-1931 και …/6-7-1939 συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Κανάκη Φραγκιαδάκη), αποτελώντας κοινόχρηστη διάβαση, κατά την κρίση Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο εκτιμώντας ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, την από Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μ. Π., στην οποία, μεταξύ άλλων, διαπιστώνονται τα εξής:
α) η επίδικη λωρίδα δεν περιλαμβανόταν σε παλαιό αιγιαλό (δηλαδή προ του έτους 1920), έτσι ώστε να αποχαρακτηριστεί και να γίνει ιδιωτική περιουσία, καθώς ο καθορισμός των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας, κατά την έννοια του Ν. 2971/2001 αλλά και κατά τον παλιότερο Α. Ν. 2344/1940, έγινε σχετικά πρόσφατα, και δη με την υπ' αριθ. 1029461/2594/ΒΟ010/14-6-2003 απόφαση του υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ενώ επίσης στην περιοχή αυτή δεν έχει καθοριστεί οριογραμμή παλαιού αιγιαλού κατά συνέπεια, η επίδικη λωρίδα αποτελούσε ευθύς εξ αρχής ιδιωτική περιουσία• β) επί του ερωτήματος, αν το επίδικο περιλαμβάνεται ως κοινόχρηστος δρόμος (χώρος) στα σχέδια πόλεως Χανίων του έτους 1901 και του έτους 1946, όσον μεν αφορά το σχέδιο πόλεως του 1901, είναι ένα σχέδιο που δεν δίνει επαρκείς πληροφορίες, αφού ούτε καν οι ονομασίες των οδών περιλαμβάνονται σε αυτό και κατά συνέπεια από αυτό δεν μπορεί να υπάρξει τεκμηριωμένη άποψη• όσον δε αφορά το σχέδιο πόλεως του 1946, η συγκεκριμένη επίδικη λωρίδα φαίνεται να εξυπηρετούσε μόνο την ιδιοκτησία Σ. (των εναγουσών), αφού η ιδιοκτησία Κ. (των εναγομένων) δεν είχε αξιοποιηθεί μέχρι τότε, ενώ προς τα ανατολικά σταματούσε στην ιδιοκτησία του κ.
Κ., η οποία φαίνεται να εξυπηρετείτο από μία πάροδο της οδού … και την …• άρα, δεν προκύπτει κοινόχρηστος χαρακτήρας σύμφωνα με το σχέδιο για την επίδικη εδαφική λωρίδα, αφού οι όμορες ιδιοκτησίες ή δεν είχαν αξιοποιηθεί ή εξυπηρετούντο από αλλού, ενώ βέβαια η λωρίδα αυτή είναι και "τυφλή", οπότε μειώνεται σημαντικά η πιθανότητα να εξυπηρετούσε κι άλλες ιδιοκτησίες πέρα από την ιδιοκτησία Σ.• γ) τόσο το εμβαδόν που προκύπτει από τις μετρήσεις του εν λόγω πραγματογνώμονας (122,97 τ.μ.), όσο και το εμβαδόν που προκύπτει από την αποτύπωση του κτηματολογίου (121,64 τ.μ.), συμπεριλαμβανομένης και στις δύο περιπτώσεις της επίδικης λωρίδας, δικαιολογούν το εμβαδόν που αναφέρουν οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγουσών (120 τ.μ.
περίπου)• δ) η ανατολική αυλή της οικίας των εναγουσών επικοινωνούσε με πόρτα μέσω της βορινής πλευράς της κουζίνας με την υπόλοιπη οικία• η οικία των εναγουσών, όπως αναφέρεται και στο υπ' αριθ. …/21-4-1931 συμβόλαιο, είχε δύο εισόδους, μία προς βορά και μία προς δυσμάς, όπου η προς βορά είσοδος της οικίας εξυπηρετείτο μέσω της επίδικης λωρίδας, που ήταν εφαπτόμενη και παράλληλη στην βορινή πλευρά της οικίας• υπήρχε, ακόμη, διαμορφωμένη είσοδος στην βόρεια πλευρά της αυλής, όπου ο κάθε κάτοικος ή ένοικος μπορούσε να διασχίσει την επίδικη λωρίδα και την αυλή και να εισέλθει από την βορινή πόρτα της κουζίνας στην οικία• άρα, η προς βορά είσοδος της οικίας δικαιολογεί και προϋποθέτει την ύπαρξη της επίδικης λωρίδας, ενώ σε αυτήν προσβλέπουν και τα βορινά παράθυρα της οικίας Σ. (των εναγουσών).
Οι παραπάνω διαπιστώσεις και πορίσματα και η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη εν γένει, κρίνονται αξιόπιστα και από το παρόν Δικαστήριο, καθώς είναι επαρκώς αιτιολογημένα. Βέβαια, το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του, όλα τα ως άνω νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και την με ημερομηνία 15-3-2008 ιδιωτική γνωμοδότηση ("τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης" κατά τον τίτλο της) του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ν.
Π., η οποία αντιτίθεται κατά περιεχόμενο και στις διαπιστώσεις και στα πορίσματά της σε σχέση με την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα Μ. Π.. Κατά την κρίση, όμως, του παρόντος Δικαστηρίου, η πραγματικότητα αποτυπώνεται στην τελευταία ως άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία διεξήχθη από εξ ορισμού αμερόληπτο πραγματογνώμονα που όρισε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν έγινε κατόπιν παραγγελίας ή εντολής κάποιου διαδίκου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών Π. Κ., ο οποίος διέμενε στην ανωτέρω οικία με την οικογένειά του, είχε τοποθετήσει στην αρχή της επίδικης λωρίδας μία καγκελωτή πόρτα με ξύλινο κάγκελο, περιορίζοντας την είσοδο σε αυτήν των μη διαμενόντων στην οικία του. Εξάλλου, από το έτος 1950 περίπου, οπότε και ανοικοδομήθηκε η όμορη οικία των εναγομένων, η επίδικη λωρίδα (διάβαση) ήταν περιορισμένη, εκτός από την πόρτα, και με τους τοίχους των όμορων ιδιοκτησιών και οδηγούσε μόνο στην αυλή της οικίας των εναγουσών.
Μετά δε τον θάνατο του εν λόγω απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγουσών, συνέχισαν να νέμονται την οικία οι κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων και η άμεση δικαιοπάροχος των εναγουσών (μητέρα τους), μέχρι και το έτος 1971, οπότε και μετέβησαν στο εξωτερικό (Καναδά), όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα οι ενάγουσες.
Από το έτος 1955 έως το έτος 1971, τόσο ο απώτερος δικαιοπάροχός τους, όσο και οι μετέπειτα κληρονόμοι του, εκμίσθωναν το δωμάτιο που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας στην αυλή, καθώς αυτό ήταν ανεξάρτητο από τους λοιπούς χώρους της οικίας, σε φοιτήτριες της Α.Σ.Ο.Ο.ΧΑ., οι οποίες χρησιμοποιούσαν την επίδικη λωρίδα για να εισέρχονται σε αυτό, ενώ μετά το έτος 1971 οι ιδιοκτήτες-δικαιοπάροχοι των εναγουσών εκμίσθωσαν την οικία τους αρχικά στην οικογένεια Λ., μέχρι και το έτος 1981, μετέπειτα δε στην οικογένεια Κ., μέχρι και το έτος 1985, έκτοτε δε παρέμεινε κενή, εξαιτίας του μεγάλου κόστους που απαιτούνταν για τη συντήρηση και την επισκευή του, λόγω της παρόδου των ετών.
Μέχρι τότε, αποκλειστική χρήση του επιδίκου τμήματος έκαναν, εκτός των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, μόνο οι μισθωτές της οικίας. Άλλωστε, ως εκ του προορισμού του ο διάδρομος αυτός εξυπηρετούσε μόνο την οικία των εναγουσών, αυτή δε χρησιμοποιούσαν για να διέρχονται στην πίσω αυλή, μόνο οι ιδιοκτήτες της και οι μισθωτές της.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι παρά την αναχώρησή τους από την Ελλάδα, τόσο η δικαιοπάροχός τους (μητέρα τους) όσο και οι ενάγουσες, συνέχισαν να ενδιαφέρονται για την οικία τους, είχαν δε αυτές αναθέσει την επίβλεψή της στην θεία τους Α. Α., η οποία προέβαινε για λογαριασμό τους σε όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο.
Συγκεκριμένα, μετά το έτος 1985, επέτρεψε στο δικαιοπάροχο των εναγομένων Γ. Κ. να τοποθετήσει κότες και κουνέλια στην επίδικη λωρίδα, τα οποία διατήρησε για 10-15 έτη, υπό την ανοχή δε και την συναίνεση της ως άνω αντιπροσώπου των εναγουσών αντικατέστησε την παλαιά πόρτα με μία πρόχειρη ξύλινη πόρτα (νταμπλά), η οποία παρέμεινε μέχρι και το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Τη χρήση της επίδικης λωρίδας επέτρεψε αργότερα η ως άνω αντιπρόσωπος των εναγουσών στον Κ. Α., κατόπιν παρακλήσεώς του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν ως χώρος φύλαξης του σκύλου του. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι την επίδικη λωρίδα χρησιμοποιούσαν οι όμοροι ή άλλοι κάτοικοι της περιοχής, ούτε περαιτέρω ότι οι ενάγουσες ή οι δικαιοπάροχοί τους κατά το παρελθόν εκδήλωσαν την πρόθεσή τους, ρητά η σιωπηρά, να εγκαταλείψουν την επίδικη λωρίδα σε κοινή χρήση, τέτοια δε πρόθεση δεν δύναται να συναχθεί από την εκ μέρους του ως άνω δικαιοπαρόχου των εναγομένων Γ.
Κ. χρησιμοποίησή της για διάστημα 10-15 ετών, αφού αυτή έγινε υπό την ανοχή και με τη συναίνεση των εναγουσών (της αντιπροσώπου στη νομή τους Α. Α.). Άλλωστε, λόγω της θέσης και του προορισμού της (είναι περίκλειστη και εξυπηρετούσε την πρόσβαση στην βόρεια θύρα της οικίας), δεν εξυπηρετούσε την κοινή χρήση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2001 οι εναγόμενοι, έχοντας σκοπό να προβούν στην ανέγερση του όμορου ακινήτου τους, ζήτησαν από τη γειτόνισσα Ε. Π. να μεσολαβήσει προκειμένου να αγοράσουν την οικία των εναγουσών μαζί με την επίδικη λωρίδα, όμως η ως άνω αντιπρόσωπος των εναγουσών Α. Α.
αρνήθηκε για λογαριασμό τους την πώληση, την επιθυμία δε αυτή οι εναγόμενοι την είχαν εκδηλώσει και προ δύο ετών περίπου. Κατόπιν της αρνήσεως της αντιπροσώπου και θείας των εναγουσών, οι εναγόμενοι επιδίωξαν να προσκυρώσουν την επίδικη λωρίδα στην ιδιοκτησία τους και ο Δήμος Χανίων, κατόπιν αιτήματός τους, ενέκρινε την προσκύρωση της επίδικης λωρίδα σε αυτούς, χωρίς όμως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αποστερώντας με τον τρόπο αυτό, παράνομα και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, την επίδικη λωρίδα από την ιδιοκτησία των εναγουσών.
Μάλιστα, η Πολεοδομία Χανίων, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, εξέδωσε την υπ' αριθ. 15120/15-6-2001 βεβαίωση, με την οποία υπήγαγε την απεικονιζόμενη στα σχέδια πόλεως Χανίων των ετών 1901 και 1946 "διάβαση" (επίδικη λωρίδα) στο άρθρο 28 του Ν. 1337/1983, προσδίδοντας σε αυτήν τον χαρακτήρα του κοινόχρηστου χώρου και, συνεπώς, θεωρώντας ότι ανήκει στον Δήμο Χανίων.
Όπως όμως αποδείχθηκε, η επίδικη λωρίδα δεν είχε καταστεί κοινόχρηστη με βάση την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 1337/83, διότι δεν είχε αφεθεί σε κοινή χρήση με τη θέληση εκείνων που το είχαν στην ιδιοκτησία τους (των εναγουσών ή των δικαιοπαρόχων τους) ή με την ανοχή τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την προσκύρωση της επίδικης λωρίδας στην ιδιοκτησία τους, οι εναγόμενοι την ισοπέδωσαν με χωματουργικό μηχάνημα, προκειμένου να ανοικοδομήσουν ένα τμήμα της.
Με τον τρόπο αυτό απέβαλαν τις ενάγουσες από την συννομή τους στην επίδικη λωρίδα, που την ασκούσαν κατά τον τρόπο που παραπάνω αναφέρεται. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων δέχθηκε ότι η κρινόμενη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων Ε. Ε. Σ. και Ρ. Ε. Σ. είναι κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ παράλληλα απέρριψε κατ' ουσίαν την με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή των εναγομένων-αναιρεσειόντων Ε.
Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. και την πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση του αναιρεσείοντος Δήμου Χανίων, και στη συνέχεια απέρριψε τις εφέσεις αυτών (εναγομένων και προσθέτως παρεμβαίνοντος) κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι, που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, ορθώς ερμήνευσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, την οποία και δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή της, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα (με την προσβαλλόμενη απόφαση) πραγματικά περιστατικά το επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν και μάλιστα σωρευτικώς οι τασσόμενες από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις, που αναφέρθηκαν στην προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι και των δύο αναιρέσεων, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες διατείνονται τα αντίθετα. Οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αναίρεσης, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναίρεσης την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 1056 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, όπως παραπάνω έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες έγιναν συγκύριες κατ' ίσα μέρη εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής λωρίδας με παράγωγο τρόπο (γονική παροχή) δυνάμει του προαναφερόμενου, νομίμως μεταγραφέντος, τίτλου, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται, το δε επίδικο ακίνητο που δεν απέκτησε (κατά τα προαναφερθέντα) την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ' άρθρο 28 του ν. 1337/1983 δεν ανήκει στην ιδιοκτησία του Δήμου Χανίων, και (συνακόλουθα) δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσκύρωσής του στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, κατά των οποίων και ορθώς απευθύνθηκε η ένδικη αγωγή, αφού αυτό (επίδικο) βρισκόταν στη νομή και κατοχή τους κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Οι αναιρεσείοντες της δεύτερης αναίρεσης, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ, χωρίς όμως να εκθέτουν σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτής, καθώς και τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και, συνεπώς, είναι αόριστος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες δεν περιέχουν άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 19-3-2009 αίτηση του Δήμου Χανίων καθώς και την από 3-3-2009 αίτηση των Ε. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. για αναίρεση της 41/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δικάσαντος ως Εφετείου.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Δήμο Χανίων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων Ε. Ε. Σ. και Ρ. Ε. Σ., καθώς και σε εκείνα των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ., τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για κάθε μία διάδικη πλευρά.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες Ε. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων Ε. Ε. Σ. και Ρ. Ε. Σ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ