Supreme Court allows appeal against lower court failure to recognize procedural bar on counterclaim after dismissal of main suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the Municipality of Athens and two construction companies against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had dismissed the main suit but partially accepted a counterclaim, failing to recognize that the counterclaim was procedurally barred because the main suit had already been rejected. The Court ruled that the Court of Appeal erred in not declaring the counterclaim inadmissible under specific procedural articles, thereby invalidating its partial acceptance. Consequently, the decision was annulled and the case remitted to a new panel of judges for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 159(2), and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A counterclaim filed after the dismissal of the main suit is procedurally barred and inadmissible for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1617 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1617/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα και Γεώργιο Γεωργακαράκο.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΡΑΞΕΚΤΕ Α.Ε" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΚΤΕ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΡΑΞΕΚΤΕ Α.Ε" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΚΤΕ Α.Ε" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα και Γεώργιο Γεωργακαράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Απριλίου 1985 προσφυγή του με στοιχεία Α' ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7935/1986, 2721/1987 προδικαστική, 217/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8374/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι ως άνω διάδικοι με τις από 14 Μαρτίου 2008 και 18 Απριλίου 2008 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε: α) την από 27 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πέντε πρώτοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τελευταίος και β) την από 23 Απριλίου 2009 ομοία με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικής των αιτήσεως και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου των ο καθένας και επί πλέον την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς : α) από 14-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Αθηναίων και β) από 15-2-2008 αίτηση αναιρέσεως των ΞΕΚΤΕ Α.Ε και ΦΡΑΖΕΚΤΕ Α.Ε., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 8374/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Α) Επί της από 14-3-2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Δήμου Αθηναίων.
Κατά το άρθρο 700 του Α.Κ. " ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ' αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως μισθώσεως έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που θα παρεχόταν σ' αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ' ένσταση από τον εργοδότη.
Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία που απορρέει από διαπλαστικό δικαίωμα και επιτρέπεται να γίνει μέχρι την περάτωση του έργου, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου λόγου, ούτε για το κύρος της απαιτείται σχετική υπαιτιότητα του εργολάβου ή προσφορά της συμφωνημένης αμοιβής του. Μετά την καταγγελία η σύμβαση εργολαβίας, θεωρείται ότι έχει λυθεί για το μέλλον, διατηρεί όμως αυτή την ισχύ της μέχρι την καταγγελία και συνεπώς ο εργοδότης διασώζει τα δικαιώματά του από τα άρθρα 688-691 Α.Κ., αν το τμήμα του έργου που κατασκευάσθηκε μέχρι την καταγγελία έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του από άλλον εργολάβο.
Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για τον μεν εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ' ένσταση του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ.
β' Α.Κ., για το δε εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374-378 Α.Κ. . Ειδικός λόγος ασκήσεως από τον εργοδότη της αγωγής περί νομής κατά του εργολάβου μπορεί να ανακύψει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 982, 987 και 989 του Α.Κ., αν ο εργολάβος, προκειμένου περί ακινήτου, εκδήλωσε μεταστροφή της βούλησής του να κατέχει ως αντιπρόσωπος του εργοδότη (δυνάμει της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης) το ακίνητο επί του οποίου εκτελείται το έργο, αντιποιούμενος δικό τους δικαίωμα νομής και περιήλθε αυτό σε γνώση του αντιπροσωπευόμενου εργοδότη.
Εξάλλου με το άρθρο 15 του ν. 1491/10/13-11-1984 ορίζονται τα εξής: " 1. Συμβάσεις ανάμεσα στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή Ο.Τ.Α. και ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αναφερόμενες στην εκτέλεση ή στην εκμετάλλευση οποιουδήποτε έργου επάνω σε κοινόχρηστο χώρο ή στο υπέδαφός τους, που καταρτίστηκαν ως τη δημοσίευση τους Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33), επιτρέπεται να καταγγελθούν από το Δημόσιο, το ΝΠΔΔ ή τον Ο.Τ.Α.
μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2. Η καταγγελία γίνεται με μονομερή δήλωση του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, αν πρόκειται για το Δημόσιο ή του διοικητικού συμβουλίου του ΝΠΔΔ ή του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Η δήλωση κοινοποιείται με απόδειξη στον ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή στο νόμιμο διάδοχό του.
Όταν η διαμονή, η κατοικία ή η έδρα, στα νομικά πρόσωπα, είναι άγνωστη, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. 3. Η καταγγελία μπορεί να αφορά το σύνολο ή μέρος της σύμβασης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν είναι αναγκαίο για τη συνέχιση της εφαρμογής του υπόλοιπου μέρους της σύμβασης που δεν καταγγέλεται να συμπληρωθούν ή να τροποποιηθούν οι όροι της σύμβασης, η δήλωση μπορεί να συνοδεύεται και από τη γνωστοποίηση των νέων όρων.
Αν η καταγγελία αναφέρεται σε μέρος μόνο της σύμβασης, ο ιδιώτης δικαιούται να καταγγέλει στον αντισυμβαλλόμενο και το υπόλοιπο τμήμα της με δήλωσή του που γνωστοποιείται επί αποδείξει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της καταγγελίας. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θεωρείται ότι ο ιδιώτης αποδέχεται τη διατήρηση σε ισχύ του τμήματός της που δεν καταγγέλθηκε, καθώς και τους τυχόν νέους συμπληρωματικούς ή τροποποιητικούς όρους. 4.
Η ολική ή μερική λύση της σύμβασης επέρχεται από την κατά την προηγούμενη παράγραφο κοινοποίηση της καταγγελίας, από την οποία παύουν αντίστοιχα για τον εφεξής χρόνο οι συνέπειές της. Αν καταγγελθεί από τον ιδιώτη εμπρόθεσμά το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, η λύση γι' αυτό επέρχεται από τη γνωστοποίηση της καταγγελίας του στο αντισυμβαλλόμενο μέρος. 5.
Ο ιδιώτης μπορεί να αξιώσει από το αντισυμβαλλόμενο μέρος που κάνει χρήση του παρεχόμενου από το άρθρο αυτό δικαιώματος, αποζημίωση μόνο για τη θετική ζημία που υφίσταται από την ολική ή μερική λύση της σύμβασης. Η σχετική αξίωση παραγράφεται, αν παρέλθει διετία από τη λύση της σύμβασης". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι παρέχεται η δυνατότητα στο αρμόδιο, κατά νόμο, διοικητικό όργανο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, να καταγγείλει τη σύμβαση, που αφορά σε εκμετάλλευση έργου σε κοινόχρηστο χώρο ή στο υπέδαφός του, χάριν του δημοσίου συμφέροντος που, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση της διατάξεως και τις προπαρασκευαστικές συζητήσεις στη Βουλή κατά την ψήφισή της, συνίσταται στην καλύτερη λειτουργική εξυπηρέτηση της πόλης στο σύνολο της, σύμφωνα με τις σύγχρονες αναπτυξιακές συνθήκες (βλ.
πρακτικά Βουλής συνεδρίαση ΙΑ σελ. 505-506). Η καταρχήν συνταγματική κατοχύρωση της οικονομική ελευθερίας, με το άρθρο 5 παρ. 1 και παρ. 3 του Συντάγματος, δεν συνεπάγεται την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων που προσβάλλουν δικαιώματα τα οποία αποκτήθηκαν με σύμβαση. Διότι η αρχή της οικονομικής ελευθερίας επιδέχεται, γενικότερα, περιορισμούς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως προκύπτει από την επιφύλαξη που διατυπώνουν οι ίδιες συνταγματικές διατάξεις.
Ούτε η λύση των συμβάσεων με μονομερή διοικητική πράξη παραβιάζει την καθιερούμενη στο Σύνταγμα αρχή της διακρίσεως των εξουσιών και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3, σύμφωνα προς την οποία η επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από τις συμβάσεις ανήκει στα τακτικά δικαστήρια, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 κατά την οποία, κανένας δεν μπορεί να στερηθεί χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που ορίζεται από το νόμο.
Και τούτο διότι το διοικητικό αυτό μέτρο δεν αφορά σε επίλυση διαφοράς, που προκύπτει μεταξύ των συμβληθέντων και ανάγεται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή όρων της συμβάσεως, αλλά με το μέτρο αυτό ο νομοθέτης υπήγαγε στη σφαίρα της κρατικής επεμβάσεως, για το δημόσιο συμφέρον, ορισμένη συμβατική σχέση που έχει συναφθεί με το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως, και παρέσχε στη διοίκηση την εξουσία να καταγγέλει για λόγους δημοσίου συμφέροντος και παρά τη βούληση του αντισυμβληθέντος, με μονομερή διοικητική πράξη και ειδική διοικητική διαδικασία, τη σύμβαση.
Η σχετική διοικητική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Συντάγματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά στο ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 του ν. 170/1973 και 27 του ν. 702/1977 (ΣΕ 276/1986). Περαιτέρω η καθιέρωση, με την παρ. 5 του άρθρου 15 ν. 1491/1984 δικαιώματος αποζημίωσης του ιδιώτη εργολάβου για τη θετική ζημία που υφίσταται από την καταγγελία της συμβάσεως, εκ μέρους του εργοδότη Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ εναρμονίζεται με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 700 Α.Κ.
για την υποχρέωση του εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση, να καταβάλει την αμοιβή του εργολάβου. Γι' αυτό η αποζημίωση του άρθρου 15 παρ. 5 ν. 1491/1984 δεν μπορεί να απαιτείται σωρευτικά με το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του εργολάβου, αλλά οι δύο αυτές αξιώσεις έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και στο μέτρο που η θετική ζημία επικαλύπτεται από το εργολαβικό αντάλλαγμα αποσβήνεται.
Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του εισαγωγικού δικογράφου της 626/1-4-1986 προσφυγής του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων ενώπιον (αρχικά) του Εφετείου Αθηνών, από το οποίο παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή τα εξής:
Με την από 15-11-1971 σύμβαση εκτελέσεως έργου, μεταξύ του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ΑΕ ΞΕΚΤΕ, ανέλαβε η τελευταία την υποχρέωση να κατασκευάσει με δαπάνες της, εντός 2ετίας, τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων της Πλατείας Κλαυθμώνος, (που περιλάμβανε και δευτερεύουσες εγκαταστάσεις, όπως πλυντήριο-λιπαντήριο αυτοκινήτων, βενζιναντλίες και υπόγεια καταστήματα) με εργολαβικό αντάλλαγμα (αμοιβή) την εκμετάλλευση του έργου για 24 έτη, με παράλληλη υποχρέωση της αναδόχου να καταβάλει στον αναιρεσείοντα εργοδότη ποσοστά των ακαθαρίστων εισπράξεών της από την εκμετάλλευση του έργου στο σύνολό του 7% κατά την πρώτη πενταετία, 9% κατά τη δεύτερη πενταετία και 12% κατά τα υπόλοιπα έτη, οπωσδήποτε δε κατ' ελάχιστο όριο 800.000 δρχ.
ετησίως κατά την πρώτη πενταετία, 900.000 δρχ. ετησίως κατά τη δεύτερη πενταετία και 1.000.000 δρχ. ετησίως κατά τα υπόλοιπα έτη εκμετάλλευσης του έργου. Με την από 4-11-1972 σύμβαση των δύο αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων η πρώτη (ΦΡΑΞΕΚΤΕ ΑΕ) ανέλαβε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δεύτερης (ΞΕΚΤΕ ΑΕ) αναιρεσίβλητης, η οποία όμως παρέμεινε εις ολόκληρον υπόχρεα έναντι του αναιρεσείοντος.
Το έργο δεν ολοκληρώθηκε στη συμφωνημένη προθεσμία ούτε μεταγενέστερα, αλλά η πρώτη αναιρεσίβλητη αυτοβούλως και χωρίς συγκατάθεση του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, από τις 21-12-1974 και εφεξής λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν για ίδιο όφελος τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων που είχε μέχρι τότε αποπερατώσει, χωρίς να αποδίδει στον αναιρεσείοντα το συμφωνημένο ποσοστό επί των εισπράξεών της, μολονότι αναγνώριζε τη σχετική συμβατική υποχρέωσή της.
Με την από 4-2-1985 δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες μέσα στην εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 1491/1984, κατόπιν της υπ' αρ. 14/14-1-1985 πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, που εγκρίθηκε με την 2299/19-1-1985 απόφαση της Νομαρχίας Αττικής, καταγγέλθηκε η ως άνω σύμβαση μισθώσεως έργου, αλλά οι αναιρεσίβλητες αρνήθηκαν να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα τα συμφωνημένα ποσοστά κερδών και προέβαλαν "δικαίωμα επισχέσεως επί του συνόλου των εισπράξεων μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεώς της αξίας του έργου από 950.000.000 δραχμές".
Στη συνέχεια, αφού εκτίθενται στην προσφυγή οι ελλείψεις και κακοτεχνίες του έργου που είχαν μέχρι την καταγγελία κατασκευάσει οι αναιρεσίβλητες, οι ακαθάριστες εισπράξεις των αναιρεσιβλήτων κατά το έτος 1979 από την εκμετάλλευση του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων με 600 θέσεις, πλέον 120 θέσεων (=720 θέσεις) που προορίζονταν με τη σύμβαση για καταστήματα και χρησιμοποιούντο από τις αναιρεσίβλητες ως εκμισθούμενοι και αυτοί χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, ο μέσος όρος διακινουμένων αυτοκινήτων ημερησίως 1.409, το εφαρμοζόμενο από τις αναιρεσίβλητες υπερβολικά εκπτωτικό τιμολόγιο (μέχρι 1 ώρα στάθμευσης 27 δρχ.
από 1-2 ώρες στάθμευσης 38 δρχ. από 2-3 ώρες στάθμευσης 49 δρχ., από 3-4 ώρες στάθμευσης 54 δρχ., από 4-5 ώρες στάθμευσης 59 δρχ., από 5-6 ώρες στάθμευσης 65 δρχ., από 6-7- ώρες στάθμευσης 65 δρχ., από 6-7 ώρες στάθμευσης 70 δρχ., από 7-8 ώρες στάθμευσης 76 δρχ., για καθεμία επί πλέον ώρα 5 δρχ., για διανυκτέρευση 30 δρχ., παραμονή πέραν των 3 ημερών 100 δρχ.
ανά 24ωρο) που απέφερε ετήσια κέρδη 29.504.775 δραχμών, σε σύγκριση με τα εφαρμοζόμενα υπέρτερα τιμολόγια άλλων λιγότερο κεντρικών σταθμών αυτοκινήτων, όπως του ... (1 ώρα στάθμευσης 55 δρχ., μέχρι 2 ώρες 65 δρχ., μέχρι 3,4,5,6,7 ώρες στάθμευσης 75,85,95,100,105 δρχ. αντιστοίχως, 8-17 ώρες στάθμευσης 110 δρχ. μηνιαίο μίσθωμα 2.400 δρχ.
ως μίσθωμα 6 ημερών 500 δρχ.) και ... (πρώτη μισή ώρα στάθμευσης 40 δρχ., μέχρι 1 ώρα στάθμευσης 60 δρχ., κάθε πρόσθετη ώρα 10 δρχ., για 24ωρο 140 δρχ. για διανυκτέρευση 70 δρχ. και για μονίμως σταθμεύοντα ΙΧΕ, μικρά φορτηγά, μεσαία και μεγάλα φορτηγά 2.400, 3.200, 4.000 και 4.300 δρχ. αντιστοίχως), όπως και οι ακαθάριστες εισπράξεις κατά το προ του έτους 1979 και μετά το έτος 1979 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης χρονικό διάστημα, αλλά και τα δυνάμενα να έχουν εισπραχθεί με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, ζητείται το συμφωνημένο ποσοστό επί των εισπράξεων των αναιρεσιβλήτων από την εκμετάλλευση του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων ποσού 74.800.000 δραχμών, άλλως το συμφωνημένο ελάχιστο ποσό ετησίως με βάση τη σύμβαση, άλλως τα ποσά αυτά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και άλλως με βάση τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, ενώ επί πλέον υποβάλλεται και αίτημα αποδόσεως του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων που κατασκεύασαν και κατείχαν οι αναιρεσίβλητες μέχρι την καταγγελία, δυνάμει της έννομης σχέσης από τη μίσθωση έργου.
Με αυτό το περιεχόμενη η προσφυγή (αγωγή) περιέχει τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη τόσο ως προς το αίτημα αποδόσεως του τμήματος του έργου που είχαν κατασκευάσει οι αναιρεσίβλητες μέχρι τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου με καταγγελία του αναιρεσείοντος εργοδότη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 1491/1984, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 700 Α.Κ., όσο και ως προς το αίτημα καταβολής του συμφωνημένου ποσοστού επί των εισπράξεων των αναιρεσιβλήτων από την εκμετάλλευση του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων, με εξαίρεση το παρεπόμενο αίτημα απειλής κατά των αναιρεσιβλήτων χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης αποφάσεως, που είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, γιατί δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 946 και 947 Κ.Πολ.Δ., όταν εκτελείται δικαστική απόφαση που υποχρεώνει σε παράδοση ή απόδοση ακινήτου (βλ.
άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ.), όπως επίσης απορριπτέο ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα καταβολής του ποσού των 74.800.000 δραχμών, κατά το μέρος που έχουν περιληφθεί για τον υπολογισμό του και διαφυγόντα κέρδη από το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου για πλυντήριο-λιπαντήριο αυτοκινήτων και πρατήριο υγρών καυσίμων, καθ' όσον η ευδοκίμηση αυτού του αιτήματος προϋποθέτει επίκληση δικαιώματος αποζημιώσεως κατά τις γενικές διατάξεις επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και όχι λύση της σύμβασης με καταγγελία, με παράλληλη ενεργοποίηση συμβατικού όρου για την απόδοση στον εργοδότη από τον εργολάβο μέρους των συμφωνημένων κερδών του από την εκμετάλλευση του έργου που έχει κατασκευασθεί.
Ειδικότερα, με το δικόγραφο της προσφυγής (αγωγής) του αναιρεσείοντος γίνεται επίκληση: α) της συμβάσεως μισθώσεως έργου μεταξύ των διαδίκων, με την οποία η δεύτερη αναιρεσίβλητη (με την οποία ακολούθως κατέστη εις ολόκληρον συνυπόχρεα και η πρώτη αναιρεσίβλητη) ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δαπάνες της, εντός διετίας, τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων της πλατείας Κλαυθμώνος με εργολαβικό αντάλλαγμα την εκμετάλλευση του έργου για 24 έτη, πέραν ενός ποσοστού (7-12%) επί των ακαθαρίστων εισπράξεων (και κατ' ελάχιστο όριο 800.000-1.000.000 δρχ.
ετησίως) που ήταν αποδοτέο στον αναιρεσείοντα εργοδότη β) Της κατασκευής, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, του αναληφθέντος από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη έργου και της λειτουργίας του με τρόπο επικερδή από αυτή και την πρώτη αναιρεσίβλητη, με τη συγκατάθεση του αναιρεσείοντος εργοδότη, που διατηρούσε έτσι αξίωση απόδοσης του συμφωνημένου ποσοστού επί των εισπράξεων κατά των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα αναφερόταν μεν στο ολοκληρωμένο έργο, κατά μείζονα λόγο όμως ίσχυε -εφόσον δεν εκδηλώθηκε διαφορετική βούληση από το δικαιούχο εργοδότη- και για το τμήμα του έργου που είχε κατασκευασθεί και αξιοποιηθεί από τις αναιρεσίβλητες.
γ) Των προσόδων του έργου σε ετήσια βάση για την εξαγωγή του αποδοτέου μεριδίου στον αναιρεσείοντα εργοδότη. δ) Της λύσης της συμβάσεως για το μέλλον με την από 4-2-1985 καταγγελία του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, κατ' εφαρμογήν της ειδικής διατάξεως του άρθρου 15 ν. 1491/1984. ε) Της γεννώμενης μετά την καταγγελία της συμβάσεως από τον αναιρεσείοντα υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων να του αποδώσουν το ακίνητο, στο οποίο είχαν εκτελέσει τμήμα του αναληφθέντος έργου, με ταυτόχρονη ικανοποίηση από τον αναιρεσείοντα της τυχόν αξιώσεως αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων για τη θετική ζημία τους από τη λύση της συμβάσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 15 ν. 1491/1984, μειωμένη κατά το καλυπτόμενο από το ληφθέν εργολαβικό αντάλλαγμα μέρος της.
Η εν λόγω υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, να αποδώσουν το ακίνητο με το έργο που εκτέλεσαν στον αναιρεσείοντα, υφίσταται, σημειωτέον ανεξάρτητα από το αν στην καταγγελία του άρθρου 15 ν. 1491/1984 προσδοθεί η έννοια της καταγγελίας του άρθρου 700 Α.Κ. (με τις συνέπειες του άρθρου 15 ν. 1491/1984) ή η έννοια της υπαναχωρήσεως λόγω υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων ως προς την εκτέλεση και παράδοση του έργου (άρθρα 686, 383, 385, 389 εδ.
β', 390, 387 Α.Κ.). Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσείοντος για νομική αοριστία, απαιτώντας για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 700 Α.Κ. και 15 του Ν. 1491/1984 περισσότερα στοιχεία από τα προβλεπόμενα από αυτές, δηλαδή αξιώνοντας για θεμελίωση: α) του μεν δικαιώματος απόδοσης του ακινήτου που παραχωρήθηκε στην εργολήπτρια για την εκτέλεση οικοδομικού έργου επ' αυτού -μετά τη γενόμενη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου με καταγγελία του εργοδότη Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως- και άσκηση της αξίωσης από την προσβολής της νομής του τελευταίου, β) του δε δικαιώματος από συμβατική ρήτρα, για απόληψη του εργοδότη ποσοστού επί των προσόδων του εκτελεσθέντος μερικώς και εκμεταλλευόμενου από την εργολήπτρια οικοδομικού έργου για τον μέχρί την καταγγελία χρόνο, και πρόσθετα στοιχεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς ή αδικαιολόγητου πλουτισμού της εργολήπτριας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Κατά συνέπεια οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι -όπως εκτιμώνται- προσήκουν στον αριθ. 1 (και όχι 8 ή 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) είναι βάσιμοι. Κατά το άρθρο 440 του Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες".
Κατά το άρθρο 441 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επέρχεται, αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλον. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση ".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali, - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Εάν συντελέσθηκε ο συμψηφισμός, επέρχονται αυτομάτως τα αποσβεστικά αποτελέσματά του και η επίκλησή του σε δίκη αποτελεί καταχρηστική ένσταση, δηλαδή απλή άρνηση της αγωγής.
Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 489/1975). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι απορρίφθηκε ως αόριστη η επικουρικώς προταθείσα εγκαίρως πρωτοδίκως, με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζητήσεως της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων και επαναφερθείσα στο Εφετείο με την αντέφεσή του, ένσταση συμψηφισμού των ανταγωγικών απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων για θετική ζημία τους λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, με ανταπαιτήσεις του αναιρεσείοντος στο εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο εισέπραξαν οι αναιρεσίβλητες, με την εκμετάλλευση του μερικώς εκτελεσθέντος από αυτές έργου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι τη λύση της συμβάσεως κατά το έτος 1985, ποσού 366.506.546 δραχμών, όπως αναλυτικά για κάθε έτος ξεχωριστά αναφέρονται τα επί μέρους ποσά με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την αντέφεσή του και με το αναιρετήριο, ενώ περιέχονται και σε καθ' υποφοράν απάντηση της προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά την έκθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν το αίτημά του για απόδοση του συμφωνημένου ποσοστού εισπράξεων από την εκμετάλλευση του έργου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.
Η ως άνω ανατρεπτική της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος περιέχει τα απαραίτητα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στοιχεία για να είναι επαρκώς ορισμένη και εσφαλμένως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την απόφαση του Εφετείου, κατά την προσπάθεια υπαγωγής των ως άνω περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 440-442 Α.Κ.
Κατά συνέπεια είναι βάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ., ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται με τα ως άνω περιστατικά και η από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, καθ' όσον δεν στοιχειοθετείται παράβαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Β) Επί της από 15-2-2008 αιτήσεως αναιρέσεως των ΞΕΚΤΕ Α.Ε. και ΦΡΑΖΕΚΤΕ Α.Ε.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνον στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενο λόγο (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Η απόρριψη αιτήματος ως απαραδέκτου κρίνεται από το αποτέλεσμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ανεξαρτήτως λεκτικής διατυπώσεως. Για το σκοπό αυτό επισκοπούνται τα δικόγραφα, ώστε να εξακριβωθεί, αν υπήρχαν ή όχι σ' αυτά αιτιάσεις περί απαραδέκτου. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η ανταγωγή τους, εφόσον αυτή ασκήθηκε "υπό την αίρεση ότι θα γίνει δεκτή, η από 10-7-1985 προσφυγή" του αναιρεσιβλήτου, ενώ η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Εφετείο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της 8394/1987 ανταγωγής των αναιρεσειουσών (άρθρο 261 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι στην τελευταία σελίδα αυτής, πριν από το αιτητικό, με το οποίο ζητείται κυρίως η απόρριψη της προσφυγής του αναιρεσιβλήτου και επικουρικώς να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στις αναιρεσείουσες (ως αποζημίωση για θετική ζημία τους μετά την καταγγελία της συμβάσεως κατά το άρθρο 15 ν. 1491/1984) το ποσό των 2.900.000.000 και άλλως των 1.452.321.929 δραχμών, περιέχεται η εξής περικοπή: "Επειδή η παρούσα ανταγωγή μας ασκείται εντελώς επικουρικά προς διακοπήν της διετούς προθεσμίας του άρθρου 15 του ν. 1491/1984.
ΓΙ' ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ. Εφόσον γίνει δεκτή η από 10-7-1985 προσφυγή του αντιδίκου ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία παρεπέμφθη στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια με την υπ' αρ. 7933/86 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, πράγμα που αποκρούαμε και πάλι. ΖΗΤΑΜΕ κλπ.... ". Από το περιεχόμενο αυτό της ανταγωγής των αναιρεσειουσών προκύπτει, ότι η δικαστική διάγνωση της ασκούμενης με αυτή αξιώσεως εξαρτήθηκε από την ενδοδιαδικαστική προϋπόθεση (αίρεση) ότι θα ευδοκιμούσε η προσφυγή του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο τη λύση, με καταγγελία του, της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μισθώσεως έργου.
Τον επικουρικό αυτό χαρακτήρα της ανταγωγής δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όταν με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέα την προσφυγή του αναιρεσιβλήτου ως προς τα αιτήματα αποδόσεως του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων της Πλατείας Κλαυθμώνος και αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα γενόμενα δεκτά εν λόγω αιτήματα της προσφυγής, αλλά έκρινε βάσιμη μερικώς την ανταγωγική αξίωση των αναιρεσειουσών και επικύρωσε (διατηρώντας) τη διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανταγωγή για το ποσό των 283.516, 63 Ευρώ.
Κατά συνέπεια εσφαλμένως το Εφετείο δεν αναγνώρισε τα υφιστάμενο, με την ανταγωγή των αναιρεσειουσών. δικονομικό κώλυμα εξέτασής της, μετά την απόρριψη της προσφυγής του αναιρεσιβλήτου και δεν κήρυξε έτσι το (δικονομικό) απαράδεκτο (άρθρο 106, 159 παρ. 2 και 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.) της περαιτέρω συζητήσεως της ανταγωγής, εξαφανίζοντας τη διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η ανταγωγή.
Γι' αυτό είναι βάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, για τον οποίο σημειωτέον επικαλούνται και έννομο συμφέρον οι αναιρεσείουσες, καθ' όσον αμφισβητούν τη νομιμότητα της γενόμενης από τον αναιρεσίβλητο καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως έργου, της οποίας επιδιώκουν την παράταση μέχρι την εξάντληση του συμβατικού χρόνου ισχύος της.
Μετά την παραδοχή των ως άνω λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως αποβαίνει αλυσιτελής (και χωρίς αντικείμενο).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 8374/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους, σε κάθε συνεκδικαζόμενη αίτηση αναιρέσεως, στα δικαστικά έξοδα των (αντίστοιχων) αναιρεσειόντων από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ