Supreme Court quashes appeal judgment for insufficient reasoning on defamation liability and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the lower court's appeal judgment due to a lack of sufficient reasoning regarding the defendants' liability for defamation. The court found the lower court accepted contradictory facts without adequate justification, specifically regarding the defendants' knowledge of the buyer's actions. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to cassation if it lacks a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning on a fact of fundamental importance to the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1617 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1617/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1και 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δημητρολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 479/1996 μη οριστική, 3082/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 737/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 1η Μαρτίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 57 εδ. α΄, 59 εδ. α΄, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362 και 367 παρ. 1 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ. 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρ. 5 παρ. 2) τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται δε με συκοφαντική δυσφήμηση ή δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση, όχι όμως με συκοφαντική δυσφήμηση, αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και δεν έχει σκοπό εξυβρίσεως.
Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Με το από ........ ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ τουΧ3 και του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος [ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου] Ψ1, ο οποίος εκπροσωπούσε και τη δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα, αδελφή του, [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), Ψ2, καθώς και τους αδελφούς Ψ3 και Ψ4 , συγκύριοι όλοι κατά 25% καθένας τους μιας παλαιάς ημιτριόροφης οικίας που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού...........
αρ. ......, συμφωνήθηκε να αγοράσει οΧ3 την εν λόγω οικία αντί τιμήματος 17.000.000 δρχ., έναντι του οποίου κατέβαλε στον ......... 500.000 δρχ. ως αρραβώνα, το υπόλοιπο δε ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 15.12.1990. Στη σχετική απόδειξη που συνέταξαν, συμφωνήθηκε ρητά, ότι η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου θα πραγματοποιείτο εντός 15 ημερών, υπό τον όρο ότι το ακίνητο θα ήταν απαλλαγμένο από κάθε νομικό ή πραγματικό ελάττωμα.
Στη συνέχεια, οι μεν αδελφοί Ψ3 κ' Ψ4, παρέδωσαν στονΧ3 όλα τα σχετικά πιστοποιητικά και δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο δε Ψ1 παρέδωσε σ' αυτόν μόνο τα αντίγραφα των τίτλων του ακινήτου, για τον σχετικό έλεγχο τίτλων, και υποσχέθηκε να του χορηγήσει το τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου και να προσκομίσει στη συμ/φο ...........
τα πιστοποιητικά της εφορίας, που ήταν απαραίτητα για τη σύνταξη του συμβολαίου. Επειδή οι αναιρεσίβλητοι καθυστερούσαν την παράδοση των ανωτέρω στοιχείων και πιστοποιητικών, ο Χ3, που επειγόταν για την αγορά, αφ' ενός μεν ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό .......... την εκπόνηση της σχετικής μελέτης και τη σύνταξη του οικείου τοπογραφικού διαγράμματος, αφ' ετέρου δε απέστειλε, προς όλους τους συγκύριους του ακινήτου, το από 1-11-1990 τηλεγράφημα με το οποίο τους ενημέρωνε ότι είχε ήδη γίνει ο έλεγχος των τίτλων και η σύνταξη σχεδίου συμβολαίου, και ζήτησε να προσκομίσουν σύντομα τις βεβαιώσεις φορολογικής ενημερότητας, καταβολής φόρου κληρονομιάς, ΦΠΑ και τυχόν εισοδημάτων από μισθώματα, διαμαρτυρήθηκε δε έντονα για την καθυστέρηση και τους κατέστησε υπεύθυνους για οποιαδήποτε ζημία θα υφίστατο από ενδεχόμενη αύξηση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν τελικώς τα άνω έγγραφα, διότι, όπως οΧ3 πληροφορήθηκε, διαπραγματεύονταν την πώληση του ακινήτου τους σε τρίτο αγοραστή αντί συνολικού τιμήματος 25.000.000 δρχ., και κατόπιν τούτου προχώρησε στην αγορά με το υπ' αριθμ. .......... συμβόλαιο της ανωτέρω συμ/φου των μεριδίων [50%] των αδελφώνΨ3 κ' Ψ4 αντί συνολικού τιμήματος 28.500.000 δρχ., ενώ άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως σε βάρος της περιουσίας τους για το ποσό των 30.000.000 προς εξασφάλιση ισόποσης αξίωσής του για αποζημίωση από την ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων, από την οποία, αργότερα, μετά την ανάκληση προσωρινής διαταγής που του είχε χορηγηθεί, παραιτήθηκε.
Επίσης με την από 2-6-1992 με αύξ. αριθ. κατ. 5054/3-6-1992 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε από αυτούς το συνολικό ποσό των 601.907 δρχ. ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από τις διαπραγματεύσεις, η οποία αντιστοιχούσε στις δαπάνες που υποβλήθηκε εξαιτίας της μη καταρτίσεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου.
Για την απόδειξη των ισχυρισμών του επί της αγωγής εκείνης, προσκόμισε στο Δικαστήριο και δύο βεβαιώσεις. Η μία ήταν του ενάγοντος Χ1 [ήδη αναιρεσείοντος] ως πληρεξούσιου δικηγόρου του, και η άλλη της προαναφερόμενης συμ/φου Χ2. Στη βεβαίωση του ενάγοντος βεβαιώνεται ότι τα δικαιώματά του σχετικά με τον έλεγχο τίτλων και τη σύνταξη σχεδίου συμβολαίου για το ακίνητο επί της οδού ........... .., που θα υπογραφόταν μεταξύ του Χ3, των αδελφώνΨ3 κ' Ψ4και των εναγομένων, ανέρχονταν στο ποσό των 324.975 δρχ.
σύμφωνα με το άρθρο 24 του κώδικα Δικηγόρων, ήτοι (21.665.624 χ 1, 5% = 324.975), ότι το άνω συμβόλαιο δεν υπογράφηκε ακόμη και ότι η αμοιβή του οφείλεται. Στη βεβαίωση της συμβολαιογράφου αναφερόταν, ότι δεν υπογράφηκε το συνταχθέν συμβόλαιο και ότι της οφείλετο η αμοιβή της 126.832 δρχ. Επί της αγωγής αυτής τουΧ3 εκδόθηκε η 1668/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 225.904 δρχ.
ο καθένας. Ειδικότερα, με την πιο πάνω απόφαση υποχρεώθηκαν αυτοί να του καταβάλουν: α) ποσό 324.975 δρχ. οφειλόμενο από τον ίδιο [Χ3] στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ1 (ενάγοντα) ως αμοιβή του για τις ανωτέρω εργασίες του και β) ποσό 126.832 δρχ. οφειλόμενο επίσης από τον ίδιο στη συμ/φο Χ2, ως αμοιβή της για την εκ μέρους της σύνταξη το Νοέμβριο του 1990 πωλητηρίου συμβολαίου με πωλητές τους εναγομένους και αγοραστή τον Χ3, το οποίο τελικά δεν υπογράφηκε.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, οι εναγόμενοι κατέθεσαν εναντίον του ενάγοντος δικηγόρου [αναιρεσείοντος] και του πελάτη του Χ3 την από 30-11-1993 μήνυσή τους, με την οποία κατήγγειλαν ότι οι βεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς, προσκομίστηκαν δε από τους μηνυόμενους, με σκοπό να παραπλανήσουν τον αρμόδιο Δικαστή για την έκδοση ευνοϊκής αποφάσεως, και ως εκ τούτου διέπραξαν το αδίκημα της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της προαναφερόμενης 1668/1993 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η 3510/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι ήταν υπαίτιοι της μη καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως και ότι τα αναγραφόμενα στις βεβαιώσεις δεν ήταν ψευδή, επιδικάστηκε στονΧ3 τελικά το ποσό των 222.492 δρχ., ενώ με το υπ' αριθμ. 787/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων και οι λοιποί μηνυθέντες Χ3, Χ4 και Χ2 απηλλάγησαν των κατηγοριών για απάτη ενώπιον του Δικαστηρίου και απλή συνέργεια σ' αυτήν.
Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, και τα εξής: "Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε, ότι οι εναγόμενοι υπέβαλαν την άνω μήνυση εν γνώσει της αναλήθειας των αναφερόμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών και με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των μηνυομένων και ειδικότερα εν προκειμένω του ενάγοντος.
Αντίθετα αποδείχτηκε, ότι λόγω της σφοδρότατης αντιδικίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του εντολέως του ενάγοντοςΧ3 και των εναγομένων, εξ αιτίας της μη καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως του προαναφερόμενου ακινήτου, οι τελευταίοι ευλόγως πίστευαν ότι το περιεχόμενο των προσκομισθεισών στο Δικαστήριο βεβαιώσεων [δεν] ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι αυτές συντάχθηκαν μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, που κατά τους ισχυρισμούς τους είχε επέλθει την 12-11-1990.
Η πεποίθηση τους αυτή δικαιολογείτο από τα παρακάτω περιστατικά: 1) από το γεγονός ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις δεν έφεραν ημεροχρονολογία εκδόσεως και δεν τους είχε καταβληθεί η σχετική αμοιβή από τον Χ3, 2) ότι στο συνταχθέν σχέδιο συμβολαίου από τη συμ/φο Χ2 αναφέρεται ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών ο Χ4, τον οποίο αυτοί δεν γνώριζαν ούτε κατ' όψη, ενώ η β΄ εξ αυτών είναι εν ενεργεία δικηγόρος, 3] από το ότι στο σχέδιο γίνεται μνεία του τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονος μηχανικού .........
με ημερομηνία 15-11-1990, μεταγενέστερη δηλ. της 12-11-1990, ήτοι της διακοπής των διαπραγματεύσεων, 4) από τα κενά στα σημεία αναγραφής του τόμου και του αριθμού της εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων αγωγής διανομής του πωλουμένου ακινήτου από το οποίο εσφαλμένα συμπέραναν ότι δεν είχε γίνει έλεγχος ή εμπεριστατωμένος έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου και 5) από το γεγονός ότι ο αιτώνΧ3 παραιτήθηκε του δικογράφου της αιτήσεως του περί συντηρητικής κατασχέσεως της περιουσίας τους και αφού είχε ανακληθεί εν τω μεταξύ η προσωρινή διαταγή που είχε δοθεί, στηριζόμενη στην επικαλούμενη από τον αιτούντα αφερεγγυότητα τους και στο επίσης επικληθέν περιστατικό ότι το ακίνητο τους επί της οδού......
αρ..... ήταν το μοναδικό ακίνητο τους χωρίς βάρη ή υποθήκη. Έτσι, υποβάλλοντας την μήνυσή τους είχαν απολύτως δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι υποστηρίζουν γεγονότα αληθή και προασπίζουν τα συμφέροντα τους με νόμιμο τρόπο, ουδόλως δε είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω προσβολής της τιμής και της υπόληψής του με συκοφαντική δυσφήμηση.
Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο, υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών καθ' όσον αφορά το θεμελιωτικό της αγωγής γεγονός, και άρα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο, διότι, ενώ δέχεται, όπως από την απόφασή του προκύπτει, ότι: α] ήταν αληθές πως ο αγοραστής Χ3, πιστεύοντας ότι οι διαπραγματεύσεις θα κατέληγαν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου, είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες [έλεγχο τίτλων, σύνταξη σχεδίου του πωλητηρίου συμβολαίου] και είχε υποβληθεί στις σχετικές δαπάνες, και συνεπώς ούτε αυτός ούτε ο αναιρεσείων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, είχαν παραπλανήσει το δικαστήριο στην πολιτική δίκη με ψευδείς ισχυρισμούς και αναληθή έγγραφα ζητώντας την πληρωμή των δαπανών αυτών, και β] ο αγοραστής Χ3 , ήδη από την 1.11.1990, δηλαδή πριν από τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, είχε ενημερώσει τους αναιρεσίβλητους με σχετικό τηλεγράφημα ότι είχε πραγματοποιήσει όλα τα ανωτέρω [έλεγχο τίτλων, σύνταξη σχεδίου συμβολαίου] και τους καλούσε να προσκομίσουν τα υπόλοιπα αναγκαία για την υπογραφή του συμβολαίου έγγραφα, δέχεται ωστόσο ότι οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν την αλήθεια των περιστατικών αυτών και ότι κατά την υποβολή της εναντίον του αναιρεσείοντος μήνυσης για απάτη στο δικαστήριο "είχαν απολύτως δικαιολογημένη την πεποίθηση ότι υποστηρίζουν αληθή γεγονότα", χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά για την αιτιολογία της παραδοχής του αυτής.
Αυτά δε που αναφέρει [έλλειψη ημερομηνίας επί των βεβαιώσεων του δικηγόρου και της συμβολαιογράφου ότι δεν είχαν λάβει την οφειλόμενη αμοιβή τους, μνεία στο σχέδιο του συμβολαίου περί της εκπροσώπησης του αγοραστή από δικηγόρο άλλον από εκείνον που είχε κάνει τον έλεγχο τίτλων, αναφορά ημερομηνίας μετά την διακοπή των διαπραγματεύσεων στο μη έχον σχέση με τις ψευδείς βεβαιώσεις και τα ψευδή στοιχεία τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, μη αναγραφή στην αγωγή των ειδικότερων στοιχείων της άσχετης με τις αξιώσεις τουΧ3 καταχωρηθείσης στα βιβλία διεκδικήσεων αγωγής διανομής του υπό αγορά ακινήτου, και παραίτηση από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων] είναι ανεπαρκή και δεν στηρίζουν την κρίση για την εκτεθείσα πεποίθηση των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 737/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ