Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unilateral unfavorable employment contract changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a unilateral modification of employment terms. The employer argued that a change in corporate ownership and increased workload did not constitute a detrimental modification, noting the employee's voluntary resignation and subsequent hiring of a replacement. The court upheld the lower court's finding that no legal basis existed for the unilateral change, as the employee had not contested the increased workload until after resigning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(1) of Law 2112/1920; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A unilateral detrimental modification of employment terms requires employer consent or legal authorization; failure to prove such conditions warrants dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1617 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1617/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σιμόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....." η οποία εδρεύει .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2101/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8866/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με επίκληση προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα 1101Ββ/6-10-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Ξαγοράρη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 648, 652 και 656 Α.Κ. προκύπτει ότι βλαπτικές μεταβολές των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί δυσμενή για τον εργαζόμενο τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου και χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο. Σε μια τέτοια περίπτωση ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να αξιώσει την τήρηση των συμφωνημένων ή οριζομένων από το νόμο.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε προσληφθεί από την αρχικά εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "....." την 1-5-1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της. κατά τον Οκτώβριο 2001 οι μέτοχοι της εργοδότριας εταιρίας μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως τις μετοχές τους στις εταιρίες "....." και ".....".
Η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν έθιξε τον ενάγοντα, ο οποίος εξακολούθησε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, πλην όμως αυξήθηκε ο φόρτος της εργασίας του, επειδή μειώθηκε το προσωπικό του λογιστηρίου. Ενόψει της αποχώρησης του υπαλλήλου λογιστηρίου Παναγιώτη Πανίδη, που έγινε την 31-1-2002, ο ενάγων απέστειλε προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των εταιριών "....." και "....." την από 31-1-2002 επιστολή με την οποία α) εξέθεσε ότι επικειμένη αποχώρηση του ως άνω υπαλλήλου θα καταστήσει τη λειτουργία των υπηρεσιών του λογιστηρίου προβληματική λόγω μη ανάθεσης των καθηκόντων του σε άλλο πρόσωπο, β) επισήμανε την έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού και τον εξ αυτού του λόγου κίνδυνο εξαμελείας παράβασης διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων με τις εντεύθεν συνέπειες, γ) δήλωσε ότι οι οργανωτικές ελλείψεις του λογιστηρίου έχουν επιφέρει επαχθή μεταβολή των συνθηκών εργασίας του, έχουν καταστήσει δυσχερή την άσκηση των καθηκόντων του, τον θίγουν ως επαγγελματία, εργαζόμενο και ως προσωπικότητα και δ) κάλεσε την εργοδότρια εταιρία να άρει τη δημιουργηθείσα κατάσταση δηλώνοντας ότι διαφορετικά θα θεωρήσει την παράλειψή της ως καταγγελία από μέρους της της σύμβασης εργασίας του.
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι, η αρχικά εναγομένη εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της ....., παραδέχθηκε την ύπαρξη του φόρτου εργασίας του λογιστηρίου και υποσχέθηκε να λάβει μέτρα. ΄Ετσι μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου ....., προσέλαβε στο λογιστήριο την υπάλληλο ...... Ωστόσο ο ενάγων επανήλθε με την από 15-2-2002 επιστολή του προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της άνω εταιρίας με την οποία, αναφερόμενος στην από 30-1-2002 προηγουμένη επιστολή του, α) επισήμανε ότι λόγω της μη κάλυψης των ελλείψεων του λογιστηρίου έχει επέλθει βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του και ότι ο πρόεδρος του δ.σ. .....
του δήλωσε ότι θα του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, β) δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να παράσχει τις υπηρεσίες του για όσο χρόνο χρειαστεί και κάλεσε τα μέλη του δ.σ. να ορίσουν "τους όρους της περαιτέρω συνεργασίας". Επίσης την 27-2-2002 κοινοποίησε στην εργοδότριά του εταιρία το από 26-2-2002 εξώδικο έγγραφο, με το οποίο δήλωσε ότι θεωρεί ως άτακτη καταγγελία την παράλειψη της εναγομένης να άρει τη μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του και ότι αποχωρεί από την εργασία του και ζήτησε τη νόμιμη αποζημίωσή του.
Η εναγομένη με το από 27-2-2002 έγγραφό της ανήγγειλε προς τον Ο.Α.Ε.Δ. την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του την 27-2-2002. Ακόμα κατέθεσε στο λογαριασμό του στην Τράπεζα Νova Βαnk το μισθό του Φερουαρίου 2002 και τον ασφάλισε στο Ι.Κ.Α. για είκοσι τρεις ημέρες του Φεβρουαρίου 2002, επιπλέον δε χορήγησε στον ενάγοντα βεβαίωση αποδοχών για το διάστημα από 31-1-2002 έως 27-2-2002.
Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ΄ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του ενάγοντος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την κυρία βάση της αγωγής του. Η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που επήλθε την 22-10-2001 με την μεταβίβαση των μετοχών της εταιρίας "....", στις εταιρίες "......" και ".....", δεν είχε ως συνέπεια τη δυσμενή τροποποίηση των όρων εργασίας του ενάγοντος, αφού αυτός διατήρησε τη θέση και τις αρμοδιότητές του.
Η αύξηση του φόρτου εργασίας του λογιστηρίου δεν υπήρξε αποτέλεσμα της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, η οποία διατήρησε τον ενάγοντα στη θέση εργασίας και προσέλαβε άλλον υπάλληλο μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου του λογιστηρίου. ΄Αλλωστε ο ενάγων από τον Οκτώβριο 2001 μέχρι την 31-1-2002 δεν διαμαρτυρήθηκε για τον φόρτο της εργασίας του και τις ελλείψεις προσωπικού του λογιστηρίου.
Και ότι η αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του έγινε με τη θέλησή του, χωρίς τη συναίνεση της εναγομένης και χωρίς να προκύπτει μονομερής εις βάρος του βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δι΄ αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τούτο διότι ενώ πράγματι δέχθηκε ότι μετά την προεκτεθείσα συγχώνευση εταιριών και την αποχώρηση υπαλλήλου του λογιστηρίου, του οποίου προϊστατο ο αναιρεσείων, επήλθε αύξηση του φόρτου εργασίας σε τούτο (λογιστήριο) και του αναιρεσείοντα, δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι η αύξηση αυτή αντιμετωπίσθηκε με την πρόσληψη άλλης υπαλλήλου, αιτιολογία η οποία δεν έρχεται σε αντίφαση με την προηγουμένη.
Περαιτέρω δεν υφίσταται ανεπάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλομένης ως προς τον χρόνον προσλήψεως της ετέρας υπαλλήλου και δη συνισταμένη στο ότι δεν διευκρινίζεται σε αυτή (προσβαλλομένη), ως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το αν η υπάλληλος προσελήφθη πρό ή μετά την αποχώρηση του αναιρεσείοντος, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενό της (προσβαλλομένης) και δη των σε αυτή διαλαμβανομένων περί προσλήψεως της υπαλλήλου και της παρά ταύτα επανόδου του αναιρεσείοντος δια νέας επιστολής του προς τα μέλη του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης, καθίσταται σαφές ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε πρόσληψη της υπαλλήλου προ της αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος. Πρέπει συνεπώς ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμες οι περί του αντιθέτου δια του μοναδικού λόγους αναιρετικές αιτιάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 8866/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ