1616/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1616/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 577 παρ. 1 και 3, 569 παρ. 1 και 2, 573 , σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1616 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Γ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριάδνη Νούκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και 2) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου και η 2η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Πετροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1118/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2022 αίτησή της και τους από 7-12-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-5-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 75/27-5-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 240/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (21-12-2021), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι από 7-12-2023 (αριθ. κατ. 178/2023) πρόσθετοι λόγοι αυτής, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο και έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδοθεί στις αναιρεσίβλητες (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως υπ' αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ.
Π., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (άρθρα 577 παρ. 1 και 3, 569 παρ. 1 και 2, 573 , σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 28-8-2013, της ένδικης, από 28-8-2013, αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.
Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι: "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι: "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.
Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην, όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί αποφάσεως ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος.
Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-8-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 509/2013) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών της), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1118/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την προταθείσα, από την μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE", ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, εν συνεχεία δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 21-11-2018 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 240/2021 απόφασή του, με την οποία απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε με το να μην απορρίψει ως αόριστη την προταθείσα ένσταση δόλου, και περαιτέρω δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ερευνώμενους συνδυαστικά κατά το οικείο μέρος τους (που αφορά την ένσταση δόλου), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι έκρινε ορισμένη την ένσταση της καθ' ης η αίτηση- πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσείουσας-αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ' αριθμ. 1118/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και της εκδοθείσας επ' αυτής, υπ' αριθμ. 240/2021, προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στις από 20-3-2017 πρωτόδικες προτάσεις της καθ' ης η αίτηση- ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι η καθ' ης - πρώτη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να θεμελιώσει τον ως άνω ισχυρισμό της, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "...όπως προκύπτει τουλάχιστον από τον πίνακα πιστωτών και των απαιτήσεών τους που περιλαμβάνεται και στην ένδικη κρινόμενη αίτηση, το σύνολο των οφειλών της αιτούσας-αντιδίκου προς τους πιστωτές της προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από συμβάσεις δανείων (πιστωτικά προϊόντα) επαγγελματικής πίστης, ήτοι τουλάχιστον από τρεις (3) συμβάσεις χορήγησης δανείων επαγγελματικής πίστης, μία (1) σύμβαση δανείου καταναλωτικής πίστης και μία (1) σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας συνολικού ποσού τουλάχιστον 175.316,56 ευρώ περίπου, ενώ ουδόλως επικαλείται ούτε βέβαια ιδίως αποδεικνύεται ποια ήταν η φύση των αναγκών οι οποίες επέβαλαν και εξυπηρετούσαν αυτήν την υπέρμετρη δανειοδότηση, ποιες έκτακτες και απρόβλεπτες αποδεδειγμένες ανάγκες- και όχι βέβαια κατά γενικόλογη και αόριστη επίκλησή τους- επέβαλαν αυτήν την υπέρογκη δανειοδότηση, και ποιες τελικά υπήρξαν αποδεδειγμένα οι ανάγκες δανειοδότησης της αιτούσας και μάλιστα σε αυτό το ύψος, που να δικαιολογούν τον κατά τα άνω υπέρμετρο δανεισμό της, δεδομένου μάλιστα και ότι η αιτούσα είχε πλήρη συνείδηση της εισοδηματικής της κατάστασης και του ορίου των οικονομικών δυνατοτήτων της, όπως άλλωστε προκύπτει με βάση τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη κρινόμενη αίτηση της αιτούσας αντιδίκου οφειλέτιδας.
Ενόψει των όσων ανωτέρω επισημαίνονται...καίτοι η αιτούσα αντίδικος- οφειλέτιδα κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων και χορήγησης των υπό ρύθμιση δανείων γνώριζε ότι δεν διέθετε- κατά τα λεγόμενά της- ατομικό μηνιαίο εισόδημα, ικανό να καλύψει τόσο τις ατομικές ανάγκες διαβίωσής της, όσο και τις δανειακές της υποχρεώσεις, ούτε ακίνητη περιουσία ικανή να αντισταθμίσει τον κίνδυνο απώλεια εισοδήματος, εν τούτοις προέβαινε σε συνεχή δανεισμό και στη σύναψη κατ' εξακολούθηση συμβάσεων δανείων επαγγελματικής πίστης, ακόμα και ως εγγυήτρια-αυτοφειλέτιδα, υψηλότατων ποσών όλως αδικαιολογήτως, αφού δεν διέθετε ακίνητη περιουσία, ικανή να αντισταθμίσει τον κίνδυνο απώλειας εισοδήματος, ως ισχυρίζεται ότι πράγματι συνέβη, με την επιφύλαξη όσων ανωτέρω ενιστάμενη η Τράπεζά μας εξέθεσε, ενώ συγχρόνως γνώριζε κατ' ορθή εκτίμηση των πραγμάτων την αδυναμία κάλυψής τους, με αποκλειστικό σκοπό τελικά να εξασφαλίσει για τον εαυτό της ένα επίπεδο διαβίωσης ανώτερο από αυτό που της επέτρεπε η οικονομική της δυνατότητα, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος καταναλωτής...".
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας- αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, η οποία παραδεκτά προβλήθηκε πρωτοδίκως και στην κατ' έφεση δίκη, είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.
Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αναιρεσίβλητη μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρει το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που η αιτούσα- αναιρεσείουσα έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα και τα οποία οφείλει, ανερχόμενα στο ποσό των 175.316,56 ευρώ συνολικά, β) μνημονεύει τις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, ήτοι ότι δεν διέθετε ατομικό μηνιαίο εισόδημα και την έλλειψη άλλων περιουσιακών στοιχείων και ακίνητης πειρουσίας από πλευράς της και γ) αναφέρει ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας -αναιρεσείουσας κατά την ανάληψη των χρεών της, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης και της πρόθεσής της να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής της ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνακόλουθα, το, ως άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτριας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 240/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα και νυν εκκαλούσα, (ήδη αναιρεσείουσα) γεννηθείσα το έτος 1982, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση έφεσης 39 περίπου ετών, τυγχάνει άγαμη και χωρίς τέκνα, ενώ διαμένει με τη διαζευγμένη μητέρα της, Κ.
Φ., σε οικία κυριότητάς της, στην Κόρινθο. Η αιτούσα είναι καθηγήτρια μουσικής, άνεργη, με μηδενικά εισοδήματα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι λαμβάνει επίδομα ανεργίας. Το ατομικό της εισόδημα, κατά την υποβολή της ένδικης αίτησης, ανερχόταν σε ποσό 500 ευρώ περίπου μηνιαίως, προερχόμενο από την παράδοση ιδιαιτέρων μαθημάτων μουσικής κατ'οίκον σε μαθητές, όπως, δε, ισχυρίζεται η ίδια, τα μαθήματα αυτά έχει ήδη διακόψει από τις αρχές του έτους 2016 λόγω της εν γένει οικονομικής κρίσης.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα ανέλαβε τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, εκ των οποίων αυτά που είναι ανέγγυα, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμα, με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογιζόμενα με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο αυτόν, ανερχόμενων στα εξής ποσά: 1.
υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας: α) συμβληθείσα ως εγγυήτρια στην υπ'αριθμ. .../2007 σύμβαση επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 114.668,54 ευρώ, από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 4.638,80 ευρώ που καταβλήθηκε από την αιτούσα-εκκαλούσα δυνάμει των από 07-11-2013 και 23-11-2015 προσωρινών διαταγών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η δε απαίτηση της πρώτης των εφεσιβλήτων (ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων) είναι εξοπλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης Α' τάξης επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας, β) συμβληθείσα ως συνοφειλέτρια στην υπ'αριθμ. .../2007 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, εκ της οποίας ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 5.888,12 ευρώ, εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 268,40 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αιτούσα-εκκαλούσα δυνάμει των από 07-11-2013 και 23-11-2015 προσωρινών διαταγών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, 2.
Υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) : α) συμβληθείσα ως οφειλέτρια στην υπ'αριθμ. 352/2007 σύμβαση δανείου, εκ της οποίας ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 4.207,10 ευρώ, εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 199,60 ευρώ που καταβλήθηκε από την αιτούσα-εκκαλούσα δυνάμει των από 07-11-2013 και 23-11-2015 προσωρινών διαταγών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, β) συμβληθείσα ως εγγυήτρια στην υπ'αριθμ. .../2008 σύμβαση επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 62.426,54 ευρώ, εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 2.846 ευρώ που καταβλήθηκε από την αιτούσα- εκκαλούσα δυνάμει των από 07-11-2013 και 23-11-2015 προσωρινών διαταγών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, και γ) συμβληθείσα ως εγγυήτρια στην με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση δανείου, εκ της οποίας ληξιπρόθεσμη οφειλή ποσού 1.038,50 ευρώ, εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των 47,20 ευρώ που καταβλήθηκε από την αιτούσα-εκκαλούσα δυνάμει των από 07-11-2013 και 23-11-2015 προσωρινών διαταγών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου. Από το σύνολο των ανωτέρω, συνάγεται ότι η συνολική οφειλή της εκκαλούσας προς τις ανωτέρω πιστώτριες τράπεζες, ανέρχεται στο ποσό των [110.029,74+ 5.619,72+ 4.007,50+ 59.580,54+ 991,30=]180.228,80 ευρώ, η οποία προέρχεται από τις ως άνω συμβάσεις επαγγελματικών δανείων και πιστωτικών καρτών, που συνήψε με τα ως άνω δύο (2) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι μέχρι το έτος 2012, το ετήσιο εισόδημά της ήταν μηδενικό και μάλιστα η ίδια δεν υπέβαλε καν ετήσιες φορολογικές δηλώσεις, ενώ κατά το οικονομικό έτος 2015 το ατομικό φορολογητέο εισόδημά της ανήλθε σε μόλις 881,67 ευρώ. Υπό τα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα της αιτούσας, εκ των οποίων δεν φερόταν να έχει ατομικό εισόδημα παρά μόνο κατά το έτος 2015, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αιτούσα, γνωρίζοντας ότι διέθετε μηδενικό ατομικό εισόδημα, σαφώς μπορούσε να προβλέψει και πράγματι προέβλεψε την αδυναμία της να ανταποκριθεί στην πληρωμή των χρεών της, καθόσον συνολικά και κατ' αποτέλεσμα η μηνιαία εξυπηρέτηση αυτών, βάσει της αίτησης, υπερέβαινε το ετήσιο εισόδημά της, και παρά ταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, διογκώνοντας αλόγιστα το παθητικό της περιουσίας της και αψηφώντας τις συνέπειες.
Περιήλθε, επομένως, η αιτούσα σε δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, καθώς προέβη σε ενέργειες που εν γνώσει της χειροτέρευσαν την ήδη επιβαρυμένη οικονομική της κατάσταση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Η εκκαλούσα, επομένως, δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετούς καταναλωτή, διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης των τραπεζικών προϊόντων, αυτή προέβη σε εκτεταμένο τραπεζικό δανεισμό, και μάλιστα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν διέθετε καν ετήσιο ατομικό εισόδημα.
Ισχυρίζεται, δε, η εκκαλούσα, με σχετικό λόγο της υπό κρίση έφεσής της - σχετικά με την υπερχρέωσή της - ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν υποχρέωση να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά της και όχι να χορηγούν άκριτα δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή.
Και βεβαίως, η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία, χωρίς, επομένως, να τίθεται ζήτημα συνυπαιτιότητας αυτής.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η δόλια περιέλευση της εκκαλούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, αναιρείται η ιδιότητά της ως καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν.3869/2010 και επομένως πρέπει, δεκτής γενομένης της ενστάσεως δολιότητας που πρότεινε η πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ΕUROΒΑΝΚ Ανώνυμη Εταιρεία" ως και ουσιαστικά βάσιμης, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αιτούσας- ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1118/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, που είχε κρίνει όμοια. Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε σταδιακή μείωση των εισοδημάτων της, αλλά στον υπερδανεισμό της, η ίδια δε γνώριζε εξ αρχής, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει, ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Η αναιρεσείουσα διατείνεται περαιτέρω ότι το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι στην ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης προέβη αποκλειστικά για εξυπηρέτηση του α' εξαδέλφου της από μητρική γραμμή Ι. Φ., από λόγους ηθικής υποχρέωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, πιστεύοντας βασίμως ότι ο πρωτοφειλέτης θα εξυπηρετούσε τα δάνεια που ανέλαβε, πλην όμως διαψεύσθηκε λόγω της επιγενόμενης αφερεγγυότητας αυτού.
Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβλήθηκε στο δικαστήριο, το οποίο σιγή τον απέρριψε, καθώς ουδόλως επηρεάζει η αιτία της ανάληψης της εγγυητικής ευθύνης, το δε δικαστήριο κατέληξε, ανέλεγκτα, στο, σαφώς διατυπούμενο, αποδεικτικό πόρισμα, ότι η περιέλευσή της σε κατάσταση μόνιμης και πλήρους αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, οφείλεται στο γεγονός ότι είχε αναλάβει χρέη αναντίστοιχα προς το εισοδηματικό της επίπεδο, υπερβαίνοντας το όριο των οικονομικών της δυνατοτήτων.
Συνεπώς, το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, απορριπτομένων του δευτέρου λόγου αναίρεσης και του συναφούς δεύτερου πρόσθετου λόγου, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, ως αβασίμων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-5-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 75/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 240/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και τους από 7-12-2023 και με αριθμό κατάθεσης 178/2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ