Legislator Case Law & Legislation
1616/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability and damages, upholding lower court's findings of fault and reasonable compensation.

Case Number 1616/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and heirs against a First Instance Court judgment regarding a fatal workplace accident. The appellants argued that the lower court exceeded its discretion in awarding damages for mental suffering, while the respondents maintained the amounts were justified by the severity of the fault and the victim's status. The court ruled that the evidence proved the appellants' negligence constituted a tort and that the awarded damages were reasonable and proportional to the circumstances, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 330 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: The Supreme Court held that a court's assessment of damages for mental suffering does not violate the principle of proportionality if it is based on the proven facts, the degree of fault, and the specific circumstances, provided the amount does not exceed the limits of judicial discretion.

Keywords

AI generated
workplace accident liability mental suffering damages principle of proportionality judicial discretion limits tort negligence civil code provisions appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 556 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 330 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1616 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1616/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., και 3) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., των δύο τελευταίων ως κληρονόμων του Γ. Χ. του Ι.. Η πρώτη και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Η. Α., ο oποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος (Ι. Χ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: 1) Γ. Χ. του Ι., κάτοικο ….., και 2) Π. Τ. του Β., κάτοικο ……, ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Μ. Χ. και Β. Χ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Χ., χήρας Ι. Χ., το γένος Β. Π., 2) Ά. Χ. του Ι., και 3) Σ. Χ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Μ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/02/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16500/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2685/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 § 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος [...], οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 14-12-2020 και με αριθ. κατάθεσης 3232/323/2020 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 16-12-2020. Κατά την παρούσα συζήτηση αυτής ενώπιον του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι στις 8-3-2020, δηλ. μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (20-12-2019) και πριν την άσκηση της αναίρεσης, ο δεύτερος των αρχικά εναγομένων Γ.

Χ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και καθολικούς διαδόχους του τα δύο του παιδιά Ι. Χ. και Κ. Χ., οι οποίοι και άσκησαν την αναίρεση υπό την ιδιότητά τους αυτή [ο εξ αυτών Ι. Χ. παρίσταται και για τον εαυτό του ατομικά ως και ο ίδιος ατομικά διάδικος -εναγόμενος].

Στη συνέχεια, μετά την άσκηση της αναίρεσης, ο εκ των αναιρεσειόντων Ι. Χ. απεβίωσε στις 22-4-2021 και άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Π. Τ. και τα δύο ανήλικα τέκνα του Μ. και Β. Χ., ως και τον ενήλικο από προηγούμενο γάμο υιό του Γ. Χ., οι οποίοι [τα ανήλικα δια της νομίμου εκπροσώπου μητέρα τους] συνεχίζουν εκούσια τη δίκη, παριστάμενοι δι' αυτού.

Τα παραπάνω και ειδικότερα οι ημερομηνίες θανάτων και η νόμιμη δυνατότητα των παρόντων προσώπων (κληρονόμων) να διεξάγουν τη δίκη στη θέση των αρχικών διαδίκων δεν αμφισβητούνται και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση στις προτάσεις των αναιρεσειόντων πιστοποιητικά και έγγραφα.

Επομένως, οι αναιρεσείοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά κατ' άρθρο 556 ΚΠολΔ προς άσκηση της αναίρεσης. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2685/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τη με αριθ.

καταθ. 28024/4409/22-11-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων υπό τις ανωτέρω διακρίσεις κατά της υπ' αριθ. 16500/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η με αριθ. καταθ. 4403/3406/26-2-2018 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών και αφού εξαφάνισε αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος (559 1β ΚΠολΔ) στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε εκείνος από τον αριθμό 11 στοιχ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 § 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλομΑΠ 8/2005, ΑΠ 589/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει τα ποσά αυτά.

Εξάλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Ειδικότερα πταίσμα του εργοδότη στην επέλευση εργατικού ατυχήματος θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση της διάταξης του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων, αδικοπραξία (ΑΠ 160/2021, ΑΠ 374/2018, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 182/2015).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915 (ΟλομΑΠ 1117/1986, ΑΠ 160/2021, ΑΠ 1415/2018, ΑΠ 1076/2014).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, η οποία απέκτησε ρητή συνταγματική υφή με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλομΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 170/2020, 419/2019).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Την 30-8-2007, ο Ι. Χ., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών (ήδη αναιρεσίβλητοι), προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στο 9ο χλμ.

της παλαιάς Εθνικής …….., έχει δε αντικείμενο δραστηριοτήτων το χονδρικό εμπόριο γεωργικών μηχανημάτων, εξοπλισμού και προμηθειών, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός - τεχνικός. Την 17-9-2015, ενώ εξακολουθούσε να εργάζεται στην ..., υπεγράφη τριμερής σύμβαση δανεισμού εργασίας μεταξύ της εταιρείας "...", της εταιρείας "...." και του Ι.

Χ.. Σύμφωνα με αυτή, η εταιρεία "...", παραχώρησε τον εργαζόμενο Ι. Χ. (δανεισμός εργαζομένου) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα), της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος, είναι Πρόεδρος και ο τρίτος Δ/νων Σύμβουλος, για το χρονικό διάστημα από 18-9-2015 έως 31-12-2015. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή ο Ι.

Χ. θα εργαζόταν ως οδηγός στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", από τις 11:00 π.μ. μέχρι τις 16:00 μ.μ., ενώ από τις 08:00 π.μ. έως τις 11:00 π.μ. θα εργαζόταν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Ακολούθως αποδείχθηκε, ότι η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της επεξεργασίας και εμπορίας ελαίων από το έτος 2000, ανέλαβε την υποχρέωση δυνάμει του από 14-9-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας, που υπεγράφη μεταξύ αυτής και του συνεταιρισμού επεξεργασίας και πώλησης οπωροκηπευτικών προϊόντων ...

να προβεί στη συλλογή πράσινης ελιάς Χαλκιδικής από τα τέσσερα πρατήρια (πρόχειρες έδρες - πόστα) συλλογής ελιάς μισθωμένης χρήσης του τελευταίου, κείμενων αυτών στις περιοχές ..., στα δε πλαίσια αυτής της συνεργασίας ο συνεταιρισμός όφειλε να συγκεντρώσει την παραγωγή 300.000 kg περίπου ελαίων από τους παραγωγούς του και να την παραδώσει στην πρώτη εναγόμενη, ενώ η τελευταία όφειλε να παραδώσει στα τέσσερα πρατήρια του ως άνω συνεταιρισμού άδεια παλετοκιβώτια στα οποία θα τοποθετούνταν οι πράσινες ελιές.

Στις 18-9-2015 και ώρα 16:00 μ.μ., όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. ... δελτία αποστολής, ο Ι. Χ. ξεκίνησε από το 9ο χλμ της ……, όπου βρισκόταν η έδρα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", οδηγώντας το με αριθμό ... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, το οποίο ήταν φορτωμένο με κενά παλετοκιβώτια και μικρά τελάρα, προκειμένου να εκφορτωθούν αυτά στα τέσσερα πρατήρια του συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", ήτοι στον ..., στη ..., στου ...

και στα .... Στο πρατήριο του συνεταιρισμού του ..., ο Ι. Χ. έφτασε λίγο πριν τις 19:00 μ.μ. και ξεκίνησε να εκφορτώνει μόνος του τα 15 κενά παλετοκιβώτια διαστάσεων 1,18 Χ 0,78 Χ 0,68 το καθένα, διότι δεν συνοδευόταν από εκφορτωτή - εργάτη της εταιρείας του και δε βρισκόταν εκεί εργάτης του συνεταιρισμού, έπρεπε δε να μην καθυστερήσει και αμέσως να αναχωρήσει για το επόμενο πρατήριο.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και με την έφεση τους, ότι η εντολή τους ήταν να μην εκφορτώσει ο ίδιος τα κιβώτια, και σε περίπτωση που δεν έβρισκε στον τόπο παράδοσης αυτών, εκφορτωτή, έπρεπε να ειδοποιήσει τηλεφωνικά και να ζητήσει την εκφόρτωση των κιβωτίων από υπάλληλο της παραλαβούσας, άλλως, να επιστρέψει στην έδρα της εργοδότριάς του, χωρίς την παράδοση των κιβωτίων.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, όπως και ότι είχε ρητές οδηγίες από την εργοδότριά του, όχι μόνο να μην εκφορτώνει εμπορεύματα, αλλά και να μην ανεβαίνει ποτέ στην καρότσα του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης από αυτήν, διότι: Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, καμία εργοδότρια δεν θα έδινε εντολή στον οδηγό του φορτηγού της, να διανύσει 80 χιλιόμετρα περίπου, προκειμένου να παραδώσει άδεια κιβώτια και σε περίπτωση που δεν υπήρχε υπάλληλος εκφόρτωσης, στον τόπο παραλαβής, να τα επιστρέψει στην έδρα της εργοδότριας διανύοντας άλλα τόσα χιλιόμετρα, χωρίς αποτέλεσμα, να υποβληθεί σε όλο το κόστος μεταφοράς και επιστροφής των κιβωτίων, όταν μάλιστα αυτά είναι άδεια και θα μπορούσαν να εκφορτωθούν και χωρίς την χρήση κλαρκ.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, στην συνέχεια εκθέτουν, ότι ο ως άνω, εργαζόμενος - οδηγός φορτηγού είχε πολυετή εμπειρία όχι μόνο στην οδήγηση φορτηγών, αλλά και στην εκφόρτωση εμπορευμάτων από αυτά, πρόσθετη εργασία, την οποία συχνά πραγματοποιούσε και όσο εργαζόταν στην συγκεκριμένη εναγομένη.

Άλλωστε, όπως η ίδια ισχυρίζεται και αποδείχθηκε, για την ασφαλή και πιο εύκολη εκφόρτωση των κιβωτίων, ό ίδιος ο εργαζόμενος, είχε κατασκευάσει μία μεταλλική ράβδο με γάντζο στην μία της άκρη, ώστε με αυτή να τραβά τα κιβώτια από την καρότσα, ευρισκόμενος ο ίδιος στο έδαφος. Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι και στην ένδικη περίπτωση, ο εργαζόμενος είχε την εντολή, όχι μόνο να μεταφέρει τα παλετοκιβώτια και να τα παραδώσει στους τόπους προορισμού τους, αλλά και να τα εκφορτώσει μόνος του, στην περίπτωση που τελικά δεν υπήρχε υπάλληλος εκφόρτωσης.

Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της εντολής, οι εκκαλούντες ουδέποτε επέστησαν την προσοχή του εργαζόμενου οδηγού τους, να μην ανεβαίνει στην καρότσα του φορτηγού, αλλά να εκφορτώνει αποκλειστικά, ευρισκόμενος στο έδαφος με την χρήση της ράβδου, αντίθετα, θεωρώντας οι εναγόμενοι, πως ο ίδιος διέθετε μεγάλη εμπειρία, τον άφηναν να πραγματοποιεί και τις εκφορτώσεις με τρόπο που ο ίδιος κάθε φορά έκρινε, ως ορθό, δηλαδή να ενεργεί κατά βούληση, παραβλέποντας το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος οδηγός, παρά την εμπειρία που διέθετε και στις εκφορτώσεις, επρόκειτο για εργαζόμενο που έπρεπε να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες ασφάλειας στην πραγματοποίηση της εκφόρτωσης και όχι για αυτοαπασχολούμενο, που φέρει ο ίδιος την ευθύνη και λαμβάνει πρωτοβουλίες κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

Έτσι, περί ώρα 19.10 μ.μ., ο οδηγός, ο οποίος προηγουμένως είχε τραβήξει το παραπέτο από την μία πλευρά της καρότσας και από την πλευρά αυτή κατέβασε μερικά παλετοκιβώτια, ανέβηκε στο πάτωμα της πλατφόρμας του φορτηγού, προκειμένου να προσεγγίσει και τα υπόλοιπα παλετοκιβώτια, τα οποία ήταν πλησίον της άλλης πλευράς και δεν τα έφτανε από το έδαφος, για να τα κατεβάσει.

Όμως, ενώ κινούνταν πλέον πάνω στην καρότσα και με πλάτη στο έδαφος, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος, με το πίσω μέρος του σώματός του, έχοντας μέτωπο προς το εσωτερικό του φορτηγού και από ύψος περίπου 1,30 μ. Κατά την πτώση του στο έδαφος χτύπησε πρώτα το κεφάλι στο δεξιό πλάγιο πίσω τμήμα του και τραυματίστηκε η σπονδυλική του στήλη, ενώ στη συνέχεια το σώμα του έπεσε στο έδαφος και το δεξιό πίσω θωρακικό τοίχωμα.

Από την πτώση του αυτή, ο I. Χ., υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και βαριές κακώσεις θώρακα και πνευμόνων, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του στις 3-10-2015 (πολυοργανική ανεπάρκεια), αφού προηγουμένως είχε νοσηλευτεί στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, διασωληνωμένος, όπου εισήχθη και χωρίς να διαπιστωθεί ότι προηγουμένως, δηλαδή πριν το ατύχημα, έπασχε από κάποια νόσο, ή ότι παθολογικά αίτια προκάλεσαν την πτώση του.

Με βάση τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ως οδηγού, που οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης εργοδότριας και διοικητές της, δεύτερος και τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείοντες) ανέθεσαν στον θανόντα και αποτελεί εργατικό ατύχημα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του Ν. 551/2014.

Το ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του I. Χ., οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια), τόσο των εναγομένων, όσο και του ίδιου. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) παραβίασαν το γενικό τους καθήκον να λάβουν μέτρα προνοίας υπέρ του παθόντος εργαζομένου και να μην ζημιώσουν άλλον υπαίτια, καθόσον, δεν φρόντισαν όπως όφειλαν και μπορούσαν ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες, να εξασφαλίσουν στον οδηγό τους, εργάτη εκφορτωτή, στον τόπο παράδοσης των παλετοκιβωτίων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συγκεκριμένος οδηγός, ηλικίας πλέον 56 ετών, ανεξάρτητα από την πολύχρονη εμπειρία που είχε τόσο στην οδήγηση φορτηγού, όσο και στην εκφόρτωση εμπορευμάτων, εργαζόταν ήδη από τις 08.00 π.μ., στην δανείστρια εταιρία "..." γεγονός που γνώριζαν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), ακόμη δε και αν είχε κάνει διάλειμμα για αναψυχή, αυτό έγινε και πάλι στον χώρο εργασίας του.

Έντεκα δε ώρες, μετά την έναρξη της εργασίας του, δηλαδή στις 19.00 μ.μ. οπότε και συνέβη το ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία του, ήταν κουρασμένος και όφειλε, όχι μόνο να παραδώσει τα παλετοκιβώτια στην περιοχή ..., αλλά να συνεχίσει, σύμφωνα με τα δελτία αποστολής, και να παραδώσει κιβώτια και στην περιοχή των Ν.

Μουδανιών, στην συνέχεια δε να επιστρέψει. Έτσι, ο θανών προκειμένου να τελειώσει τις παραδόσεις που του ανέθεσαν και να επιστρέψει στην οικία του, όντας μόνος του, όταν έφτασε στην περιοχή ..., ξεκίνησε ο ίδιος την εκφόρτωση, πράγμα το οποίο θα είχε αποφύγει, αν η εργοδότριά του, του είχε εξασφαλίσει εργάτη εκφορτωτή, ώστε να αποτρέψει και κάθε ενδεχόμενο ανόδου του ίδιου στην πλατφόρμα του φορτηγού για να πάρει παλετοκιβώτια.

Όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, η εργοδότριά του, επικαλούμενη την εμπειρία του, τον άφηνε να εκφορτώνει ο ίδιος με όποιον τρόπο αυτός έκρινε ως αποτελεσματικότερο, και όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, για την ασφαλέστερη εκφόρτωση των κιβωτίων, κατασκεύασε ο ίδιος ο εργαζόμενος, ράβδο, με γάντζο στην άκρη του.

Βέβαια, δεν όφειλαν οι εναγόμενοι στην συγκεκριμένη περίπτωση να του εξασφαλίσουν κλαρκ για την εκφόρτωση των κιβωτίων, δεδομένου ότι αυτά ήταν άδεια και ο τρόπος αυτός εκφόρτωσης δεν ήταν ο ενδεικνυόμενος. Όμως, γνωρίζοντας την κόπωση του οδηγού τους, λόγω του συνολικού χρόνου εργασίας του από το πρωί της ίδιας ημέρας, όφειλαν να προνοήσουν για την ύπαρξη εργάτη εκφόρτωσης στον χώρο παράδοσης, και να μην τον αφήσουν μόνο του, πολύ περισσότερο, που ο συγκεκριμένος εργαζόμενος, διακρινόταν για την φιλοπονία του, όπως οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, και σε καμία περίπτωση δεν θα επέστρεφε στην έδρα της εργοδότριάς του, χωρίς εκφόρτωση των κιβωτίων, στην περίπτωση που δεν υπήρχε εκφορτωτής στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την κόπωσή του, έχασε την ισορροπία του, ενώ βρισκόταν πάνω στην καρότσα και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει έπεσε στο έδαφος με όλο του το βάρος. Αναφορικά δε με την χρήση ράβδου, όπως προαναφέρθηκε, οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν πως ο εργαζόμενος την κατασκεύασε και τη χρησιμοποιούσε κατά βούληση.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, συνέβαλλε και ο ίδιος ο θανών στην επέλευση του ατυχήματος με δική του αμελή συμπεριφορά. Ειδικότερα, ως μέσος συνετός άνθρωπος και δη επαγγελματίας οδηγός όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και φροντίζοντας για τον εαυτό του, έστω και αν ένιωθε την πίεση ως εργαζόμενος να ολοκληρώσει την εκφόρτωση, να τραβάει τα παλετοκιβώτια μόνο από το έδαφος με την χρήση της ράβδου, την οποία κατασκεύασε και έφερε στο φορτηγό αυτοκίνητο και όσα δεν έφτανε η ράβδος, επειδή ήταν στο βάθος της καρότσας, να τα τραβήξει από την αντίθετη πλευρά της, τραβώντας το αντίστοιχο παραπέτο.

Ωστόσο, υπό την πίεση σύντομης ολοκλήρωσης της εκφόρτωσης και συνέχισης του δρομολογίου του, δηλαδή για εξοικονόμηση χρόνου, ανέβηκε στην καρότσα και προσπάθησε τα πιο απομακρυσμένα κιβώτια να τα κατεβάσει με τα χέρια του, χάνοντας όμως κατά την κίνησή του αυτή, την ισορροπία του και πέφτοντας στο έδαφος.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά του, όπως και η προαναφερόμενη των εναγομένων, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, το βαρύτατο επελθόν αποτέλεσμα, όπως και εν τέλει επέφερε. Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και του παθόντος καταλήγει ότι το εργατικό ατύχημα και ο επελθών θάνατος του οδηγού I.

Χ., οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των εναγομένων κατά ποσοστό 55%, του δε παθόντος κατά ποσοστό 45%, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης, της νόμιμης ένστασης που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, που επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής του υπαιτιότητας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν 56 ετών, υγιής, εργατικός, έγγαμος με δύο παιδιά είκοσι έξι ετών το καθένα, διατηρούσε σχέσεις στοργής με τα παιδιά του και τη σύζυγό του. Όλοι δε, έχουν υποστεί ψυχική οδύνη από τον αιφνίδιο θάνατό του και δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης για την ανακούφιση του ηθικού πόνου που δοκίμασαν.

Λαμβάνοντας δε υπόψη το δικαστήριο α) τις συνθήκες του ατυχήματος, β) τον αιφνίδιο, από το ατύχημα, θάνατο του συγγενούς των εναγόντων, γ) τον βαθμό του πταίσματος που βαρύνει τους εναγόμενους αλλά και τον ίδιο τον συγγενή των εναγόντων, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, η οποία αναφορικά με τους εναγόμενους, προκύπτει και από όσα οι ίδιοι εκθέτουν στην από 19-12-2018 αίτησή τους για αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης, όπου αναφέρουν ότι το έτος 2017 τα καθαρά κέρδη της πρώτης εναγομένης ανέρχονταν σε 102.512 ευρώ, ο δε Ι.

Χ. είναι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αντικειμενικής αξίας 1.387.000 ευρώ και το 2016 έως και το 2018 δήλωσε καθαρά εισοδήματα κατά μέσο όρο ύψους 165.000 ευρώ ετησίως, ότι οι συγγενείς του θανόντος δεν έχουν άλλες οικονομικές δυνάμεις πλην εκείνων που τους αποφέρει η εργασία τους, κρίνει ότι θα πρέπει να οριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και από 25.000 ευρώ για καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ποσά τα οποία είναι ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις των εναγομένων, αλλά και με το επελθόν αποτέλεσμα, (θάνατος του εργαζομένου), έτσι ώστε να μην είναι ούτε υπέρμετρο, ώστε να εξαντλεί οικονομικά τους υπόχρεους, ούτε ευτελές, ώστε να υποβαθμίζεται η αξία του ανθρώπου".

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης, δέχθηκε την έφεση αυτών από τυπική και ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος και είχε αναγνωρίσει ως οφειλόμενα μεγαλύτερα ποσά και συγκεκριμένα 80.000 € στην σύζυγο και από 90.000 € σε καθένα από τα δύο παιδιά του θανόντος και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και στην ουσία και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) οφείλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μεταξύ τους, στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους) τα προαναφερόμενα ποσά (30.000 € στην πρώτη αναιρεσίβλητη και από 25.000 € σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 330 και 662 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες ως άνω παραδοχές του, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και με την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων εξέφερε με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το εργατικό ατύχημα και ο επελθών θάνατος του οδηγού I.

Χ. οφείλεται, ανεξαρτήτως της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του τελευταίου, σε συνυπαιτιότητα των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά ποσοστό 55%, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου των παραλείψεών τους (αμέλειας) προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή, μεταξύ άλλων, αιτιολογία, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν μεριμνήσει για την παρουσία εργάτη εκφορτωτή ώστε να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ανόδου του οδηγού τους στην καρότσα, ότι όφειλαν να προνοήσουν για την ύπαρξη εργάτη εκφορτωτή και να μην τον αφήσουν μόνο του, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της μεγάλης ηλικίας του (56 ετών) αλλά και της κατά την ημέρα του ατυχήματος κόπωσής του λόγω της πολύωρης εργασίας του (11 ώρες) και της πίεσης σύντομης ολοκλήρωσης της εκφόρτωσης και συνέχισης του δρομολογίου του, ότι ουδέποτε του είχαν επιστήσει την προσοχή να μην ανεβαίνει στην καρότσα αλλά να εκφορτώνει αποκλειστικά από το έδαφος με τη χρήση ράβδου, ότι θεωρώντας πως έχει εμπειρία παρέλειψαν να του δώσουν οδηγίες για τη σωστή εκφόρτωση των εμπορευμάτων, αλλά τον άφηναν να εκφορτώνει με όποιον τρόπο έκρινε ο ίδιος ως ορθό, δηλαδή να ενεργεί κατά βούληση, παραβλέποντας ότι επρόκειτο για εργαζόμενο που έπρεπε να τηρεί συγκεκριμένους κανόνες ασφαλείας κατά την εκφόρτωση, τους οποίους πάντα υποχρεούται να παρέχει ο εργοδότης και δεν εξαρτάται τούτο από την ικανότητα ή εμπειρία του δέκτη των οδηγιών και όχι για αυτοαπασχολούμενο, που φέρει ο ίδιος την ευθύνη και λαμβάνει πρωτοβουλίες κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ότι ο ίδιος ο εργαζόμενος είχε κατασκευάσει μία ράβδο την οποία χρησιμοποιούσε κατά βούληση και όχι κατ' υποχρεωτική εντολή του εργοδότη, ούτε του την είχαν χορηγήσει οι αναιρεσείοντες σε εκπλήρωση του γενικού τους καθήκοντος να λάβουν μέτρα πρόνοιας υπέρ του εργαζομένου τους, ανέφερε δηλαδή ότι αυτοί παραβίασαν το γενικό τους καθήκον να λάβουν μέτρα πρόνοιας υπέρ του εργαζομένου τους ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες (ΑΚ 662), ποια μέτρα παρέλειψαν να λάβουν και σε ποιες εσφαλμένες ενέργειες προέβησαν.

Εξάλλου το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας και κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 662 ΑΚ, καθότι οι αποδιδόμενες από την προσβαλλόμενη πιο πάνω παραλείψεις των αναιρεσειόντων, τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή κάποιου ασυνήθιστου αντικειμενικώς περιστατικού και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο άλλωστε πράγματι επέφεραν στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας και στερείται νομίμου βάσεως λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς και παράνομης συμπεριφοράς που τους καταλόγισε και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων Ι.

Χ., και το ζήτημα της ύπαρξης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους συνδεόμενης αιτιωδώς με την επέλευση του επίδικου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους ίδιους λόγους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των ισχυρισμών τους στις ως άνω επικαλούμενες διατάξεις του ΑΚ και υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο, ομοίως και ως προς την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 § 1) και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και ειδικότερα η ράβδος εκφόρτωσης με την οποία είχαν εφοδιάσει τον θανόντα κατά τον χρόνο του ατυχήματος και η οποία του επέτρεπε να πραγματοποιήσει μόνος του την εκφόρτωση από το έδαφος με ασφάλεια χωρίς να είναι αναγκαία η άνοδός του στην καρότσα, ήταν ένα μέτρο ασφαλείας καθόλα επαρκές για την προστασία του, η λήψη του οποίου εκπλήρωσε το γενικότερο καθήκον τους, ως εργοδοτών του, για λήψη μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας υπέρ του εργαζομένου τους προς το σκοπό αποφυγής πρόκλησης ζημίας σε αυτόν από υπαιτιότητά τους, με αποτέλεσμα να μην βαρύνονται με αμελή, παράνομη συμπεριφορά και επομένως αδικοπρακτική ευθύνη, που να υποχρεώνει αυτούς σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εκ του ότι παρέλειψαν να τοποθετήσουν και εργάτη εκφορτωτή κατά τον ένδικο τόπο και χρόνο, δοθέντος μάλιστα ότι η σωρευτική λήψη των δύο αυτών μέτρων ασφαλείας δεν υφίστατο ούτε και προκύπτει από κάποια διάταξη νόμου, μηδέ από το γενικότερο καθήκον τους για λήψη μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας υπέρ του συγκεκριμένου εργαζομένου τους.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν δέχθηκε πως οι αναιρεσείοντες είχαν λάβει ως μέτρο ασφάλειας τη χορήγηση ειδικής ράβδου στον εργαζόμενό τους, αντιθέτως διέλαβε πως αυτοί, θεωρώντας πως ο θανών οδηγός είχε μεγάλη εμπειρία στην εκφόρτωση τον άφηναν να εκφορτώνει με όποιον τρόπο έκρινε κάθε φορά ο ίδιος ως ορθό και αποτελεσματικό, και ο ίδιος ο εργαζόμενος είχε κατασκευάσει ράβδο με γάντζο στην άκρη του την οποία χρησιμοποιούσε κατά βούληση και περαιτέρω πως ουδέποτε του επέστησαν την προσοχή πως έπρεπε να εκφορτώνει αποκλειστικά από το έδαφος με την χρήση της ράβδου και να μην ανεβαίνει ποτέ στην καρότσα του φορτηγού.

Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων τους, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή της αμέλειας) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον θανάσιμο τραυματισμό του εργαζομένου τους, καθόσον ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα και συνεπώς θεμελιώνει την ένδικη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ επιδίκασε σε βάρος τους σε ολόκληρο και υπέρ των αναιρεσιβλήτων τα ποσά των 30.000 ευρώ στην πρώτη και 25.000 στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτη εξ αυτών ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου (της πρώτης) και πατέρα των λοιπών, κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, τα οποία είναι δυσανάλογα μεγάλα, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι συνθήκες του ατυχήματος, βαθμό πταίσματος αναιρεσειόντων, συνυπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, οικονομική κατάσταση των μερών, την προσωπική κατάσταση των αναιρεσιβλήτων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός (πέμπτος) της αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2020 και με αριθ. κατάθεσης 3232/323/16-12-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2685/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ