1616/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1616/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εκχώρηση έξαλλου,συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο(οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή ,ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση,αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ1028/2018).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1616 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1616/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Άρτας", που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3973/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3172/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 422/2018, 480/2006).
Η εκχώρηση έξαλλου,συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο(οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή ,ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση,αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ1028/2018).
Περαιτέρω, ειδικώς, για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ν.δ. 496/1974 ("περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", Α 204), ορίζει στο άρθρο 53 παρ. 1 και 2 ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριονως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.
κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το• (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ' ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης.
Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος".Το ίδιο ν.δ.δε, ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι "το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ) πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι' επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντος διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.
α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται, και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. η είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ' αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι' ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.
Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν. δ. 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ422/2018,1028/2018,872/2014,480/2006). Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 (Α' 37), ιδρύθηκαν ως νπδδ τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).
Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε νπδδ. Κατά το άρθρο 42 παρ. 5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος περί λογιστικού των νπδδ.
Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει,όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στα πλαίσια της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.
Επίσης, όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται,μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (αρθρ.6 ν.2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986(Α 32) αποτελεί Διεύθυνση. Σύμφωνα δε με την Υ4α/οικ.112165/10-12-2012 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ3285Β) "Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου 'Αρτας", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο,το τμήμα Διοικητικού της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο,μεταξύ άλλων, για την διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού- προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμηθευτές κ.λ.π.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας,συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της,απαιτείται για το έγκυρο αυτής,να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά:α) στον Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις,δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη ν.π.δ.δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, εξάλλου, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του,ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ11/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ24/2015).
Εξάλλου,η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου, ότι συντρέχει ή όχι η ουσιαστική κατά τη διάταξη του άρθρου 68ΚΠολΔ, προϋπόθεση της νομιμοποίησης του διαδίκου για τη παροχή δικαστικής προστασίας,ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ25/2008). Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 της διάταξης του άρθρου 559ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται,όταν από τις αιτιολογίες αυτής δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί,αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της,καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών,τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο,δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγόμενου νοσοκομείου, (ήδη αναιρεσίβλητου) μετά από απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου και των αντίστοιχων παραγγελιών του, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό ιατρικά και φαρμακευτικά είδη, μεταξύ άλλων και τα στο …1/31-10-2008 τιμολόγιο πώλησης που εξέδωσε η ως άνω πωλήτρια εταιρεία, αναφερόμενα κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας, συνολικής αξίας 2.475,20€.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την 40/.../23-11-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε και υπογράφηκε εγγράφως στην Αθήνα, μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας, (ήδη αναιρεσείουσας) ως δανείστριας και της ως άνω πωλήτριας, ως οφειλέτιδας, η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση 650.000 €.
Η σύμβαση αυτή εν τέλει καταγγέλθηκε από την ενάγουσα, η οποία ζήτησε εγγράφως από την οφειλέτιδα εταιρεία την εξόφληση του υπόλοιπου λογαριασμού, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 442.847,23€. Προς εξασφάλιση, εξάλλου, της παραπάνω απαιτήσεως, η προαναφερόμενη οφειλέτιδα εταιρεία εκχώρησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ 17.7/13.8.1923, στην ενάγουσα, την απαίτησή της, την ερειδόμενη στο προαναφερόμενο παραστατικού, ύψους 2.475,20€, δυνάμει της από 27-11-2008 συμβάσεως ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζόμενων απαιτήσεων.
Ακολούθως, η ενάγουσα προέβη, ως όφειλε, στην αναγγελία της ανωτέρω συμβάσεως εκχώρησης, κοινοποιώντας την στο εναγόμενο και συγκεκριμένα στον Υποδιευθυντή Διοικητικού, όπως αποδεικνύεται από την …2Β/9-12-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο 'Αρτας, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα.
Η αναγγελία αυτή, όμως, είναι, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση, άκυρη, καθόσον δεν έγινε, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 53 του ν. 496/1974, ... η ακυρότητα δε δεν θεραπεύεται εκ του ότι το ως άνω έγγραφο επιδόθηκε στον ορισθέντα από το Διοικητή του εναγομένου να παραλαμβάνει τα επιδιδόμενα έγγραφα και επιφορτισμένο με το υπηρεσιακό καθήκον και να τα παραδίδει στο Διοικητή".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο απέρριψε την από 4-12-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3973/2014 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 16-12-2010 αγωγή της κατά του αναιρεσίβλητου για καταβολή της ανωτέρω εκχωρηθείσας σ'αυτήν απαίτησης κατά του τελευταίου. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ανωτέρω αγωγή,είναι απαράδεκτη,λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας ως εκδοχέως της επίδικης απαίτησης, λόγω ακυρότητας της αναγγελίας της εν λόγω εκχώρησης προς το αναιρεσίβλητο, επειδή δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη σωρευτική (όπως εκθέτει στην μείζονα σκέψη της)κοινοποίηση της και στην Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία αυτού,και όχι λόγω μη επίδοσής της στον Διοικητή αυτοπροσώπως,όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει η αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 180 ΑΚ.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,ότι δηλαδή αρκούσε η κοινοποίησή της στον Διοικητή του αναιρεσίβλητου ως αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο και προϊστάμενο και εκπρόσωπο των αρμόδιων και για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσιών του,είναι αβάσιμα,εφόσον κατά το έχοντα στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμογή ν.δ.496/1974, απαιτείται η σωρευτική αναγγελία της εκτός από τον Διοικητή και στην προβλεπόμενη με τον αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας Οργανισμό του αναιρεσίβλητου, μόνη αρμόδια για την εκτέλεση των δαπανών του, Διοικητική-Οικονομική του Υπηρεσία.
Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την αναφορά στην προαναφερθείσα έκθεση επίδοσης,ότι ο δικαστικός επιμελητής ήρθε για να επιδώσει"προς την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία",εφόσον η επίδοση της σύμβασης ενεχύρασης έγινε τελικά στο αναγραφόμενο σ'αυτή πρόσωπο (Υποδιευθυντή Διοικητικού) που την παρέλαβε για λογαριασμό μόνο του Διοικητή και όχι και της μόνης αρμόδιας για την εκτέλεση της σχετικής δαπάνης Οικονομικής του Υπηρεσίας.
Επισημαίνεται,ότι το περιεχόμενο των δύο επιπλέον εκθέσεων επίδοσης και συγκεκριμένα των …0Β/11-12-2008 και …1Β/9-12-2008 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείο 'Αρτας Κ. Β.,που αναφέρονται στο πλαίσιο του ίδιου (από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ ) λόγου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρετικής έρευνας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας,εφόσον δεν υφίσταται σχετική γι'αυτές παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση,ούτε η αναιρεσείουσα προβάλλει συγκεκριμένη αιτίαση για τυχόν μη λήψη υπόψη από το Εφετείο, η οποία και δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως (αρθρ.559αριθμ.11 και 562 αριθμ.4ΚΠολΔ).
Από την ίδια προαναφερόμενη παραδοχή, εξάλλου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία,γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται άλλη περαιτέρω παραδοχή,το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων, των οποίων καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου και δη περί ελλιπούς αιτιολογίας, υποστηρίζει με το δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα, λόγω μη έκθεσης περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο Υποδιευθυντής της που παρέλαβε την αναγγελία δεν είχε την συγκεκριμένη εξουσία της παραλαβής της,είναι αβάσιμα προεχόντως ως στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση,της θεώρησης δηλαδή από το δικαστήριο της ουσίας της αναγγελίας άκυρης λόγω μη νομότυπης επίδοσής της στον Διοικητή του αναιρεσίβλητου.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, του οποίου η νομική υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 του ν.3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ1492/2017), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουνίου 2017 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 3172/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ