Legislator Case Law & Legislation
1616/2014 AI generated

1616/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1616/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1616/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1459/2003, 249/2011, 1831/2012).

Keywords

AI generated
terms of sale purchase price non-implementation of the offending agreements auction adjudication fraudulent acquisition nullity of agreements and decisions
AI generated
695/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1535/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1794/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4961/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 2558/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει το ποσό των 165.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, υποχρεώθηκε δε να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί. Η αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
2168/2014
Έννοια δεδικασμένου.
511/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1616 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καπετάνο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Γ., συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπανακά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 823/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 28-3-2013 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με τον λόγο αυτό ο Άρειος Πάγος ελέγχει "την παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που τους προσέδωσε η απόφαση.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1459/2003, 249/2011, 1831/2012).

Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Κατά δε το άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.: "Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα".

Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνος δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου (Ολ.Α.Π. 959/1985, Α.Π. 1831/2012, 886/2011, 183/2011, 1550/2010, 613/2007).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 202, 204, 361 και 513 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι αν, στη σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτου, προστεθεί διαλυτικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση που ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια μέσα σε τακτή προς τούτο προθεσμία, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, θα εκπίπτει από κάθε δικαίωμά του που απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστρέφεται χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητού, αν η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί, επέλθει δηλαδή το μελλοντικό και αβέβαιο αυτό γεγονός, τότε ανατρέπονται αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της συμβάσεως και επανέρχεται η προηγουμένη κατάσταση, με συνέπεια τα μέρη να υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν παροχές, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Αξίωση αποζημιώσεως στην περίπτωση αυτή έχει, σύμφωνα με το άρθρο 204 Α.Κ., μόνο το ωφελούμενο από την πλήρωση της αιρέσεως μέρος και εφόσον το άλλο μέρος κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητος εματαίωσε ή έβλαψε υπαιτίως το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση, δηλαδή το δικαίωμα εκείνο που γεννάται από την επάνοδο της προηγουμένης καταστάσεως (Α.Π. 848/2008, 2099/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "... Ο εναγόμενος, (ήδη αναιρεσείων) με το .../22-12-1999 συμβόλαιο ... πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα τα ... ποσοστά συγκυριότητός του επί των ... με στοιχεία β, γ και δ ακινήτων ως και την κυριότητα του με στοιχεία α.

ακινήτου ... Ανεγράφη ότι το τίμημα της πωλήσεως αυτής ανερχόταν στο ποσό των 17.480.000 δρχ και ότι αυτό είχε καταβληθεί, πλην όμως το πραγματικά συμφωνημένο μεταξύ των διαδίκων τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 48.000.000 δρχ μαζί με τους νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους ... από 23-11-1999 ... οπότε και παραδόθηκε στην ενάγουσα η νομή, συννομή ...

των άνω αγρών και συμφωνήθηκε το άνω πραγματικό τίμημα που δεν είχε καταβληθεί ..., να καταβληθεί τμηματικά ή εφάπαξ έως 30-12-2000 και ενόψει του ότι το πιστωθέν κεφάλαιο ... των 40.000.000 δρχ., ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία των πωληθέντων ακινήτων. Στη συνέχεια, με το .../25-1-2001 συμβόλαιο ... οι διάδικοι ενόψει του ότι δεν είχε καταβληθεί πλήρως ούτε το αναγραφόμενο στα ως άνω συμβόλαια τίμημα αγοράς των εν λόγω αγροτεμαχίων, συμφώνησαν ότι η αγοραπωλησία αυτών τελούσε υπό την διαλυτική αίρεση της πλήρους και εμπρόθεσμης μέχρι την 30-12-2000 καταβολής του ανωτέρω αναγραφέντος τιμήματος, συγχρόνως δε παρέτειναν την προθεσμία καταβολής αυτού μέχρι τη 10-2-2001.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα έναντι του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος κατέβαλε στον εναγόμενο με καταθέσεις στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που ο τελευταίος διατηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα ... 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6) ..., ήτοι συνολικά για την άνω αιτία το ποσό των 5.500.000 δρχ, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα ...

από την ενάγουσα ... αντίγραφα γραμματίων είσπραξης της Τράπεζας αυτής, λόγω δε οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε, μέχρι την 10-2-2001 κανένα άλλο ποσό δεν κατέβαλε για την εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως της. Ακολούθως περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2001 η ενάγουσα παρέδωσε τη νομή και κατοχή των άνω ακινήτων στον εναγόμενο αυτός δε άσκησε κατ' αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την ...

αγωγή με την οποία εκθέτοντας μεταξύ άλλων ότι πληρώθηκε η ως άνω διαλυτική αίρεση λόγω μη καταβολής από την ενάγουσα του συνόλου του πιοτωθέντος τιμήματος αγοράς των επιδίκων αγρών μέσα στην ταχθείσα ως άνω προθεσμία, με συνέπεια να ανατραπεί η όλη σύμβαση αγοραπωλησίας αυτών και να επανακτήσει την κυριότητά τους ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δικαιοπραξίας που περιλαμβάνεται στο άνω .../22-12-1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας να αναγνωρισθεί κύριος των πωληθέντων ακινήτων και να απαγορευθεί στην εναγομένη (ήδη ενάγουσα) κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής των ακινήτων του με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Αντίγραφο της αγωγής αυτής με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 5-6-2001 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τότε εναγομένη την 30-3-2001 πλην όμως η τελευταία δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου με συνέπεια να εκδοθεί ερήμην αυτής η με αριθμό 628/9-7-2001 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε η αγωγή νόμιμη ως προς τα δύο πρώτα ως άνω αιτήματα της και πλήρως αποδεδειγμένοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιείχοντο σ' αυτήν, οι οποίοι θεωρήθηκαν ομολογημένοι εκ μέρους της εναγομένης λόγω της ερημοδικίας της, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατά ουσία και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της άνω δικαιοπραξίας πώλησης των αγωγικών ακινήτων και ο ενάγων (ήδη εναγόμενος) κύριος αυτών.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη την 24-9-2001 ... κατ' αυτής δε ... δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση με συνέπεια να καταστεί τελεσίδικη και να παράγεται απ' αυτήν δεδικασμένο ως προς την ακυρότητα της άνω συμβάσεως, το αναγνωρισθέν δικαίωμα κυριότητος και συγκυριότητος του ενάγοντος επί των επιδίκων αγρών και την πλήρωση της ως άνω διαλυτικής αιρέσεως λόγω μη πληρωμής εμπροθέσμως του τιμήματος αγοράς των ...

εκ μέρους της ... που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση των άνω δικαιωμάτων που κρίθηκαν με την απόφαση αυτή, ενώ δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το στοιχείο της καταβολής από την εναγομένη του άνω μέρους του καταβληθέντος εν λόγω τιμήματος, γιατί η εν μέρει αυτή καταβολή δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση εκείνη ...

Έτσι, οι ... ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι κατέβαλε τμηματικά στον εναγόμενο έναντι του άνω τιμήματος της ανατραπείσης συμβάσεως πώλησης των ...αγροτεμαχίων το συνολικό ποσό των 5.500.000 δρχ., παραδεκτά ερευνώνται από το δικαστήριο, αφού δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελευταίας αποφάσεως και η σχετική ένσταση περί δεδικασμένου που υπέβαλε ο εναγόμενος είναι απορριπτέα ...

Συνεπώς ... το μέρος αυτό του τιμήματος.. που ήδη αντιστοιχεί σε 16.140,86 ευρώ, υποχρεούται να επιστρέψει ο εναγόμενος στην ενάγουσα αφού, κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της μετά την ανατροπή ένεκα πληρώσεως της ... διαλυτικής αιρέσεως, των αποτελεσμάτων ολόκληρης της μεταξύ των ... συμβάσεως ...".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το στοιχείο της τμηματικής καταβολής μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος, από την τελεσίδικη 628/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της ενδίκου δικαιοπραξίας, λόγω πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, συνεπεία μη εμπροθέσμου πληρωμής μέρους του πιστωθέντος τιμήματος από την (εκεί) εναγομένη, δεν παρεβίασε τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, έστω και αν στο ιστορικό της εν λόγω αποφάσεως γίνεται λόγος για μη εμπρόθεσμη πληρωμή του τιμήματος.

Τούτο δε διότι η τμηματική καταβολή ενός μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την διάγνωση της διαφοράς στη δίκη, κατά τη οποία εξεδόθη η απόφαση εκείνη, αφού αρκούσε η παραδοχή της μη καταβολής (ετέρου) μέρους του τιμήματος. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της παρά το νόμο μη παραδοχής της υπάρξεως δεδικασμένου, τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 3/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π 178/2011, 189/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε περαιτέρω και τα ακόλουθα: "... Οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο ανταπαιτήσεις του έναντι της ενάγουσας που συνίστανται σε α) διαφυγόντα κέρδη από την μη εκμετάλλευση απ' αυτόν των επίδικων αγρών από υπαιτιότητα της ενάγουσας κατά το καλλιεργητικό έτος 1999-2000, που αναφέρονται αναλυτικά στις ...

προτάσεις του, ποσού 16.230,35 ευρώ και β) απώλεια των επιδοτήσεων της παραγωγής βαμβακιού που απώλεσε από υπαιτιότητα της ενάγουσας κατά τα έτη από 2001 έως 2006, που αναλυτικά περιγράφονται στις ... προτάσεις του, συνολικού ποσού 15.630,35 ευρώ, τις οποίες πρότεινε ... σε συμψηφισμό ... είναι μη νόμιμες και η σχετική ένσταση του ...

απορριπτέα, αφού ... στη συγκεκριμένη περίπτωση πληρώθηκε η άνω διαλυτική αίρεση και ανετράπη αυτοδικαίως η επίδικη σύμβαση πωλήσεως υπό την οποία τελούσε, με συνέπεια ο εναγόμενος πέραν της επιστροφής της κυριότητος σ' αυτόν των άνω αγρών να μη δικαιούται να αξιώσει και τις άνω αποζημιώσεις οι οποίες άλλωστε δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 204 ΑΚ ...".

Υπό τις παραδοχές αυτές καθίσταται προφανές ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία την προταθείσα παρά του αναιρεσείοντος ένσταση συμψηφισμού και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., συναφής αναιρετική πλημμέλεια τυγχάνει αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2011 αίτηση του Δ. Α. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 823/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ