1616/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο. Για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων.
Legislator headnote
AI generated1616/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προς κοινοποίηση διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1616 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο. Για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων.
Αριθμός 1616/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς τους: 1) Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο και 2) Σύλλογο Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος (ΣΥΕΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτού διά των προτάσεών τους πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη προς κοινοποίηση διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1418/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3116/2007 και 957/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των προς κοινοποίηση διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Ακολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.
Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη στις 24-9-1973 ως ημερομίσθιος ανειδίκευτος εργάτης, στη συνέχεια στις 13-11-1974 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της Τράπεζας με το βαθμό του δοκίμου και τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα της Αιδηψού.
Ακολούθησαν μικρά χρονικά διαστήματα προσωρινών αποσπάσεών του στα Υποκαταστήματα Λιβαδειάς και Αλιβερίου. Στις 24-5-1974 μετατέθηκε στο κατάστημα Αλιβερίου, όπου το έτος 1978 του ανατέθηκαν δοκιμαστικά και από το έτος 1981 οριστικά καθήκοντα ταμιολογιστή (teller). Από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1994 του ανατίθετο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα η αναπλήρωση του διευθυντή του καταστήματος Αλιβερίου, ενώ από 18-7-1996 του ανέθεσαν καθήκοντα Διευθυντή στο κατάστηµα αυτό µέχρι τις 14-7-2000 οπότε ο ενάγων μετατέθηκε στο κατάστηµα Χαλκίδος ως Εντεταλμένος.
Στις 16-8-2000 τέθηκε στη διάθεση της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΤ' µέχρι τις 26-11-2001, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συµβάσεως εργασίας του ενάγοντος, σύμφωνα µε τα άρθρα 33 παρ. 1γ' του Κανονισμού Εργασίας αυτής και 672 ΑΚ, επικαλούμενη την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως Διευθυντής του καταστήματος Αλιβερίου, ακολούθησε αστάθμιστη πιστοδοτική τακτική, αναλαμβάνοντας ανεπίτρεπτες πρωτοβουλίες και προβαίνοντας σε αδικαιολόγητες παρεκκλίσεις από τις γενικές και ειδικές οδηγίες της Κεντρικής Υπηρεσίας της εναγομένης Τράπεζας και τα προβλεπόμενα στον Κανονισµό Πιστοδοτήσεων, µε δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της Τράπεζας.
Ειδικότερα: Α) προέβη σε χορηγήσεις, αποδέχθηκε εγγυήσεις κ.λπ. χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από τον Κανονισµό Πιστοδοτήσεων. Για πλήθος χρηµατοδοτηθέντων πελατών αγνοήθηκαν σοβαροί αποτρεπτικοί παράγοντες, όπως η ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σηµαντικού ύψους, η περιορισμένη και σε ορισμένες φορές ανύπαρκτη πιστοληπτική ικανότητα των πιστούχων, η υπερχρηματοδότηση των επιχειρήσεων κ.α., ενώ σημειώθηκαν και υπερβάσεις των ευχερειών (χορηγήσεων) της Μονάδος, αλλά και των εγκεκριμένων από τις Κεντρικές Υπηρεσίες ορίων.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πιστούχου ΟΕ Α. Σ.. & ΣΙΑ, όπου κατά τη χρηματοδότησή της υπερέβη κατά 44,8 εκ. δρχ. την ευχέρεια του καταστήματος, παρά το γεγονός ότι η Περιφερειακή Διεύθυνση που υπάγεται το κατάστημα είχε απορρίψει πρότασή του για µία "κατ' αρχήν" αποδοχή χρηματοδότησης του συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος και της ΟΕ Β.
Α., της οποίας εταιρίας το σύνολο σχεδόν του υπέγγυου χαρτοφυλακίου της αποτελείτο από επιταγές και συναλλαγματικές, που δεν προήρχοντο από πραγματικές εμπορικές συναλλαγές, αλλά ήταν επιταγές και συναλλαγματικές "ευκολίας" ή επρόκειτο "για ανταλλαγές υπογραφών", τις οποίες η Τράπεζα αποδέχθηκε κατ' επανάληψη σε ενέχυρο και χρηματοδότησε.
Β) Επέδειξε υπέρμετρη ανοχή σε υπερήμερους πελάτες, στάση που προκάλεσε επανειλημμένες αυστηρές παρατηρήσεις από τις Κεντρικές Υπηρεσίες, ενώ ανέλαβε αστάθμιστες πρωτοβουλίες και παρέλειψε να προβεί σε επιβαλλόμενες ενέργειες για τη διασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης. Σε πολλές περιπτώσεις οι λογαριασμοί των δανειοληπτών συντηρήθηκαν σε ενήμερη μορφή με ανανεώσεις των ληξιπρόθεσμων ή αναχορηγήσεις, παρόλο που ήταν επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων της Τράπεζας.
Μεταξύ των περιπτώσεων ανορθόδοξης πιστοδοτικής πολιτικής του ενάγοντος ήταν και η διενέργεια έμμεσων χρηματοδοτήσεων προς ορισμένες προβληματικές επιχειρήσεις - πιστούχους του καταστήματος Αλιβερίου. Μάλιστα για να διευκολυνθούν ταμειακά οι δύο εταιρείες ενδιαφέροντος των αδελφών Γ. (ΑΤΕ "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ και ΕΕ "Γ.
ΚΑΙ ΣΙΑ"), οι οποίες λόγω των χρόνιων και σοβαρών προβλημάτων τους και των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς την Τράπεζα δεν διέθεταν πλέον πιστοληπτική ικανότητα, ο ενάγων χορήγησε δάνεια σε τέσσερις τουλάχιστον άλλους πελάτες, το προϊόν των οποίων διοχετεύτηκε στις παραπάνω εταιρείες και δεν το έλαβαν οι δανειολήπτες.
Έτσι χρηματοδότησε έμμεσα τις εταιρείες αυτές καίτοι τούτο ρητώς απαγορεύεται από τους τραπεζικούς κανόνες. Ίδιας μορφής χρηματοδότηση έλαβε χώρα και στην περίπτωση της ΑΕ "ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ" με χορήγηση 4 εκατ. δρχ. προς τη Β. Γ.. Γ) Μεθόδευσε την αποδέσμευση υπέγγυου ακινήτου συνιδιοκτησίας των εταίρων πτωχής πιστούχου εταιρείας της Μονάδας, χωρίς την έγκριση της Τράπεζας και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο αγόρασε στη συνέχεια ο ίδιος με αποτέλεσμα η Τράπεζα να εισπράξει υποδεέστερο ποσό της αξίας του ακινήτου.
Δ) Διευκολύνθηκε οικονομικά μέσω ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού πιστούχου του καταστήματος. Μάλιστα στις 23-4-1998 διενεργήθηκε χρηματοδότηση δρχ. 2.825.000 προς την παραπάνω πιστούχο. Από αυτό το ποσόν 1.361.6000 δρχ. εξοφλήθηκε με ισόποση οφειλή του ενάγοντα προς τη Διεύθυνση Προσωπικού από δάνειο για αγορά μετοχών ενώ το υπόλοιπο ποσό της χρηματοδότησης κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό μισθοδοσίας του.
Ε) Αναμίχθηκε σε συναλλαγές τριών πελατών, δεδομένου ότι διήλθαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό μισθοδοσίας του ποσά που προορίζονταν για την διεκπεραίωση συναλλαγών τους, των οποίων ήδη είχαν σφραγιστεί, ελλείψει υπολοίπου, προηγούμενες επιταγές και οι οποίοι στη συνέχεια εξέδωσαν νέες ακάλυπτες επιταγές σηµαντικού ύψους.
Ακολούθως η εναγομένη µετά την διαπίστωση των παραπάνω, µε την µε αριθ. 354-14-7-2000 Πράξη Διοικήσεως, τοποθέτησε τον ενάγοντα ως Εντεταλμένο στο κατάστηµα Χαλκίδας από τη θέση του Διευθυντή του κατ/τος Αλιβερίου που κατείχε, ενώ ανακλήθηκε το δικαίωµα πρώτης υπογραφής που του είχε χορηγηθεί. Παράλληλα κλήθηκε στις 15-9-2000 από την εναγομένη σε απολογία και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού της εναγομένης του επέβαλε την ποινή της προσωρινής παύσης 15 ηµερών µε στέρηση των αποδοχών του.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στις περιπτώσεις που υπερέβαινε τα καθορισμένα από την Τράπεζα όρια χρηματοδότησης, ελάµβανε την έγκριση της Κεντρικής Υπηρεσίας εκ των υστέρων, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι εκ των υστέρων του δόθηκαν τέτοιες εγκρίσεις. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός του ότι στις εν λόγω περιπτώσεις δεν είχε προλάβει να υποβάλει αίτηµα στην Κεντρική Υπηρεσία για να εγκριθεί η υπέρβαση, κρίνεται απορριπτέος.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι για την κατά τα παραπάνω αύξηση των δανειοδοτήσεων ελάµβανε πιστοδοτικές κατευθύνσεις και οδηγίες από τις Κεντρικές Υπηρεσίες, και συνεπώς ουδεµία ευθύνη μπορεί να του αποδοθεί, πλην όμως και ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, καθόσον, τακτική της Τράπεζας είναι να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις µε γνώμονα τη διασφάλιση της ομαλής αποπληρωμής των χορηγούμενων δανείων και σ' αυτή τη κατεύθυνση κινούνταν και οι οδηγίες της Τράπεζας προς τους Διευθυντές των καταστημάτων.
Ο ισχυρισμός του ότι ο Προϊστάμενος και οι Εισηγητές Χορηγήσεων που συνυπέγραψαν όλα τα έγγραφα για τα οποία αυτός κλήθηκε σε απολογία δεν τιμωρήθηκαν συνεπώς ορθώς αυτός ενήργησε είναι επίσης απορριπτέος, αφού κρίθηκε κατά τον διενεργηθέντα παραπάνω Τακτικό έλεγχο ότι έπρεπε να καταλογιστούν σ' αυτούς μειωµένες ευθύνες και τους εγένετο έγγραφη παρατήρηση από την Περιφερειακή Διοίκηση.
Στη συνέχεια το καλοκαίρι του 2001 στον ημερήσιο Ευβοϊκό και πανελλήνιο τύπο έλαβαν χώρα δημοσιεύματα αλλεπάλληλα περί "λειτουργίας παρατράπεζας στην Εθνική Αλιβερίου ..." και περί "... οικονοµικού σκανδάλου", ενώ το ίδιο θέµα προβλήθηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές των σταθµών ΤΗΛΕΑΣΤΥ και ΕΧΤΡΑ από τον Πρόεδρο της Ένωσης Καταναλωτών - Δανειοληπτών.
Συγκεκριμένα στα δημοσιεύματα αυτά αναφέρεται ότι "... ο Διευθυντής έπειθε τους πελάτες να δανείζονται επ' ονόµατί τους ή να αυξάνουν τα όρια των πιστοδοτήσεών τους πέραν των αναγκών τους και τα ποσά των χρηματοδοτήσεων τα διαχειριζόταν ο ίδιος, δήθεν χωρίς ευθύνη των δανειοληπτών αλλά µε πλήρη προσωπική του ευθύνη.
Τα ποσά που εκταμιεύονταν τα χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Δ/ντής, για να χρηματοδοτήσει ανάγκες άλλων πελατών και φίλων του". Βάσει των αναφερομένων στην παραπάνω εφημερίδα υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Χαλκίδας από τον Πρόεδρο της παραπάνω Ένωσης Καταναλωτών Δανειοληπτών, Χ. Χ. µε την οποία μηνύθηκε η λειτουργία "παρατράπεζας ...
στο κατάστημα του Αλιβερίου", στην εφημερίδα δε αυτή παρατέθηκαν αποσπάσματα της μηνυτήριας αναφοράς δυνάµει των οποίων κατονομάστηκε ο ενάγων ως "...δράστης απάτης σε βάρος δανειοληπτών, ο αριθµός των οποίων εκτιμάται ότι υπερβαίνει τους 60, ενώ οι αποδέκτες των φερομένων άτυπων εξωτραπεζικών χρηματοδοτήσεων πρέπει να είναι περίπου 15 ...", ακόμη δε ότι "...
το συνολικό ποσό της φερόμενης τράπεζας εκτιµάται ότι μπορεί να είναι ακόμα και της τάξεως του 1-2 δις ...", ότι ... οι δανειολήπτες δεν γνωρίζουν σε τι ύψος ανέρχονται οι οφειλές τους σύμφωνα µε τα βιβλία της Τράπεζας, µετά τις φερόμενες πλασματικές πράξεις των ορίων και τις εκταμιεύσεις που φέρονται ότι έχουν γίνει εν αγνοία τους από τον Κ.
Μ. (ενάγοντα) ...". Στη συνέχεια η εναγομένη λόγω των παραπάνω δημοσιευμάτων διέταξε έκτακτο έλεγχο (επιθεώρηση) και επανεξέταση των πιστοδοτήσεων του καταστήματος Αλιβερίου. Ο εν λόγω έλεγχος διενεργήθηκε κατά το χρονικό διάστηµα από 5-7-2001 µέχρι 10-8-2001 και εστιάσθηκε κυρίως σε συγκεκριμένες επιχειρηματικές πιστοδοτήσεις για τις οποίες συνέτρεχαν ενδείξεις ότι το προϊόν των χρηματοδοτήσεων διοχετεύθηκε εµµέσως σε άλλους πιστούχους της Μονάδας (Υπερχρεωμένες προβληματικές επιχειρήσεις) και δε διατέθηκε για τις ανάγκες των επιχειρήσεων των συμβληθέντων δανειοληπτών.
Βάσει της τελευταίας έκτακτης επιθεώρησης προέκυψε ότι ο ενάγων είχε μεθοδεύσει σε έκταση πολύ μεγαλύτερη από την αρχικώς παραπάνω διαπιστωθείσα, τη διενέργεια έµµεσων χρηματοδοτήσεων. Συγκεκριμένα ενώ κατά τον προηγούμενο έλεγχο διαπιστώθηκε η διοχέτευση µε τον τρόπο αυτό κεφαλαίων προς 2 μόνον επιχειρήσεις, τα οποία τυπικά είχαν λάβει πέντε (5) άλλοι πελάτες, µε τα νεότερα στοιχεία που προέκυψαν µετά την μετακίνηση του ενάγοντα στην Χαλκίδα, αύξησαν τον αριθμό των επιχειρήσεων που ωφελήθηκαν εµµέσως σε πέντε (5) και των τυπικά συμβληθέντων σε 24 τουλάχιστον.
Την έκταση αυτή ο ενάγων ως Διευθυντής του καταστήματος συγκάλυπτε επιμελώς, ενεργώντας ακόμη και ως ταµειολογιστής ο ίδιος µε διάφορες μεθοδεύσεις και "τακτοποιήσεις" λογαριασμών, όπως ανανεώσεις, αναχορηγήσεις ή και μετακυλήσεις κεφαλαίων από τον ένα πιστούχο στον άλλο, προκειμένου να απεικονίζονται πλασµατικά ενήµεροι οι ουσιαστικά παγιοποιημένοι κίνδυνοι και έτσι να µην μπορεί να διαπιστωθεί η αταξία των λογαριασµών σε σχετικό έλεγχο.
Ειδικότερα σημαντικότατο τµήµα των κεφαλαίων που χορηγήθηκαν σε 24 πιστούχους είχαν ως τελικούς αποδέκτες τις εξής επιχειρήσεις: 1) "Γ. Γ. και ΣΙΑ" ΕΕ - "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ" ΑΕ. Ενώ από τον παραπάνω τακτικό έλεγχο - λογιστικό 31-1-2000 διαπιστώθηκε ότι οι επιχειρήσεις αυτές των αδελφών Γ. χρηματοδοτούνταν εµµέσως από το προϊόν χρηματοδοτήσεων προς 4 τουλάχιστον άλλα πρόσωπα, µε την έκτακτη επιθεώρηση προέκυψαν χρηματοδοτήσεις άλλων 11 προσώπων, το προϊόν των οποίων δεν εισπράχθηκε από τους ίδιους, αλλά διοχετεύθηκε στις επιχειρήσεις Γ..
Τέτοιες ενδείξεις αποτελούν οι εγγυήσεις που παρείχαν οι φορείς των εταιριών "Γ. Γ. και ΣΙΑ" ΕΕ και "ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ" ΑΕ, οι ληξιπρόθεσμες επιταγές ή συν/κες, έκδοσης/αποδοχής των ιδίων εταιριών που υφίσταντο σε ενέχυρο και που προέρχονταν από αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις προηγούμενων, τα βάρη που ενεγράφησαν συναινετικά επί ακινήτων των αδελφών Γ..
Μάλιστα αρχές του 2001, η ΕΕ "Γ. και ΣΙΑ" παραδέχθηκε εγγράφως ότι οι συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις αποτελούσαν έμμεση πιστοδότησή της και αναγνώρισαν και ανέλαβαν τις εν λόγω οφειλές. Το υπόλοιπο των έμμεσων πιστοδοτήσεων προς τις παραπάνω επιχειρήσεις Γ. υπολογίστηκε από την εναγομένη στις 29-6-2001 σε 96,1 εκατομμύρια δρχ.
που εκατανέμετο στους προαναφερθέντες 15 πιστούχους. 2) "ΑΦΟΙ Β. Α." ΟΕ. Η εταιρεία αυτή ήταν ο τελικός αποδέχτης των χορηγήσεων που διενεργήθηκαν προς 5 τουλάχιστον - πιστούχους της Μονάδας, το δε υπόλοιπο των ανειλημμένων (εμμέσως) κινδύνων ανερχόταν σε 12,9 εκατ. δρχ. και εκατανέμετο σε 3 οφειλέτες, αφού οι συναφείς απαιτήσεις των υπολοίπων δύο είχαν εξοφληθεί. 3) "ΥΙΟΙ Β.
Γ." ΟΕ. Η εταιρία αυτή πιστοδοτήθηκε από το κατάστημα Αλιβερίου και εμμέσως με το προϊόν χρηματοδοτήσεων που διενεργήθηκαν προς 4 άλλους πιστούχους. Στις 29-6-2001 το υπόλοιπο των ανειλημμένων εμμέσως κινδύνων ανερχόταν σε 28,2 εκατομ. δρχ. 4) "ΘΕΑΜΑΤΙΚΗ" ΑΕ. Η εταιρεία πιστοδοτήθηκε εμμέσως: α) με χρηματοδότηση ύψους 4 εκατομ.
δρχ. και β) με χρηματοδότηση 10.000.000 δρχ. που χορηγήθηκε στις 16-10-1998, στις δε 29-6-2001 το υπόλοιπο των ανειλημμένων εµµέσως κινδύνων ανερχόταν σε 11,5 εκατ. δρχ. 5) "Α και Ν Λ." Α.ΤΕ.Β.Ε. Οι έµµεσες χρηματοδοτήσεις προς την εταιρεία αυτή διενεργήθηκαν µέσω δύο άλλων πιστούχων και στις 29-6-2001 ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο εµφάνιζε η µία 7,3 εκατ.
δρχ. Συνεπώς οι σε οριστική καθυστέρηση κίνδυνοι από την άμεση χρηματοδότηση των παραπάνω 5 εταιρειών στις 29-6-2001 ανέρχονταν σε 388,3 εκατ. δρχ. και οι κίνδυνοι από τις έµµεσες χρηματοδοτήσεις προς τις ίδιες εταιρίες που κατανέµονταν στους προαναφερθέντες 24 ενεργούς πιστούχους εµφάνιζαν συνολικό υπόλοιπο 156 εκατ.
δρχ., η δε ζηµία της τράπεζας που διεφαίνετο ανερχόταν σε 200.000.000 δρχ. περίπου. Ο ενάγων συνομολογεί τις γενόµενες απ' αυτόν ως Διευθυντή του καταστήματος Αλιβερίου υπερβάσεις ως προς τον τρόπο της δανειοδότησης ορισμένων πιστούχων της τράπεζας και ισχυρίζεται ότι ενεργούσε στο πλαίσιο των εντολών της ίδιας της εναγομένης και αναλάμβανε κινδύνους πάντοτε ακολουθώντας τα θεσπισμένα από κανονισµό τραπεζικά κριτήρια και εν πάση περιπτώσει υπήρξε το "εξιλαστήριο θύµα" της εναγομένης σε περίοδο "πολέµου των πανωτοκίων" προκειμένου να αποσείσει η τελευταία τα καταγγελλόμενα κάποιων διαμαρτυρομένων σε βάρος των πιστωτικών τραπεζικών ιδρυµάτων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιµοι, διότι δεν πρόκειται απλώς περί εµµέσων χρηματοδοτήσεων εν αγνοία της Τράπεζας για τον πραγματικό σκοπό τους, αλλά περί μεθόδευσης, µε πρωτοβουλία του Διευθυντή του καταστήματος, µη επιτρεπομένων χρηματοδοτήσεων προς τρίτα πρόσωπα (άµεσα συμβαλλόμενα), µε σκοπό το προϊόν του να κατευθυνθεί σε αφερέγγυες επιχειρήσεις για τις οποίες η Διοίκηση της Τράπεζας δεν ενέκρινε τουλάχιστον από το έτος 1998 και έκτοτε περαιτέρω πιστοδοτήσεις.
Συνεπώς αυτό που διαφοροποίησε τις έµµεσες χρηματοδοτήσεις που διενήργησε ο ενάγων από µια απλή περίπτωση που το προϊόν του δανείου που λαµβάνει ένα πρόσωπο προορίζεται για τις ανάγκες άλλου εν αγνοία των υπηρεσιών της Τράπεζας, είναι η γνώση και ο καθοριστικός ρόλος του στη διενέργεια των χρηματοδοτήσεων αυτών και οπωσδήποτε η έκταση που έλαβε η εν λόγω μεθόδευση µε όλα αυτά τα επακόλουθα.
Ο ενάγων εξάλλου ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα δεν υπέστη ουδεμία ζημία από τις επίδικες έμμεσες χρηματοδοτήσεις, αφού όλα τα σχετικά δάνεια εξοφλήθηκαν και η εναγομένη εισέπραξε τις απαιτήσεις της καθώς και τους σχετικούς τόκους υπερημερίας και για το λόγο αυτό κηρύχθηκε αθώος με την 4334/2004 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, κατηγορηθείς μετ' άλλων πιστούχων για απιστία κατ' εξακολούθηση, με το σκεπτικό ότι αυτός δεν γνώριζε τις επίδικες έμμεσες χρηματοδοτήσεις των τρίτων, τα δάνεια δε που χορήγησε και που το μείζον τμήμα τους καταβλήθηκαν, τα χορήγησε σε χαμηλού κινδύνου δοκιμασμένους πελάτες που είχαν τις προϋποθέσεις και ικανά περιουσιακά στοιχεία, οι περισσότεροι των οποίων εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται από την Ε.Τ.Ε.".
Και οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι διότι κατ' αρχήν μεν όλες οι οφειλές των παραπάνω δανείων δεν εξυπηρετήθηκαν κανονικά (εμπροθέσμως) και στη συνέχεια δε η είσπραξη των απαιτήσεων της εναγομένης έγινε και έκτοτε γίνεται στα πλαίσια ρυθμίσεων, διακανονισμών και δικαστικών ενεργειών, η ιδιαιτερότητα δε των συναλλαγών αυτών για τα τραπεζικά δεδομένα έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων όλων των καταστημάτων της τράπεζας έχουν μεταφερθεί από τα υποκαταστήματα σε ειδική υπηρεσία (Ειδικές Μονάδες Καθυστερήσεων), το παραπάνω κατάστημα Αλιβερίου είναι το μοναδικό στην Ελλάδα που έχει διατηρήσει τους φακέλους επισφαλειών ακριβώς λόγω των προαναφερθεισών ιδιαιτεροτήτων που αυτές παρουσιάζουν, ούτε εξάλλου επηρεάζεται καταλυτικά η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της συνδρομής σπουδαίου λόγου για την επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την αθωωτική παραπάνω ποινική απόφαση, εφόσον η ποινική εκείνη δίωξη απαιτούσε άλλες προϋποθέσεις για την ποινική τυχόν καταδίκη του απ' αυτές της κρινόμενης υπόθεσης.
Μετά δε τη διαπίστωση των παραπάνω περιστατικών η εναγομένη προέβη όπως προαναφέρθηκε στην από 26-11-2001 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω ενέργειες του ενάγοντος συνιστάμενες σε χρηματοδοτήσεις σε πελάτες με δυσμενή σοβαρά στοιχεία αποτρεπτικά για την ανάληψη κινδύνου που δεν αξιολογήθηκαν ανάλογα και μάλιστα παρά την έλλειψη ουσιαστικά "Δελτίων συνεργασίας" ή έστω πρόσφατα οικονομικών στοιχείων, χορηγήσεις έναντι Ρ/Ε (επιταγές ή συν/κες) προφανώς αμφίβολης εμπορικότητας και ευθύνης αφερέγγυων ενεχομένων, συχνές χρηματοδοτήσεις παρά την έλλειψη πιστ/κών ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, επανειλημμένες ανανεώσεις και αναχορηγήσεις παγιοποιημένων οφειλών, καθώς και έμμεσες χρηματοδοτήσεις με συνέπεια την εικονική ενημερότητα και την πλασματική ρευστότητα των χορηγήσεων και συχνές υπερβάσεις των πιστοδοτικών ευχερειών, δεν αρμόζουν σε τραπεζικό υπάλληλο που κατέχει την υπεύθυνη θέση του Διευθυντού, κλονίζουν την ασφάλεια των συναλλαγών και το κύρος της εναγομένης στο κοινό και βλάπτουν οπωσδήποτε έναντι των τρίτων πελατών της τράπεζας, τη φήµη και την αξιοπιστία της ως µεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού που έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντά τους τουλάχιστον από πράξεις των υπαλλήλων της.
Από την εν λόγω ουσιώδη αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν δυνατόν να κλονισθεί και πράγµατι κλονίστηκε δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η οµαλή συνεργασία των διαδίκων και εύλογα κατέστη µη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής σύµβασης του ενάγοντος.
Ενόψει των παραπάνω, δεν µπορούσε να αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά ήταν αναγκαίο η καταγγελία της σύµβασης εργασίας του, αφού τα προαναφερθέντα περιστατικά συνιστούν πράγµατι, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο και δεν ήταν αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων µέτρων και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής πλέον της επιβληθείσης προσωρινής παύσης 15 ηµερών, διότι µε την επιβολή της ποινής αυτής δεν ήταν βέβαιο ότι αυτός θα απέφευγε στο µέλλον παρόµοια συμπεριφορά.
Η καταγγελία αυτή είναι σύµφωνη µε τον κανονισµό εργασίας της εναγομένης που χορηγεί σ' αυτήν το δικαίωµα να καταγγείλει τη σύµβαση εργασίας των µισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, αφού όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος αυτός είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από την πειθαρχική διαδικασία και το λόγο λύσεως της συµβάσεως συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος.
Επίσης η µη υποβολή μηνύσεως σε βάρος του ενάγοντος από την εναγομένη δεν αναιρεί την εγκυρότητα της καταγγελίας της συµβάσεως για σπουδαίο λόγο. Το γεγονός ότι ο ενάγων µέχρι τη διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν είχε απασχολήσει άλλη φορά την Τράπεζα, δεν µπορεί να µετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεών του και να αναιρέσει τον κλονισµό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπό του, δεδομένου ότι ο κλονισµός αυτός επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζηµία στην εναγομένη τράπεζα ενώ οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούν τον κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων πράξεων.
Οι παραπάνω αντισυμβατικές και αντικανονικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη θέση εργασίας που του εµπιστεύθηκε η εναγομένη, αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την τελευταία να εµπιστευτεί τον ενάγοντα σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε τις πιο πάνω παραβάσεις, ότι η συμπεριφορά του συνιστά σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεώς του, ότι η καταγγελία ήταν το µόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέτρο για την προστασία των συμφερόντων της και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενόψει της πολλαπλότητας και βαρύτητας της παραπάνω συμπεριφοράς του και τέλος ότι η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της συμβάσεως, στη συνέχεια δε εξαφάνισε την 1418/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, διέλαβε δε στην απόφασή του και την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία.
Τούτο δε, διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την αναιρεσίβλητη λόγο προς καταγγελία της συνδεούσης αυτήν με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα ισχύ νόμου, κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτήν μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενομένη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του.
Επομένως, οι δεύτερος, (κατά το πρώτο μέρος του), και πέμπτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του), από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
β, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του τον Κανονισμό Πιστοδοτήσεων της αναιρεσίβλητης τις γενικές και ειδικές οδηγίες της Κεντρικής Υπηρεσίας της και τις εγκυκλίους που εκδίδονται από αυτήν, δίχως την επίκληση και προσαγωγή των, διότι τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β και γ', 256 παρ. 1 περ. δ' και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (αρθρ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης ..." συνάγεται, ότι ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν μεταβάλλουν την βάση της αγωγής.
Έτσι, μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του, στο εφετείο, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του και στη συνέχεια δέχθηκε, ως βάσιμο, τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος λύθηκε με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, δίχως την προφορική επίκλησή του από αυτήν, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και την καταχώρησή του στα πρακτικά.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και των, από 21-4-2005 και 20-11-2007, αντίστοιχα, προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες (προτάσεις) κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ο ισχυρισμός, περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, περιέχεται στις προτάσεις αυτές, όμως δεν προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του.
Επομένως, η ένσταση αυτή της εναγομένης - αναιρεσίβλητης δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να θεωρείται νόμιμος και η επαναφορά αυτής ενώπιον του Εφετείου. Όμως, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της, από 20-10-2005 εφέσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, ως μη νόμιμη, η εναγομένη -εφεσίβλητη ισχυρίσθηκε, προς απόκρουση της εφέσεως και διατήρηση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας, λύθηκε για σπουδαίο λόγο, για τη θεμελίωση δε αυτού επικαλέστηκε τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, πράγματι, σπουδαίο λόγο, για την καταγγελία της σύμβασης.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος προτάθηκε από την εναγομένη τότε εφεσίβλητη, προς απόκρουση της, κατ' αυτής εφέσεως, συνιστά, κατά την διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, παραδεκτή προβολή της παραπάνω ενστάσεως, ενώπιον του Εφετείου, έστω και αν δεν είχε προταθεί, νομίμως, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και κατ' ουσία βάσιμος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, ο παραπάνω, περί του αντιθέτου, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία, το από 16 Αυγούστου 2001 πόρισμα, το οποίο συνέταξε ο Α. Λ., η από 22 Ιουλίου 2002 έκθεση του Α. Λ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα των Κ. Κ. και Λ. Μ., το από 2-12-2003 απολογητικό υπόμνημα των Ι. Σ. και Σ. Τ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα του Ν. Σ., η από 1-12-2003 απολογία του Ι. Γ., το από 28-3-2002 απολογητικό υπόμνημα του Δ. Κ., το από 9-12-2003 απολογητικό υπόμνημα του Ν. Π., η από 3-12-2003 απολογία του Π. Κ., η από 4-12-2003 απολογία του Ν. Σ., η 4334/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, η 199/21-10-2000 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η ένορκη κατάθεση του Θ. Π. και το από 11-7-2002 σημείωμά του, η εμπιστευτική επιστολή 23/10-7-2000, το 60/9-12-1999 εμπιστευτικό έγγραφο, η 32/4-5-1998 εμπιστευτική επιστολή και το από 31-10-2003 σημείωμα του επιθεωρητή Α. Λ.. Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς από τον παρακάτω αριθμό), λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 9-9-2009, αίτηση αναιρέσεως κατά της 957/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ