Legislator Case Law & Legislation
1616/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects Article 559 arguments regarding unexamined facts.

Case Number 1616/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling that the lower court properly proceeded despite the appellant's absence. The appellant argued that the appellate court erred by considering unproposed facts regarding the insurance agent's misconduct and the defendant's negligence, claiming these should have been examined under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, stating that the appellate court had already considered the appellant's prior arguments and dismissed them as factually unfounded, thereby negating the requirement for a new examination of unproposed issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal under Article 559 no. 8 is inadmissible if the appellate court considered the proposed argument and rejected it substantively, as the requirement for new examination of unproposed facts is not met when the argument was already raised and dismissed.

Keywords

AI generated
Article 559 appeal unproposed facts appellant absence substantive dismissal procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1616 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΣΠΙΣ Α.Ε.Δ.Α.Κ" που εδρεύει Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αννα Αποστολάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1255/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3155/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιανουαρίου 2004 αίτησή της ως και τους από 24 Αυγούστου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 1-10-2007, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 575 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως (ΟλΑΠ 25/2003, 3/97) και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέριψε3 για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν σκόπευε να επενδύσει σ' αυτή κεφάλαιά του και κατήρτισε τη σχετική συμφωνία με τον αυτουργό της υπεξαιρέσεως των χρημάτων του ατομικά, αλλά "απέρριψε χωρίς να αξιολογήσει", τον ισχυρισμό αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστούσε "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και επιπλέον, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ (που εφαρμόζεται - ενόψει του χρόνου συζητήσεως της αγωγής, στην ένδικη υπόθεση - όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001), αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα "πράγματα", δηλαδή οι (ουσιώδεις) πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένασταση και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς απόδειξη ή χωρίς να έχει διατάξεις απόδειξη, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο, όπως και το περιεχόμενο των ισχυρισμών, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για το ζήτημα αυτό, στο αναιρετήριο, προκειμένου να είναι ορισμένος (άρθρα 566, 118 - 120 Κ.Πολ.Δικ) και παραδεκτός (άρθρο 562 παρ. 2 εδ.

α Κ.Πολ.Δικ) ο λόγος αναιρέσεως. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι "δεν έλαβε υπόψη την αίτηση συμμετοχής του αντιδίκου (αναιρεσιβλήτου) για την απόκτηση το έτος 1993 μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων (της) και τον Κανονισμό των Αμοιβαίων Κεφαλαίων (της)", είναι προεχόντως αόριστος (και εντεύθεν απαράδεκτος) καθ' όσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους του ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για τον οποίο προτάθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και οι επί του ισχυρισμού αυτού παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ συνάγεται, ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτο όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων καφαλαίων, μέλος του ομίλου εταιριών "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ", στην οποία μετείχε και η εταιρεία γενικών ασφαλειών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, είχε στο υποκατάστημά της τελευταίας στα ..., με αντικείμενο εργασιών τη σύναψη συμβάσεων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ως συνεργαζόμενο με εκείνη (αναιρεσείουσα) ασφαλιστικό πράκτορα τον Π1, ο οποίος διαφήμιζε τα αμοιβαία κεφάλαια στο επενδυτικό κοινό για την ανεύρεση πελατείας, διαμεσολαβούσε προκειμένου οι επενδυτές να έλθουν σε διαπραγματεύσεις με την εναγομένη για τη σύναψη της συμβάσεως, ενημέρωνε τους υποψήφιους επενδυτές για τον Κανονισμό λειτουργίας του, παραλάμβανε τις αιτήσεις των υποψηφίων επενδυτών και διαβίβαζε αυτές στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας στην Αθήνα. "Για όλα αυτά ακολουθούσε τις οδηγίες, τις υποδείξεις και εντολές της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, όπως ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας...διαβεβαιώνει στην από 15-9-1998 μήνυσή της εταιρίας κατά του Π1 και όπως προκύπτει από την από 17.12.1999 ένορκη κατάθεση του ιδίου επί της μηνύσεως αυτής ενώπιον της ανακρίτριας Γιαννιτσών.

Και έτσι η εναγόμενη εταιρία προέστησε αυτόν στην υπηρεσία της πωλήσεως μεριδίων α/κ σε πελάτες του υποκαταστήματος στα ... . 0 ενάγων προτιθέμενος να επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια της εναγόμενης εταιρίας, προσήλθε το Νοέμβριο του 1997 στο αναφερόμενο υποκατάστημα και ζήτησε από τον Π1, ο οποίος και τον έπεισε να προβεί στην αγορά μεριδίων α/κ σταθερού εισοδήματος.

Την 19-11-1997 επισκέφθηκε εκ νέου τον Π1 στο ίδιο υποκατάστημα μαζί με τον γαμβρό του ... και ζήτησε να του δώσει την έγγραφη εντολή για να καταθέσει το ποσό των 5.000.000 δραχμών στην Τράπεζα, όπως είχε γίνει και σε προηγούμενη επένδυση του το έτος 1993 που είχε καταθέσει τα χρήματα στην Ιονική Τράπεζα. Στην παρατήρησή του αυτή εκείνος τον διαβεβαίωσε και έπεισε αυτόν ότι έχει αλλάξει ο τρόπος και ότι εκείνος θα έστελνε τα χρήματα στη εταιρία.

Έτσι πείσθηκε και παρέδωσε το ποσό των 5.000.000 δραχμών στον Π1, με τη παραγγελία αγοράς α/κ σταθερού εισοδήματος της εταιρίας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΔΕΚ, για χρονικό διάστημα ενός έτους και με δικαίωμα ανανέωσης, με ετήσια απόδοση, όπως τον διαβεβαίωσε, τουλάχιστον 16%. Για την κατάθεση των χρημάτων οΠ1 εξέδωσε και σχετική απόδειξη θέτοντας κάτω από αυτήν την υπογραφή του και τη σφραγίδα του, στην οποία εφέρετο ως διευθυντής του υποκαταστήματος του Ομίλου ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Το ποσό αυτό των χρημάτων ο Π1, το οποίο εισέπραξε κατά κατάχρηση των καθηκόντων του και παράβαση των οδηγιών της εταιρίας να μην εισπράττει, ο ίδιος χρήματα, αλλά αυτά να καταβάλλονται στον τραπεζικό λογαριασμό του α/κ, ή με επιταγή σε διαταγή της "ΑΣΠΙΣ ΑΕΔΆΚ" ή με κατάθεση στην εταιρία, ουδέποτε απέστειλε στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία αλλά το υπεξήρεσε.

Με βάση τα ανωτέρω υφίστανται τα στοιχεία που καθιστούν την δεύτερη εναγόμενη εταιρία υπεύθυνη για τη ζημία που ο πρώτος εναγόμενος προξένησε στον ενάγοντα, αφού υπάρχει: α) σχέση πρόστησης, δηλαδή ανάθεση σ' αυτόν από την εταιρία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΔΑΚ" της αναφερόμενης υπηρεσίας που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων αυτής, β)σχέση εξάρτησης ως προς την εκτέλεση της υπόθεσης αυτής, γ)παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος και δ) συνάφεια με την υπηρεσία, αφού η ζημιογόνος πράξη διαπράχθηκε προς διεκπεραίωση των υποθέσεων της προστήσασας εταιρίας.

Η κατά κατάχρηση των καθηκόντων ενέργεια του προστηθέντος και η παράβαση από αυτόν των οδηγιών που του δόθηκαν να μην εισπράττει χρήματα ο ίδιος, δεν αναιρεί τη σχέση της συνάφειας, όπως ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν.. Υποχρεούται, επομένως, η εναγόμενη εταιρία να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000.000 δραχμών, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Όσον αφορά το δεύτερο κονδύλιο της αγωγής των 1.614.420 δραχμών, το οποίο αναφέρεται στα κέρδη που θα απεκόμιζε ο ενάγων από την εν λόγω επένδυση, αυτό δεν" αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα από Φεβρουάριο του 1996 έγγραφο της εναγόμενης εταιρίας αφορά την καθαρή απόδοση των αμοιβαίων κεφαλαίων σταθερού εισοδήματος προγενέστερου χρόνου και συγκεκριμένα του έτους 1996.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε την υπέρβαση και κατάχρηση της εντολής που δόθηκε από αυτήν στον Π1, αφού και το έτος 1993 είχε επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια στο ίδιο υποκατάστημα και γνώριζε τη διαδικασία και τον τρόπο καταβολής των χρημάτων και επομένως συνυπαίτιος για τη ζημία που υπέστη είναι και ο ίδιος.

Η ένσταση αυτή της εναγομένης είναι μεν νόμω βάσιμη (αρθρ. 300ΑΚ), πλην όμως πρέπει να. απορριφθεί κατ' ουσίαν αφού, όπως αποδείχθηκε, ναι μεν ο ενάγων είχε επενδύσει το έτος 1993 σε α/κ της εναγόμενης και στα έντυπα της αίτησις εφιστάται η προσοχή των επενδυτών για τον τρόπο καταβολής του επενδυόμενου ποσού, το οποίο δεν παραδίνεται, στα χέρια του φυσικού προσώπου και ότι αν δεν τηρηθεί η διαδικασία αυτή ο επενδυτής είναι αποκλειστικός υπεύθυνος για την οποιαδήποτε απώλεια κεφαλαίου, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος αφενός δεν υπέδειξε το έντυπο της αίτησης στον ενάγοντα, αφετέρου παραπλάνησε αυτόν πείθοντάς τον, ότι έχει αλλάξει ο τρόπος και ότι η σωστή διαδικασία ήταν να καταβάλλονται σε εκείνον τα χρήματα, ο οποίος στη συνέχεια θα τα διαβίβαζε στη εταιρία.

Ακόμη δε έπεισε αυτόν για το σωστό τρόπο της ενεργείας του, επικαλούμενος το ισχυρό όνομα του Ομίλου εταιριών ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, έκανε και έναντι της τελευταίας δεκτή την αγωγή.

Με αυτές τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: 1) Ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η ευθύνη του προστήσαντος εκτείνεται και σε ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίως και παρανόμως σε τρίτους, επ' ευκαιρία ή και με αφορμή την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί έστω και καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, εφόσον η ζημία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία. 2) Με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες έκρινε:

α) ότι δημιουργήθηκε ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, λόγω της υπεξαιρέσεως χρημάτων του, προοριζομένων για επένδυση από την αναιρεσείουσα, δια μέσου του προστημένου ( σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως από αυτή τελούντος) ασφαλιστικού πράκτορα Π1, ο οποίος ενήργησε στα πλαίσια με των καθηκόντων του, αλλά κατά κατάχρηση (και υπέρβαση) της εξουσίας που του είχε ανατεθεί (που δεν περιλάμβανε την είσπραξη χρημάτων από πελάτες - επενδυτές), τελώντας όμως σε εσωτερική συνάφεια με αυτή την υπηρεσία, αφού η καταβολή χρημάτων προς επένδυση αποτελούσε ενέργεια απαραίτητη για την υλοποίηση της σύμβασης, στην οποία κατέτεινε και η μεσολάβηση του προστηθέντος και β) ότι δεν γνώριζε ούτε από βαριά αμέλειά του αγνοούσε ο αναιρεσίβλητος ότι ο προστημένος υπάλληλος της αναιρεσείουσας Π1 ενεργούσε καθ' υπέρβαση της εντολής που του είχε δοθεί (για μη είσπραξη χρημάτων από επενδυτές), λόγω του ότι προ τριετίας είχε προβεί σε ανάλογη επένδυση στην αναιρεσείουσα, έχοντας γνώση της διαδικασίας καταβολής των επενδυόμενων χρημάτων και στις έντυπες αιτήσεις επενδύσεων εφιστάτο η προσοχή των επενδυτών να μην παραδίνουν τα χρήματα στους μεσολαβούντες ασφαλιστικούς πράκτορες, καθ' όσον (σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου) ο προστημένος από την αναιρεσείουσα Π1 αφενός μεν δεν επέδειξε το έντυπό της αίτησης στον αναιρεσίβλητο, αφετέρου δε τον παραπλάνησε, πείθοντας αυτόν ότι η ορθή διαδικασία επέβαλε να καταβληθεί προς τον ίδιο το προς επένδυση χρηματικό ποσό. 3) Χωρίς σφάλμα στον υπαγωγικό συλλογισμό της προέβη έτσι σε (ορθή) εφαρμογή του άρθρου 922 ΑΚ και μη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ (απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου για τη ζημία του).

Συνεπώς όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.πολ.Δ τρίτο και τέταρτο.κατά το πρώτο μέρος του από το κύριο δικόγραφο και πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του από το δικόγραφο προσθέτων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμα.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟΛ. Α.Π. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας -που είχε προταθεί πρωτοδίκως και με τις προτάσεις της επαναφέρθηκε σ' αυτό (Εφετείο)- περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου για τη ζημία του και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Συνεπώς οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αντίθετοι τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2004 αίτηση (με τους από 24-8-2007 πρόσθετους λόγους της) για αναίρεση της 3155/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ